Εφυγε χθες από τη ζωή ο σπουδαίος άνθρωπος και δημοσιογράφος Γιώργος Βότσης. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, περιγράφει τη μυθιστορηματική ίδρυση του Πατριωτικού Μετώπου, της αντιστασιακής οργάνωσης που ίδρυσαν μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη και άλλους αγωνιστές – αγωνίστριες της Αριστεράς, αμέσως μετά την επιβολή της δικτατορίας.
Η αφήγηση προέρχεται από το βιβλίο του Στέλιου Κούλογλου «Μαρτυρίες για τη δικτατορία και την Αντίσταση» (Εστία)
Κατά της δυόμισι η ώρα χτυπάει το κουδούνι. Eίναι ο Κώστας ο Παπαϊωάννου, εκδότης αργότερα στο Ποντίκι, τότε δούλευε στην Ακρόπολη. Νόμιζα ότι έρχεται από χαρτοπαιξία, του λέω άντε μαλάκα πάρε στο ψυγείο κάτι να φας, υπάρχει μέσα κρεβάτι άδειο. Δίπλα του ήτανε η Μαρία η Τσαπάλου η αρχιτεκτόνισσα η οποία έκλαιγε. Και αυτός ήτανε περιέργως τρυφερός. “Σήκω αγόρι , πραξικόπημα”
Τα δάκρυα της Μαρίας με έπεισαν. Σηκώνομαι και βάζω γρήγορα-γρήγορα σε ένα δερμάτινο χαρτοφύλακα αυτά που θεώρησα τότε αναγκαία. Δηλαδή μια αλλαξιά εσώρουχα, χαρτί, μολύβι, ένα ραδιοφωνάκι, ένα μικρό σκάκι, μολύβια.Αυτά ήτανε όλα μου τα υπάρχοντα που πήρα από εκείνο το σπίτι που δε το ξανάνοιξα ποτέ. Και με αυτά πορεύτηκα ένα χρόνο στην παρανομία.
Βγαίνοντας έξω μας περίμενε το αυτοκίνητο ενός συναδέλφου της Βραδινής. Η πρώτη μας έγνοια ήτανε να ειδοποιήσουμε και άλλους να αποφύγουνε τις συλλήψεις. Κατεβαίνουμε την Αλεξάνδρας κι εκεί πρωτοείδα τα τανκ. Ειδοποιήσαμε δυο-τρεις, άλλους δεν τους προλάβαμε.
Δούλευα τότε στην εφημερίδα “Δημοκρατική Αλλαγή” και μου κόλλησε η ιδέα να βάλω έστω την είδηση για το πραξικόπημα στην εφημερίδα ή σε κάποια άλλη. Κατεβαίνουμε λοιπόν στο τυπογραφείο, έβγαιναν τότε όλες οι εφημερίδες στο τυπογραφείο της Ελευθερίας στην οδου Γερανίου πίσω από το Δημαρχείο. Είχε φτάσει πια 5 η ώρα το πρωί.
Στο δρόμο τρακάρω δυο-τρεις από το πρωινό συνεργείο της Δημοκρατικής Αλλαγής, τότε οι απογευματινές εφημερίδες ήτανε όντως απογευματινές διαμορφώνονταν τα ξημερώματα ως τις εννιά που τυπώνονταν. Ήτανε ο Χρυσοστομίδης, ο Χαρίλαος ο Μάνος ο τότε αρχισυντάκτης, ο Λευτέρης ο Βουτσάς. Και αυτοί περιφέρονταν να δούνε τι θα κάνουνε.
Με στέλνουνε εμένα σαν τον μικρότερο να ανιχνεύσω τι γίνεται στο τυπογραφείο. Ηταν ακόμα κάποιοι από την σύνταξη της “Ελευθερίας” και προσπαθούσανε να βγάλουνε δεύτερη έκδοση με την είδηση. Είχαν φτιάξει τον τίτλο, “τα τανκ ως το Κολωνάκι, συνελήφθη ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος”κάτι τέτοια.
Ο Περικλής ο Βούζας από την Δημοκρατική Αλλαγή καθότανε μόνος του στα γραφεία μέσα, όπου πήγα και εγώ. Και ενώ αναρωτιόμαστε αν θα προλάβει να τυπώσει η Ελευθερία, εισβάλει ένας λοχαγός με στολή εκστρατείας το περίστροφο προτεταμένο,και δυο υπαξιωματικοί με αυτόματα. Βλαστημούσε το Χριστό σας, την Παναγία σας, αλήτες που είναι ο Κόκκας, ο εκδότης της Ελευθερίας.
Πάει μπροστά του ο Ηλίας ο Μαλάτος, μετέπειτα Διευθυντής του γραφείου τύπου του Παπαδόπουλου του δικτάτορα Λέει ποιος Κόκκας; Ο κύριος Κόκκας δεν έρχεται ποτέ εδώ. Που είναι αυτός ο Ανδρουλιδάκης; Ο Διευθυντής τότε. Ούτε ο Ανδρουλιδάκης είναι εδώ. Ποιοι άλλοι καθίκια αλήτες δημοσιογράφοι είναι εδώ; Μόνο εγώ λέει, μόνο εγώ. Εν πάση περιπτώσει φύγανε, ήτανε η πρώτη επαφή μου με το νέο καθεστώς.
Είχαμε κλείσει ένα ραντεβού με τους άλλους που περιφέρονταν, τους είπα τα καθέκαστα, δεν γίνεται στο τυπογραφείο να κάνουμε τίποτα. Ήτανε πια ξημερώματα, φεύγοντας από το τυπογραφείο στην αρχή της Πειραιώς κάποια λεωφορεία είχανε έρθει για να φέρουνε τους εργαζόμενους στο κέντρο τη Αθήνας και μπουλούκια-μπουλούκια έβγαιναν από τα λεωφορεία, ανέβαιναν την Πειραιώς προς την Ομόνοια.
Οπότε χώθηκα εγώ ανάμεσά τους λέω εργάτες είναι, ευκαιρία. Και άρχισα να φωνάζω κάτω η χούντα, αντίσταση. Για πότε αποτραβήχτηκαν και ένιωσα μόνος μέσα στην ερημιά του πλήθους. Κυριολεκτικά μόνος.
Πάντως ήδη την πρώτη μέρα έγινε η πρώτη συνάντηση στην Δεξαμενή του Κολωνακίου, τότε ήτανε η πιο αντιστασιακή γωνιά της Αθήνας, ήταν έτοιμοι οι διανοούμενοι και καλλιτέχνες του Κολωνακίου περί τη Δεξαμενή. Εκεί κυριολεκτικά ψάχνονταν ο κόσμος τι θα κάνει.
Θα έλεγα οι όχι ντε και καλά τοποθετημένοι στην αριστερά, για να μην πω ότι οι αριστεροί της μεγαλύτερης ηλικίας που είχανε τραβήξει τα μύρια όσα μετά τον εμφύλιο, ήτανε και οι πιο συγκρατημένοι, οι πιο φοβισμένοι ή οι πιο χαμένοι. Δεν τους έβρισκες στους δρόμους, όσους δεν είχαν συλλάβει με τις πιτζάμες
Βρήκα αμέσως την Τόνια την Μαρκετάκη, το Σταύρο τον Κωνστανταράκο και όχι την πρώτη μέρα την δεύτερη είχαμε τις πρώτες προκηρύξεις σε πολύγραφο, “Κάτω η Χούντα”, “Δημοκρατία”.
Έβρισκα και διάφορους αλλόφρονες, φίλους, συντρόφους, συναγωνιστές στην αριστερά τότε. Έδωσα δυο τρία πρόχειρα σπίτια που σκεφτόμουνα σε άλλους. Μετά τη δύση του ηλίου απαγορευόταν η κυκλοφορία, διαπίστωσα ότι έπεφτε ο ήλιος και εγώ δεν είχα βρει που θα κοιμηθώ.
Συγκοινωνία δεν υπήρχε, ταξί δεν κυκλοφορούσαν. Και σκέφτηκα μία φίλη που έμενε στη Ζωοδόχου Πηγής πάνω στο Βύρωνα με τους γονείς της και ξεκίνησα με τα πόδια κοιτώντας τον ήλιο, πότε θα πέσει και αν θα προφτάσω. Φτάνω κάποτε, οι άνθρωποι ήτανε πάρα πολύ φιλόξενοι, πάρα πολύ ζεστοί.
Μου βάλανε να φάω, εγώ έτρωγα αυτοί τίποτα. Εγώ έπεσα ψόφιος από τον ποδαρόδρομο όλης της νύχτας και της μέρας, το πρωί διαπίστωσα ότι από αυτούς κανένας δεν είχε κοιμηθεί, από το φόβο και την αγωνία. Σηκώθηκα έφυγα και δε τους ξαναπλησίασα. Και σε αυτούς χρωστάω ευγνωμοσύνη γιατί τουλάχιστον το πρώτο βράδυ με φύλαξαν.
Σε πόσους δεν χρωστάω ευγνωμοσύνη; Υπολογίζω σε ένα χρόνο παρανομίας ότι περίπου πενήντα σπίτια μου άνοιξαν να με φιλοξενήσουν, άλλοι ξέροντάς ποιος είμαι, άλλοι γνωρίζοντάς με με ψευδώνυμο.
Την δεύτερη μέρα με την Τόνια και τους άλλους προσπαθούσαμε να στήσουμε ομάδα στη βάση των φιλικών σχέσεων και θα έλεγα της αξιοπρέπειας, του γαμώτο, του τι είναι αυτοί, γελοίοι καραβανάδες. Και της οργής κατά της πολιτικής ηγεσίας της αριστεράς και συνολικά της πολιτικής ηγεσίας που άφησαν την έρημη τη δημοκρατία ανέτοιμη, ειδικά το αριστερό κίνημα ξεβράκωτο.
Η ίδρυση με Μίκη Θεοδωράκη, Χρόνη Μίσιο, Αριστείδη Μανωλάκο, Θέμη Μπανούση
Συνάντησα το φίλο μου τον Κουπαρούσο την ψυχούλα της Αθήνας τότε, ένας μποέμ καταπληκτικός. Γι’ αυτόν είχε γράψει και ο Μίκης αργότερα όταν τον συνέλαβαν στην Μπουμπουλίνας “Γιώργο κρατιέμαι από ένα λουλούδι”.
Πολύτιμος ο Γιώργος ο Κουπαρούσος κυρίως στο να βρίσκει άσυλο για τους παράνομους, ακόμα και να τους μεταφέρει με το αυτοκίνητο. Δεν είχαμε και αυτοκίνητα τότε. Και συνάντησα και τον Αριστείδη το Μανωλάκο και έτσι κλείσαμε το ραντεβού για την Κυριακή του Πάσχα, δέκα μέρες μετά από το πραξικόπημα.
Βρεθήκαμε στο φοιτητικό διαμέρισμα ενός μετέπειτα Υπουργού της Νέας Δημοκρατίας του Παναγιώτη του Δελημήτσου, δίπλα σε μία βάση της Αεροπορίας που είναι στην Κυψέλη. Τον Μίκη τον μετέφερε ο Κουπαρούσος, ήτανε και δύσκολο πώς να τον μεταφέρεις, πώς να του αλλάξεις τα χαρακτηριστικά. Κοτζάμ ντερέκι άντρας. Αρχίζουμε από πρωί την συνεδρίαση, πέντε ήμαστε. Μίκης Θεοδωράκης, Χρόνης Μίσιος, Αριστείδης Μανωλάκος, Θέμης Μπανούσης και εγώ. Οι τρεις πρώτοι είναι από τους ηγέτες των Λαμπράκηδων, εγώ δημοσιογράφος της αριστεράς τότε, ο Μπανούσης μετέπειτα εκδότης και ο μόνος που δε βγήκε στην παρανομία.
Ήτανε και πέντε-έξι άλλοι να έρθουν, όπως η Άννα η Μεταξωτού, αλλά δεν μπόρεσαν δε θυμάμαι τα ονόματα ποιοι άλλοι ήτανε. Ο Μίκης είχε το γενικό συντονισμό της συζήτησης, είχε και τις φαντασιώσεις του γιατί ήτανε ανήμερα Πάσχα και οι σμηνίτες δίπλα είχανε στήσει τα όργανα Κάθε τόσο σταματούσε ο Μίκης και έλεγε: ” ακούστε τραγουδάνε Μίκη”.
Τότε αποφασίσαμε να ιδρύσουμε το, το Πατριωτικό Μέτωπο. Συμφωνήσαμε ότι θα είναι μια αριστερή οργάνωση αλλά όσο γίνεται πιο πλατιά. Ημασταν τόσο αισιόδοξοι, το βλέπαμε να γίνεται ένα κίνημα αντιστασιακό τόσο πλατύ που όχι απλώς να ανατρέπει τη χούντα αλλά να επηρεάζει τις μεταδικτατορικές εξελίξεις, γι’ αυτό και το ονοματίσαμε Πατριωτικό Μέτωπο.
Το Α το αντιδικτατορικό μπήκε αργότερα από τους ΚΚΕδες και του εσωτερικού και του εξωτερικού όταν διασπαστήκανε. Καπελώσανε το Πατριωτικό Μέτωπο βάλανε και ένα αντιδικτατορικό για να του περιορίσουνε ας πούμε την εμβέλεια και την προοπτική στο μέλλον.
Κάναμε μία κατανομή αρμοδιοτήτων, ποιος την νεολαία, ποιος τις επαφές με τις άλλες κινήσεις οι οποίες είχανε αρχίσει να εκδηλώνονται. Πράγματι από τις πρώτες μέρες κινούνταν και δεξιότερα από μας στην κεντροαριστερά, αυτοί που έφτιαξαν την Δημοκρατική Άμυνα. Και αριστερότερα από μας τα ΔΕΑ, ένα μείγμα περίεργο, Κύπριοι φοιτητές, τροτσκιστές. Και περίπου εκδηλώθηκαν αρχές Μαΐου αυτές οι κινήσεις.
Σε μένα έλαχε ο κλήρος να έχω τον εκδοτικό μηχανισμό. Την άλλη μέρα βρεθήκαμε με το Μίκη στο σπίτι του Ανδρέα του Δάνου και αποφασίσαμε την εφημερίδα μας να την βγάλουμε Νέα Ελλάδα.
Ο μόνος, ο μοναδικός πολύγραφος που λειτούργησε τότε. Είχε την πρόνοια ένας από τους Λαμπράκηδες. ο πολύ καλός μου φίλος το Δήμος ο Μαυρομάτης ,σε ένα ταξίδι του να τον φέρει από την Τσεχοσλοβακία και τον είχε βάλει στην πάντα. Ηταν υπεύθυνος των Λαμπράκηδων στην Κρήτη και έκαναν μία διαδήλωση στο Ηράκλειο την μέρα του πραξικοπήματος,
Μετά προσπαθούσε να μαζέψει όπλα και η Μήνα Γιάννου και το Κ.Κ.Ε. τον τραβήξανε στην Αθήνα. Ήρθε στην Αθήνα και τον πιάσανε αμέσως. Πρόλαβε και είπε στην Άννα τη Μεταξωτού την γυναίκα του ότι εκεί είναι ο πολύγραφος, μόνο στα χέρια του Γιώργου. Δικτυώθηκα γρήγορα και με συναδέλφους δημοσιογράφους οι οποίοι βοήθησαν αποτελεσματικά στη συλλογή πληροφοριών.
Φιλοδοξία μου είναι να βγαίνει η Νέα Ελλάδα σε τρεις χιλιάδες αντίτυπα που μπορούσαμε να την βγάλουμε με τον χειροκίνητο πολύγραφο τακτικά, κάθε δεκαπέντε μέρες. Να έχει πολλές πληροφορίες. Τη δακτυλογραφούσε η Τόνια η Μαρκετάκη, η αλησμόνητη.
Το πρώτο φύλλο της Νέας Ελλάδας περιείχε το μανιφέστο του Μίκη, γιατί ο πρώτος που στάθηκε όρθιος ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης. Την τρίτη μέρα του πραξικοπήματος έβγαλε ένα μανιφέστο για τα ραδιόφωνα στο εξωτερικό και όντως πέρασε Ντόιτσε βελε, BBC, η Μόσχα ήτανε πιο αργοκίνητη: «Έξω η ξένη ακρίδα, έξω ο μπόγιας Κόλιας(ο πρώτος χουντικός πρωθυπουργός) Στη χώρα που γεννήθηκε η δημοκρατία πεθαίνουν οι τυραννίες».
