website analysis Δημοσκόπηση Washington Post / Νέο αυτοκίνητο και σπίτι μοιάζουν «άπιαστο όνειρο» για τη μεσαία τάξη στις ΗΠΑ – Epikairo.gr

Η αγορά κατοικίας, ενός καινούργιου αυτοκινήτου ή ακόμη και η κάλυψη ιατρικών εξόδων φαίνεται ολοένα και πιο απρόσιτη για τους Αμερικανούς, ακόμη και για όσους ανήκουν στη λεγόμενη «μεσαία τάξη», σε Αμερικανικά μεγέθη πάντα, ή διαθέτουν εξαψήφιο εισόδημα – κάτι που επίσης δεν ισχύει για τους περισσότερους στην Ελλάδα. Ads Eίναι όμως εξαιρετικά σημαντικό στην εκτίμηση οποιουδήποτε παρατηρητή της αμερικανικής οικονομίας και της αγοραστικής δύναμης στην «πλουσιότερη» χώρα του πλανήτη, υπό τον πρόεδρο Τραμπ, όπως προκύπτει από νέα δημοσκόπηση της Washington Post σε συνεργασία με το ABC News και την Ipsos.
Βασικά έξοδα καλύπτονται – η «καλή ζωή» όχι
Οι περισσότεροι Αμερικανοί δηλώνουν ότι μπορούν να αντεπεξέλθουν στα βασικά: ενοίκιο ή στεγαστικό, τρόφιμα, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας και καύσιμα.
Ωστόσο, μεγαλύτερες δαπάνες – όπως η αγορά αυτοκινήτου, κατοικίας ή ακόμη και μια εβδομαδιαία άδεια – θεωρούνται για πολλούς εκτός οικονομικών δυνατοτήτων. Ads Συνολικά, το 53% των ενηλίκων δηλώνει ότι διαθέτει «οριακά αρκετά» χρήματα για να διατηρήσει το βιοτικό του επίπεδο, ποσοστό σχεδόν αμετάβλητο σε σχέση με πέρυσι.
Παράλληλα, περίπου οι μισοί ή και περισσότεροι απαντούν ότι έξοδα όπως δείπνα εκτός σπιτιού, διακοπές και αγορά νέου αυτοκινήτου είναι πλέον απαγορευτικά.
Η έρευνα, που διεξήχθη μεταξύ 12 και 17 Φεβρουαρίου σε δείγμα άνω των 2.500 Αμερικανών, αποτυπώνει γιατί η «ακρίβεια» παραμένει κορυφαία πολιτική ανησυχία, παρά την ισχυρή πορεία του χρηματιστηρίου και τη σταθερή καταναλωτική δαπάνη.
Ο πληθωρισμός υποχωρεί, αλλά οι τιμές παραμένουν ψηλά
Αν και ο πληθωρισμός έχει αποκλιμακωθεί σε σχέση με τα εκρηκτικά επίπεδα της περιόδου μετά την πανδημία, τα νοικοκυριά εξακολουθούν να πιέζονται.
Οι τιμές σε κατοικίες, υγειονομική περίθαλψη, τρόφιμα και νέα αυτοκίνητα παραμένουν υψηλές.
Το 71% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι τα καύσιμα είναι πλέον σε ανεκτά επίπεδα.
Ωστόσο, το 74% δηλώνει ότι δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά την αγορά καινούργιου αυτοκινήτου – ποσοστό που διαπερνά όλες τις εισοδηματικές κατηγορίες.
Οι τιμές νέων αυτοκινήτων και φορτηγών έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά, με τη μέση τιμή να ξεπερνά πλέον τα 50.000 δολάρια.
Την ίδια στιγμή, τα ετήσια ασφάλιστρα υγείας για οικογένειες με εργοδοτική κάλυψη αυξήθηκαν κατά 6% το περασμένο έτος, δηλαδή περίπου διπλάσια από τον γενικό πληθωρισμό.
Η ακρίβεια στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης
Το ζήτημα της οικονομικής προσιτότητας έχει αναδειχθεί σε βασικό θέμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, στην ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους, παρουσίασε πρωτοβουλίες όπως μια ομοσπονδιακή ιστοσελίδα που προσφέρει κουπόνια για ορισμένα συνταγογραφούμενα φάρμακα.
Οι Δημοκρατικοί, από την πλευρά τους, επικρίνουν την κυβέρνηση για το κόστος στέγασης, τροφίμων και υγείας, δηλώνοντας ότι η ακρίβεια θα αποτελέσει κεντρικό ζήτημα της προεκλογικής τους εκστρατείας.

Η πίεση στα νοικοκυριά – παραδείγματα
Ο Έρικ Ντορν, 54 ετών, με ετήσιο εισόδημα άνω των 150.000 δολαρίων, δηλώνει ότι παρατηρεί μείωση στις τιμές τροφίμων και καυσίμων, ωστόσο τα ιατρικά έξοδα τον επιβαρύνουν διαρκώς.
Παρά το υψηλό ασφάλιστρο που καταβάλλει, χρειάστηκε να πληρώσει 230 δολάρια από την τσέπη του για αξονική τομογραφία και στη συνέχεια έλαβε επιπλέον χρέωση 600 δολαρίων, καθώς η εξέταση δεν καλυπτόταν πλήρως από την ασφάλεια – σύνολο 830 δολάρια για μία αξονική.
Παρότι ο ίδιος και η σύζυγός του διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία, αναγκάζονται να περιορίζουν άλλα έξοδα, όπως το καθιερωμένο ταξίδι τους στην Καραϊβική, καθώς τα αεροπορικά εισιτήρια και τα πακέτα διακοπών έχουν εκτοξευθεί.
Και αυτό το παράδειγμα δεν είναι πλέον ο μέσος όρος στην Αμερική, όπως φαίνεται και παρακάτω – πολλώ μάλλον στη χώρα μας.
Η απαισιοδοξία των ενοικιαστών
Ιδιαίτερα δυσοίωνη είναι η εικόνα για τους ενοικιαστές.
Σχεδόν τρεις στους τέσσερις θα ήθελαν να αποκτήσουν δικό τους σπίτι, όμως το 65% εκτιμά ότι δεν θα μπορέσει να αγοράσει κατοικία στο άμεσο μέλλον.
Ακόμη και μεταξύ όσων κερδίζουν πάνω από 100.000 δολάρια ετησίως – ποσό υψηλότερο από το εθνικό διάμεσο εισόδημα των 84.000 δολαρίων – το 57% θεωρεί απίθανη την αγορά σπιτιού.
Η απαισιοδοξία διαπερνά όλα τα μορφωτικά και εισοδηματικά επίπεδα, ενώ οι γυναίκες εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές από τους άνδρες ως προς την προοπτική ιδιοκατοίκησης.
Η Ρόξι Βεντούρα, 44 ετών, διευθύντρια ανθρώπινου δυναμικού στη Νότια Καλιφόρνια με εισόδημα άνω των 100.000 δολαρίων, αναζητά κατοικία εδώ και πέντε χρόνια.
Ωστόσο, οι περισσότερες μονοκατοικίες που επισκέπτεται ξεκινούν από περίπου 700.000 δολάρια για δύο υπνοδωμάτια – ποσό εκτός του προϋπολογισμού της.
Παράλληλα, πληρώνει 3.000 δολάρια μηνιαίως για ενοίκιο σε διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου, 300 δολάρια για ασφάλεια υγείας και περίπου 4,60 δολάρια ανά γαλόνι βενζίνης – δηλαδή 3,7 λίτρα.
«Δεν νιώθω ότι τα 100.000 δολάρια αρκούν», λέει χαρακτηριστικά. «Πήρα αύξηση, αλλά ανέβηκαν τα ασφάλιστρα υγείας, τα καύσιμα, τα τρόφιμα και το ενοίκιο. Στην πράξη, βρίσκομαι στο ίδιο σημείο», όπως τονίζει.
Περισσότεροι από τους μισούς ενοικιαστές θεωρούν ότι το ενοίκιό τους είναι μη διαχειρίσιμο, ενώ περίπου οι μισοί δηλώνουν ότι έχουν «πολύ» ή «κάποιο» χρέος.
Όσοι κερδίζουν κάτω από 100.000 δολάρια ετησίως εμφανίζονται πιο επιβαρυμένοι από το κόστος τροφίμων και λογαριασμών, με έξι στους δέκα που κερδίζουν κάτω από 50.000 δολάρια να χαρακτηρίζουν τις δαπάνες αυτές δυσβάσταχτες.
Στη Λουιζιάνα, η Τάρα Κάνινγκχαμ, 54 ετών, βιβλιοθηκονόμος με εισόδημα περίπου 80.000 δολάρια, λέει ότι αποφεύγει να αγοράζει κρέας ακόμη και από εκπτωτικά καταστήματα και καταφεύγει συχνότερα στις πιστωτικές κάρτες – ακόμη και για μια διανυκτέρευση σε ξενοδοχείο την περίοδο του Mardi Gras.
«Δεν βλέπω τέλος στις αυξήσεις», τονίζει. «Η μεσαία τάξη ασφυκτιά. Ακούμε για δισεκατομμύρια σε έργα και πολυτέλειες, αλλά δυσκολευόμαστε να καλύψουμε τα βασικά».