Η πιθανότητα η Αμερικανική Βάση Σούδας να αποτελέσει άμεσο στρατιωτικό στόχο στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή εκτιμάται ως ιδιαίτερα μικρή, ωστόσο η γεωπολιτική ρευστότητα και οι αναφορές σε βαλλιστικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς από το Ιράν διατηρούν ανοιχτή τη συζήτηση για τα σενάρια κινδύνου και τις επιπτώσεις στην  σταθερότητα και την οικονομία της Κρήτης.

Για την γεωστρατηγική σημασία του νησιού, τον ρόλο της Βάσης της Σούδας μετά τις τελευταίες εξελίξεις στον πόλεμο Ισραήλ – Ιράν, μίλησε στο ZARPA RADIO 89,6 μίλησε ο Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης Δημήτρης Ξενάκης ο οποίος έχει διατελέσει Διευθυντής στο Ελληνικό Κέντρο Ευρωπαικών Μελετών του Υπουργείου Εξωτερικών, Αντιπρόεδρος στο Κέντρο Μελετών Ασφάλειας  και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου στο Ινστιτούτο Αμυντικών Αναλύσεων του ΥΠΕΘΑ. Αναλυτικότερα:

Χαμηλή πιθανότητα άμεσης απειλής

Σύμφωνα με τον κ. Ξενάκη, ακόμη και σε ένα σενάριο γενικευμένης σύγκρουσης, η πιθανότητα ουσιαστικής απειλής κατά της Σούδας παραμένει περιορισμένη. Παρά τη στρατηγική σημασία της βάσης για τις επιχειρήσεις των δυτικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο, θεωρείται δύσκολο να αποτελέσει πρωτεύοντα στόχο, ιδίως από την Τεχεράνη.

Ο ίδιος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι τα ιρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί σε περιφερειακά μέτωπα, θα έπρεπε να διανύσουν εκτεταμένους και αυστηρά επιτηρούμενους εναέριους χώρους. Επιπλέον, η ελληνική αντιαεροπορική και ναυτική άμυνα, σε συνδυασμό με τα συμμαχικά συστήματα επιτήρησης, καθιστούν ένα τέτοιο εγχείρημα επιχειρησιακά εξαιρετικά δύσκολο.  «Δεδομένου ότι αυτά τα drones που χρησιμοποιούνται από την πλευρά του Ιράν είναι πολύ δύσκολο να περάσουν όλους αυτούς τους εναέριους χώρους και να ”μην τα πάρουμε χαμπάρι”, να περάσουν απαρατήρητα, θεωρώ ότι η πιθανότητα ουσιαστικής απειλής είναι πάρα πολύ μικρή» εκτιμά ο κ. Ξενάκης.

«Ακόμα και στο κακό σενάριο της ολικής κλιμάκωσης, δύσκολα να μπορώ να δω να απειλείται η Σούδα από το Ιράν… Από κάποια άλλη χώρα που ενδεχομένως μπει σε μια πιθανολογούμενη κλιμάκωση αυτής της σύγκρουσης, εκεί θα πρέπει να ανησυχούμε περισσότερο» αναφέρει χαρακτηριστικά.

«Δεν μπορεί να αποκλειστεί μια απόπειρα, αλλά το πιθανότερο είναι ότι θα αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με την υπάρχουσα αμυντική δομή που έχει αναπτυχθεί», εκτιμά ο ίδιος.

Βαλλιστικοί πύραυλοι και «άγνωστες» δυνατότητες

Προβληματισμό προκαλούν πάντως παλαιότερες παρουσιάσεις οπλικών συστημάτων από το Ιράν, με εμβέλεια που φέρεται να φτάνει τα 2.000–2.500 χιλιόμετρα. Θεωρητικά, τέτοια συστήματα θα μπορούσαν να πλήξουν στόχους στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, ανάλογα με τις επιχειρησιακές παραμέτρους και το προφίλ της εκτόξευσης.

Χθες υπήρξαν αναρτήσεις διπλωματικών αποστολών του Ισραήλ, δείτε ΕΔΩ, ότι η εμβέλεια ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων εκτείνεται έως την Ευρώπη, παρουσιάζοντας σχετικούς χάρτες.

«Αυτό είναι αλήθεια. Το Ιράν έχει παρουσιάσει στο παρελθόν – κι αυτό είναι κάτι που μας προβληματίζει ότι δεν τα έχει εμφανίσει μέχρι τώρα –  όπλα με εμβέλεια 2.000–2.500 χιλιόμετρα που σημαίνει ότι μπορεί να φτάσει, ανάλογα με τον καιρό και την ακρίβεια και να κτυπήσει ευρωπαικές πρωτεύουσες» επισημαίνει.

Ωστόσο, ο ίδιος τονίζει ότι άλλο η θεωρητική εμβέλεια και άλλο η πραγματική επιχειρησιακή δυνατότητα σε συνθήκες υψηλής επιτήρησης και αποτροπής.

Πάντως  ο κ. Ξενάκης εκτιμά ότι η μεγαλύτερη ανησυχία δεν αφορά μόνο απευθείας πλήγματα από ιρανικό έδαφος, αλλά την πιθανότητα ευρύτερης ανάφλεξης με εμπλοκή και άλλων κρατών ή κινήματος σιιτικού εξτρεμισμού.

« Κι αυτά δεν είναι καλά νέα για την Ευρώπη στην οποία υπάρχουν πολλοί και μεγάλοι μουσουλμανικοί πληθυσμοί» τονίζει, προσθέτοντας ότι έχουμε φτάσει στο σημείο που δεν θέλαμε να φτάσουμε: μιας ευρείας σύγκρουσης Δύσης – Ισλάμ.

Eντός εμβέλειας των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων είναι η Ελλάδα σύμφωνα με τον χάρτη που δημοσίευσε η πρεσβεία του Ισραήλ στα social media της.

Ο ρόλος της Τουρκίας και οι ισορροπίες

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση της Τουρκίας, η οποία σε πολιτικό επίπεδο έχει εκφράσει διαφωνία με αμερικανικές παρεμβάσεις, ωστόσο διατηρεί ανοιχτό τον εναέριο χώρο της για τη διέλευση συμμαχικών δυνάμεων προς περιοχές όπως το Ιράκ και το Κατάρ.

Σύμφωνα με τον κ. Ξενάκη, η τακτική αυτή ερμηνεύεται ως προσπάθεια του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να ισορροπήσει μεταξύ ρητορικής διαφοροποίησης και πρακτικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, διατηρώντας διαύλους επιρροής στην Ουάσιγκτον. Σε αυτό το πλαίσιο, η γεωπολιτική αξία της Σούδας ως κόμβου επιχειρήσεων για τις ΗΠΑ ενισχύεται, χωρίς όμως να μεταφράζεται αυτομάτως σε αυξημένη τρωτότητα απέναντι σε κινδύνους.

Η ευρύτερη γεωστρατηγική σκακιέρα και τα ενεργειακά

Παράλληλα ο κ. Ξενάκης υπογραμμίζει ότι η ρητορική περί «εκδημοκρατισμού» δεν επαρκεί για να εξηγήσει τις εξελίξεις. Η σύγκρουση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, όπου το Ιράν αποτελεί κρίσιμο σύνδεσμο μεταξύ Ρωσία και Κίνα, ενώ συμμετέχει ενεργά στους σχεδιασμούς του σχήματος των BRICS. Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται επομένως σε περιφερειακό επίπεδο, αλλά αγγίζει τον ευρύτερο ανταγωνισμό ισχύος μεταξύ Δύσης και αναδυόμενων πόλων.

Παράλληλα, ο ίδιος τονίζει ότι τίθενται ζητήματα νομιμότητας και σεβασμού του διεθνούς δικαίου, με αναφορές στον ρόλο και το πλαίσιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Οι επιπτώσεις για την Κρήτη

Σε επίπεδο τοπικής οικονομίας, ακόμη και χωρίς πραγματικό πλήγμα, η απλή ενίσχυση της αίσθησης κινδύνου θα μπορούσε να επηρεάσει τον τουρισμό και την επενδυτική ψυχολογία. Ωστόσο, με τα σημερινά δεδομένα, το σενάριο άμεσης απειλής αξιολογείται ως ακραίο.

Η Σούδα παραμένει στρατηγικός κόμβος υψηλής σημασίας, αλλά υπό ισχυρή ομπρέλα αποτροπής.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τόσο αν μπορεί θεωρητικά να στοχοποιηθεί, όσο αν το γεωπολιτικό κόστος μιας τέτοιας ενέργειας θα ήταν διαχειρίσιμο για όποιον την επιχειρούσε — και αρκετοί αναλυτές εκτιμούν πως όχι.