Νέα επιστημονικά ευρήματα ρίχνουν φως στον μηχανισμό που βρίσκεται πίσω από τη σπάνια αλλά σοβαρή επιπλοκή γνωστή ως ανοσοθρομβοπενία με θρόμβωση επαγόμενη από εμβόλιο (VITT), η οποία είχε παρατηρηθεί μετά τη χορήγηση εμβολίων κατά της Covid-19 που βασίζονται σε αδενοϊικούς φορείς.
Η συγκεκριμένη επιπλοκή εκδηλώνεται με σχηματισμό θρόμβων σε συνδυασμό με χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων και σχετίζεται με την παραγωγή αντισωμάτων που ενεργοποιούν τα αιμοπετάλια, στρεφόμενα κατά της πρωτεΐνης PF4 (παράγοντας 4 των αιμοπεταλίων). Ωστόσο, μέχρι πρότινος δεν είχε αποσαφηνιστεί πλήρως ο μηχανισμός που πυροδοτεί αυτή την ανοσολογική αντίδραση.
Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε στο The New England Journal of Medicine και αξιοποίησε προηγμένες μεθόδους γονιδιωματικής ανάλυσης, εξετάστηκαν δείγματα από περισσότερους από 100 ασθενείς με VITT. Οι επιστήμονες εντόπισαν ένα κοινό γενετικό χαρακτηριστικό στα παθολογικά αντισώματα: ένα συγκεκριμένο αλληλόμορφο της ελαφράς αλυσίδας ανοσοσφαιρίνης, το οποίο έφερε μια καθοριστική σωματική υπερμετάλλαξη (K31E).
Το βασικό εύρημα της έρευνας ήταν ότι τα επίμαχα αντισώματα φαίνεται να ξεκινούν από μια φυσιολογική ανοσολογική απόκριση απέναντι στην πρωτεΐνη pVII του αδενοϊού. Σε ορισμένα άτομα με τη συγκεκριμένη γενετική προδιάθεση, η υπερμετάλλαξη αυτή τροποποιεί τη στόχευση του αντισώματος: αντί να αναγνωρίζει την ιική πρωτεΐνη pVII, στρέφεται εσφαλμένα κατά της PF4, προκαλώντας ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων και αυξημένο κίνδυνο θρόμβωσης.
Αξιοσημείωτο είναι ότι όταν οι ερευνητές ανέστρεψαν εργαστηριακά τη συγκεκριμένη μετάλλαξη, επαναφέροντας το αντίσωμα στη βλαστική του μορφή, αυτό έχασε την προθρομβωτική του ικανότητα, τόσο σε πειραματικές συνθήκες όσο και σε δοκιμές σε ζωντανούς οργανισμούς. Το αποτέλεσμα αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι η εν λόγω υπερμετάλλαξη αποτελεί κρίσιμο στάδιο στη μετατροπή μιας φυσιολογικής αντι-ιικής ανοσολογικής αντίδρασης σε παθολογική αυτοάνοση διαδικασία.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η VITT παραμένει εξαιρετικά σπάνια και αφορά πολύ μικρό αριθμό ατόμων με συγκεκριμένο γενετικό υπόβαθρο. Παράλληλα, η βαθύτερη κατανόηση του μηχανισμού μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη πιο στοχευμένων διαγνωστικών εργαλείων, καθώς και στον σχεδιασμό ασφαλέστερων εμβολιαστικών πλατφορμών στο μέλλον.
