Τέμπη, τρία χρόνια μετά την τραγική βραδιά της 28ης Φεβρουαρίου 2023 με 57 νεκρούς επιβάτες, νέους στην πλειοψηφία τους, όταν τρένα συγκρούστηκαν μετωπικά, κινούμενα αντίθετα στις ίδιες ράγες, ενώ υπήρχε διπλή σιδηροδρομική γραμμή.
Τρία χρόνια από την φονική σιδηροδρομική τραγωδία που συγκλόνισε όλη την Ελλάδα, οι οικογένειες των θυμάτων και οι επιζώντες αγωνίζονται για δικαίωση, οργανώνοντας κινητοποιήσεις και συγκεντρώσεις ώστε ”το έγκλημα να μην συγκαλυφθεί”. Οι δικαστικές διαδικασίες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, με επιμέρους δίκες και κρίσιμες εκρεμμότητες ενώ η κύρια δίκη αναμένεται να καθορίσει το εάν και σε ποιό βαθμό θα αποδοθούν ευθύνες για την τραγωδία.
Με αφορμή τις μαζικές συγκεντρώσεις που πραγματοποιούνται σήμερα και αύριο στα Χανιά και σε όλη τη χώρα, για τη συμπλήρωση ενός ακόμη χρόνου από το δυστύχημα, οι φωνές των επιζώντων επιστρέφουν στο δημόσιο προσκήνιο. Όχι ως τελετουργική υπενθύμιση αλλά ως επίμονη διεκδίκηση.
Η μνήμη δεν είναι απλώς συναίσθημα. Είναι πολιτική πράξη. Και για όσους βρέθηκαν μέσα στα βαγόνια εκείνη την νύχτα, η επέτειος δεν είναι μια ημερομηνία- είναι μια διαρκής κατάσταση, λέει στο ZARPA RADIO 89,6 ο Αντώνης Αντωνίου, επιζών και σοβαρά πολυτραυματίας του σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη, ο οποίος επέβαινε στο 4ο βαγόνι της μοιραίας αμαξοστοιχίας στις 28 Φεβρουαρίου 2023.
Ο Αντώνης Αντωνίου έξω απο την περίφραξη της αίθουσας όπου θα γίνουν οι δίκες για το τραγικό δυστύχημα. (Photo: Μαρία Γαλάτη)
Η μοιραία βραδιά – «Με βρήκανε γιατί περίσσευε το ένα μου πόδι…»
«Τότε, αν έπρεπε να διαλέξω μία συγκεκριμένη στιγμή, είναι εκείνη που το τέταρτο βαγόνι προσκρούει πάνω στο τρίτο. Είναι κάτι που συμβαίνει ακριβώς κάτω από τα πόδια μου. Το νιώθω σαν σεισμό. Τρεμοπαίζουν τα φώτα, ανοίγω το στόμα μου και δεν μπορώ να βγάλω μιλιά.
Αυτό είναι το πιο χαρακτηριστικό για μένα, γιατί θεωρώ ότι είναι και μια παρομοίωση για αυτό που ζούμε όλοι οι επιζώντες και οι συγγενείς τρία χρόνια συνεχόμενα. Ανοίγουμε το στόμα μας και δεν έχει μιλιά να βγει.
Εκείνο το βράδυ σίγουρα δεν κατάλαβα τίποτα. Η πρώτη εικόνα που είχαμε — επειδή κατάφερα να πάω στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο αρκετά νωρίς, το εισιτήριό μου γράφει 1:30-2:00 — ήταν ότι ακόμη υπήρχαν απόψεις που μιλούσαν για εκτροχιασμό. Δεν είχαν ενημερωθεί καλά.
Για τη σύγκρουση άκουσα μετά το πρώτο βράδυ. Αλλά ακόμα κι έτσι δεν είχα καταλάβει την έκταση του πράγματος. Μόνο όταν έρχονταν νοσηλευτές στο δωμάτιό μου — με επισκέπτονταν τρεις-τέσσερις φορές τη μέρα — και ο αριθμός των νεκρών ανέβαινε, άρχισα να συνειδητοποιώ.
Η μόνη εικόνα που είχα εκείνο το βράδυ, που μου δημιούργησε την υποψία ότι μπορεί να υπήρχαν νεκροί, ήταν όταν πέρασαν δύο φορεία μπροστά από τον θάλαμό μου με εγκαυματίες, πολύ βαριά εγκαυματίες.
Και όταν μου μίλησε η μητέρα μου, που έφτασε κατά το χάραμα, στις 3:00-4:00, και μου είπε ότι την ώρα που περίμενε να ενημερωθεί σε ποιον θάλαμο θα μπορέσει να με βρει, είχαν αρχίσει να φτάνουν σακούλες με τους νεκρούς.
Ειδικά εκείνο το βράδυ — και τολμώ να πω μέχρι και όταν έφυγα από το νοσοκομείο και ήρθα σε επαφή με τον έξω κόσμο — δεν μπορούσα με τίποτα να τα χωρέσω στο μυαλό μου. Δεν μπορούσε ο νους μου να τα συλλάβει. Πώς όλα τα πράγματα, όλα τα θραύσματα, έφτασαν σε αυτό το σημείο; Δεν μπορούσα να τα καταλάβω.
Τρία χρόνια μετά, μετά την αποκατάστασή μου, μετά από όλα όσα έχουμε ζήσει, όλες τις κατηγορίες και όλη τη φίμωση που έχουμε δεχτεί, για μένα έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει το τοπίο.
Δεν ήταν ένα στιγμιαίο λάθος. Δεν ήταν ένα ανθρώπινο λάθος. Δεν είναι η ευθύνη ενός ανθρώπου. Και δεν μπορούμε να μεταφέρουμε την ευθύνη αυτή λίγους μήνες πίσω. Είναι κάτι που καλλιεργούνταν για χρόνια.
Το κάθε μικρό λιθαράκι που συνέβαλε σε αυτό που αναγκαστήκαμε να ζήσουμε εμείς — και κάποιοι να μη γυρίσουν ποτέ στο σπίτι τους — είναι μια συλλογή από πράγματα, από πολιτικές, από αποφάσεις που λαμβάνονταν πάνω από εμάς και οδήγησαν σε κάτι τόσο μεγάλο.
Τρία χρόνια μετά, με αυτά που έχω δει και με όλες τις συζητήσεις που έχω κάνει, δεν μπορώ να μη δείξω ως υπεύθυνες τις ιδιωτικοποιήσεις. Ο σιδηρόδρομος αυτή τη στιγμή δεν βρίσκεται στα χέρια των ανθρώπων που τον λειτουργούν και γνωρίζουν τις ανάγκες του επαγγέλματός τους και των ανθρώπων που εξυπηρετούν.
Εγώ ήμουν στη μέση του τέταρτου βαγονιού. Μετά τη σύγκρουση βρέθηκα μπροστά, εκεί που ανοίγουν οι πόρτες. Είχα χτυπήσει το κεφάλι μου κατά την πρώτη πρόσκρουση του τέταρτου με το τρίτο βαγόνι και ήμουν αναίσθητος για αρκετή ώρα. Έτσι όπως εκτινάχθηκα, δεν μπόρεσα να προστατεύσω τον εαυτό μου.
Έσπασα τη γνάθο μου σε τρία κομμάτια, έσπασα το δεξί μου χέρι, έσπασα δύο πλευρά στα αριστερά και είχα τραυματικούς πνευμοθώρακες και στους δύο πνεύμονες. Είχαν γεμίσει με φυσαλίδες αέρα.
Οι συνεπιβάτες μου με βρήκαν πλακωμένο από αποσκευές και συντρίμμια. Με εντόπισαν επειδή περίσσευε ένα πόδι — από εκεί κατάλαβαν ότι ήμουν εκεί».
Για το εάν η Πολιτεία στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων
«Όχι. Καθόλου. Σε κανέναν. Ούτε στους τραυματίες, ούτε στους επιζώντες. Και από αυτά που βλέπω και συζητώ, ούτε στους γονείς, ούτε γενικά στους ανθρώπους που έχασαν τους δικούς τους.
Οι μόνες κινήσεις που έγιναν, θεωρώ, ήταν για να ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα σε όσους βρίσκονταν στο νοσοκομείο. Εγώ πέρασα 24 μέρες στο πανεπιστημιακό. Με είχαν επισκεφθεί δύο-τρεις φορές, χωρίς να μου δοθεί κάποια ιδιαίτερη βοήθεια.
Πώς επηρεάστηκε η ζωή μου;
Πήγαν πολύ πίσω οι σπουδές μου. Όταν έχεις σπασμένο χέρι δεν μπορείς να δώσεις μαθήματα. Έχασα δύο γεμάτα εξάμηνα.
Στη δουλειά έμεινα επίσης πολύ πίσω. Ήμουν προγραμματιστής σε μια μικρή εταιρεία, όπου κάναμε όλοι τα πάντα. Τελικά έχασα και αυτή τη δουλειά, ενάμιση χρόνο μετά.
Όποτε χρειαζόταν να λείπω για χειρουργεία, νοσηλεία και αποκατάσταση, η αναρρωτική μου φαινόταν ως ατύχημα εκτός εργασίας. Εκεί ξεκίνησα να απογοητεύομαι».
Η κατάσταση στην οποία μας έφεραν αντιμετωπιζόταν από το κράτος σαν να είχα πάθει ένα απλό τροχαίο.
«Εμείς οι επιζώντες είμαστε σε μια λίγο περίεργη θέση. Και φταίνε όλα. Δηλαδή, φταίει το γεγονός ότι υπάρχουν και άνθρωποι που, ξαναλέω, έχασαν τους δικούς τους ανθρώπους. Οπότε ο κόσμος, μπροστά σε αυτούς και στο δικό μας το βίωμα, λίγο… όχι ότι το βάζει σε δεύτερη μοίρα, αλλά αναγκάζεται να τα ζυγίσει. Και εμείς είμαστε λίγο πιο κάτω.
Οπότε είναι λίγο περίεργο αυτή η εβδομάδα μέσα στον χρόνο, που η φωνή μας ακούγεται, και ύστερα να ξαναψάχνουμε τα πατήματά μας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος δεν μας στέκεται όλον τον χρόνο, όχι μόνο αυτές τις μέρες. Είναι σαν να περιμένει ο κόσμος λίγη καθοδήγηση για να δει πώς μπορεί κι εκείνος να βοηθήσει σε μια κατάσταση στην οποία μας έχουν φέρει και παλεύουμε με όποια μέσα έχουμε — και δεν έχουμε ».
Η στήριξη του κόσμου
«Δεν θα μπορούσαμε, νομίζω, ούτε εμείς οι επιζώντες και οι επιζώσες, ούτε όσοι έχασαν τους δικούς τους ανθρώπους, να συνεχίσουμε αν δεν είχαμε τη στήριξη του κόσμου. Μεγάλο παράδειγμα είναι η απεργία του Πάνο Ρούτσι. Αν δεν είχε τον κόσμο εκεί να τον στηρίζει — το έχει δηλώσει κιόλας — πώς να αντέξεις 23 μέρες χωρίς φαγητό, μόνο με ηλεκτρολύτες;
Αν δεν νιώσεις ηθικά ότι αυτό είναι υποχρέωσή σου και ότι υπάρχουν άνθρωποι από πίσω που περιμένουν από σένα και θέλουν να συνδράμουν, δεν θα πήγαινε πουθενά. Θα είχαμε κλειστεί όλοι στα σπίτια μας».
«Μόνο να μιλάμε μπορουμε »
« Πώς κρατάμε ζωντανή τη μνήμη; Μόνο να μιλάμε μπορούμε. Και μέσα από αυτά που λέμε να προσπαθούμε, πώς να το πω, να δίνουμε μαθήματα.
Εμένα η ζωή μου άλλαξε. Όσο άλλαξε προς το χειρότερο, έχει αρχίσει να αλλάζει προς το καλύτερο. Με έχει κάνει πιο ευαίσθητο. Με έχει μάθει να ακούω και τα προβλήματα του διπλανού μου. Το δυστύχημα στα Τέμπη με έμαθε να βλέπω τη μεγάλη εικόνα.
Για μένα τα Τέμπη δεν είναι απλώς τρεις διεφθαρμένοι πολιτικοί, ούτε δύο μεγαλοεπιχειρηματίες από πίσω. Είναι ένα ολόκληρο οικονομικό και πολιτικό σύστημα που μετράει το κέρδος τριών ανθρώπων πάνω από αυτούς που τους δίνουν τα λεφτά»..
« Ήμασταν 13 ευρώ»
Εγώ εκείνη τη μέρα ήμουν 13 ευρώ για τη Hellenic Train, που τους έδινα για να πάω από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη. Και άλλα 13 ευρώ που θα πλήρωνα μια εβδομάδα μετά για να γυρίσω.
Αυτό πρέπει να γίνουν τα Τέμπη από εδώ και πέρα: ένας αγώνας με έναν σκοπό, για να μην ξανασυμβεί. Έτσι θεωρώ ότι θα κρατήσουμε τη μνήμη όσων άφησαν τις ψυχές τους εκεί μέσα — και μιλάω για εμάς — και όσων άφησαν τη ζωή τους εκεί μέσα.
Ο μόνος τρόπος — ή ένας από τους τρόπους, ένα μεγάλο βήμα σε αυτή τη διαδικασία — είναι να συνδράμουμε ώστε οι τελευταίοι άνθρωποι που θα χρειάζεται, κάθε μαύρη επέτειο, να μιλάνε για να κρατούν τη μνήμη ζωντανή, να είμαστε εμείς.
Ας είμαστε οι τελευταίοι».
