website analysis Ιστορίες καλοσύνης / «Είμαστ΄ οι πρώτοι και ακολουθάνε αναστημένοι χίλιοι νεκροί» – Epikairo.gr

Σπαθίζει τις πίκρες ήλιος λαμπρός
στους δρόμους γιορτή
τραγούδια ανεμίζει πλήθος λαός
Κι ένα πουλάκι λαλεί:
Είμαστ’ οι πρώτοι και ακολουθάνε
αναστημένοι χίλιοι νεκροί
Νέοι καιροί ξημερώνουνε πάλι
να η φωτιά να η ζωή!

Το τραγούδι λέγεται “Οι 15 ( Αμνηστεία 64)”.

Οι περισσότεροι που διαβάζουν τώρα, ξέρουν ότι είναι ένα θρυλικό τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου, εμπνευσμένο από την μερική αμνηστία που παραχώρησε η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου το 1964 σε πολιτικούς κρατούμενους του εμφυλίου πολέμου, σε μια προσπάθεια πολιτικής αποσυμπίεσης, χωρίς φυσικά να τολμήσει να νομιμοποιήσει το κομμουνιστικό κόμμα. Οι περισσότεροι έχουμε σιγοτραγουδήσει την πίκρα του στίχου “κοράκου χρώμα τα μαλλιά και ασπρίσανε, απ’ τη μεριά της εξορίας γυρίσανε.” Κάποιοι από μας την έχουνε γευτεί πιθανότατα αυτή την πίκρα, την έχουνε καταπιεί κι έχει ποτίσει το κορμί και τη ζωή τους. Κάποιοι από μας, που είχανε γονιό στην εξορία.

Το πως την πίκρα αυτού του στίχου (πατέρας- γιος πρώτη φορά φιλήθηκαν, γνώρισ’ ο κόσμος τ’ άσπρα μαλλιά θυμήθηκαν – το σπίτι αδειανό, σβησμένη φωτιά, ο κάμπος πληγή, ο τάφος μικρός, η μάνα δε ζει ) την μετουσιώνει ο Σαββόπουλος σε θριαμβευτική ιαχή μ’ ένα πουλάκι που λαλεί, που διαλαλεί “είμαστε οι πρώτοι κι ακολουθάνε αναστημένοι 1000 νεκροί” αυτό φυσικά, είναι το ανεξήγητο, το προφητικό, το μέγα έργο της Τέχνης, όταν στους δύσκολους καιρούς των αποφάσεων αποφασίζει.

Με αναγκάσατε και διάβασα για πρώτη φορά κείμενο του κυρίου Στάθη Καλύβα και είδα πως γεννήθηκε ακριβώς το 1964. Δηλαδή διάβασα αυτό το τελευταίο κείμενο του στην Καθημερινή, με το οποίο προσπαθεί να αποδομήσει το ρίγος που έφερε στην ελληνική κοινωνία η αποκάλυψη των φωτογραφιών των 200 της Καισαριανής.

Και σκέφτηκα βέβαια, ότι αφού είναι ιστορικός με τόσους ακαδημαϊκούς τίτλους, θα ξέρει και τι έγινε στην αμνηστία του 64, θα ξέρει και τι έγινε το Δεκέμβρη του 44, θα ξέρει και τι έγινε την Πρωτομαγιά του του 44 στην Καισαριανή, ίσως ξέρει και τι έγινε τον Αύγουστο του 1944 στην Κοκκινιά, στο Μπλόκο.

Ίσως και να γνωρίζει επίσης ο κύριος Καλύβας ότι 29 Αυγούστου 1949 (πάλι Αύγουστος) έληξε και επίσημα ο εμφύλιος πόλεμος. Και ότι μόλις 18 χρόνια μετά, οι νικητές του εμφυλίου αναγκάστηκαν να κάνουν στρατιωτική δικτατορία για να καταστείλουν τη δύναμη της ηττημένης Αριστεράς. Και ίσως να έχει ακούσει ότι όταν ο ίδιος ήταν εννιά χρονών, κάποιοι φοιτητές στην ταράτσα της Νομικής και στον περίβολο του Πολυτεχνείου, χωρίς να έχουν δει καμία από τις φωτογραφίες των 200 έβαλαν το σώμα τους μπροστά στα γκλομπ και στα πολυβόλα απαιτώντας μια ζωή ελεύθερη κι ωραία, όπως οι πρόγονοι τους της ΕΠΟΝ. Ίσως πάλι να πιστεύει όπως και ο κύριος Γεωργιάδης ότι δεν υπήρχαν νεκροί στο πολυτεχνείο ότι όλα αυτά είναι αποκυήματα της φαντασίας του “εσμού ιστορικών, δημοσιογράφων και δημοσιολογούντων”.

Εδώ είναι ακριβώς το σημείο που με έκανε να ασχοληθώ με τον κύριο Καλύβα. Αυτή η φράση αυτός ο χαρακτηρισμός: “εσμός”. Βλέπετε το ζόρι του κυρίου Καλύβα δεν είναι η ιστορική ακρίβεια που επικαλείται, ούτε η ψυχραιμία στην παρατήρηση των πραγμάτων την οποία συνιστά. Το ζόρι του είναι ότι υπάρχουν κι άλλοι και είναι πολλοί που έχουν κι αυτοί πτυχία “εξωτερικού” που έχουν διδάξει η διδάσκουν τώρα σε ξένα πανεπιστήμια, που έχουν γράψει βιβλία, με τεράστια αποδοχή σε σχέση με την μηδαμινή των βιβλίων του κυρίου Καλύβα.

Και βασικά ότι αυτοί οι άλλοι, που έχουν άποψη απολύτως αντίθετη με αυτή την μίζερη και στενά ταξική δική του οπτική βραβεύονται πχ από την Ακαδημία Αθηνών! Αν συνυπολογίσει δε κανείς ότι ο Κωστής Καρπόζηλος που το βιβλίο του “Ελληνικός κομμουνισμός- μια διεθνική ιστορία (1912- 1974)” βραβεύτηκε πρόσφατα από τον πιο συντηρητικό θεσμό στο χώρο των Γραμμάτων, γεννήθηκε μόλις το 1978, καταλαβαίνει κανείς ακόμα καλύτερα την ένταση της απογοήτευσης του κυρίου Καλύβα.

Δεν θέλω σε καμία περίπτωση να περιορίσω αυτό που θέλω να γράψω ως απάντηση στον κύριο Καλύβα, διότι ξαναλέω με ειλικρίνεια, πρώτη φορά διάβασα γραπτό του.

Εκείνο που θέλω να πω και που πιστεύω ακράδαντα ότι τους τρόμαξε, είναι αυτό που έγραψε ο Σαββόπουλος τόσα χρόνια πριν: “Ειμαστε οι πρώτοι και ακολουθάνε αναστημένοι χίλιοι νεκροί.” Αυτό που μας έφεραν οι 200 όταν σηκώθηκαν από τον τάφο και μας κοίταξαν στα μάτια. Τη σιγουριά ότι “νέοι καιροί ξημερώνουνε πάλι, να η φωτιά, να η ζωή”!

Κι έρχεται μια ομοβροντία μνήμης, να επιβεβαιώσει το Σαββόπουλο, λες και ήταν συνεννοημένοι συγγραφείς και σκηνοθέτες χωρίς φυσικά να γνωρίζουν ότι κάποιος εκεί στο Βέλγιο θα βάλει σε δημοπρασία στο eBay φωτογραφίες κάτι τύπων, που μοιάζουν σα να πηγαίνουν βόλτα, σα να πηγαίνουν τραγουδώντας το πρωί στη δουλειά και σαν να μας κοιτάζουν με κάποια απορία.

Σαν να μας λένε -Καλά εσείς γιατί κλαίτε τώρα; Γιατί γκρινιάζετε; Γιατί δε σηκωνόσαστε όρθιοι; Τι περιμένετε μωρέ;

Πριν λοιπόν, βγουν οι φωτογραφίες των 200 στη δημοσιότητα, έγραφε για χρόνια τη μελέτη του για τους δωσίλογους της κατοχής ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης. Ένα βιβλίο ογκοδέστατο που έγινε μπεστ σέλερ. Και πριν από αυτό, έγραφε το βιβλίο για το Δεκέμβρη και πιο πριν για το ΕΑΜ που “μας έσωσε απ΄ την πείνα”. Και οργανώνει από τότε ο Μενέλαος με μεγάλη επιτυχία και διαρκώς αυξανόμενη συμμετοχή, τους περίφημους πια ιστορικούς περίπατους, στην Αθήνα της Κατοχής και της Αντίστασης.

Πριν δούμε τα πρόσωπα των κομμουνιστών λίγο πριν το απόσπασμα, έγραφε για χρόνια το βραβευμένο βιβλίο του για τον Ελληνικό κομμουνισμό ο Κωστής Καρπόζηλος. Πριν μας κυριεύσει η συγκίνηση των φωτογραφιών έγραψε το συγκλονιστικό βιβλίο της “Επί Σκοπώ πλουτισμού” η Ελισάβετ Χρονοπούλου. Πριν φτάσει στα μάτια μας το περήφανο βήμα των 200, έκανε μελέτη επί 10 χρόνια για την ταινία του “Λευκά Ορη”, τη ζωή του Χανιώτη κομμουνιστή Λευτέρη Ηλιάκη, ο 40χρονος Αλέξανδρος Παπαθανασίου, που είναι κινηματογραφιστής και οπερατέρ στο Imperial College του Λονδίνου.

Και δέκα ολόκληρα χρόνια πριν, βγήκε στις αίθουσες “Το τελευταίο σημείωμα”, η συνταρακτική προφητική ταινία του Παντελή Βούλγαρη και της Ιωάννας Καρυστιάνη. Που λες και είχαν κάποιο μυστικό ραντεβού μεταφυσικού τύπου με τους πραγματικούς 200 της Καισαριανής, λες και τους είχαν βάλει κρυφά μέσα στο τελευταίο τους σημείωμα μια φωτογραφία τους οι νεκροί, για να τη δουν και να τους αποδώσουν τόσο πιστά.

Η νευρική κρίση που προκλήθηκε στους κύκλους της δεξιάς από τις φωτογραφίες αυτές είναι φανερή. Κυμαίνεται από τις φασιστικές υστερίες του Αδωνη Γεωργιάδη μέχρι τις αντικομμουνιστικές κοινοτυπίες του Στάθη Καλύβα.

Όσοι περιφρονούν τους στίχους, τα τραγούδια και την συγκίνηση γενικώς που μας έφεραν αυτές οι φωτογραφίες, αυτό το μείζον γεγονός, είναι φανερό ότι έχουν έλλειμμα συναισθηματικής νοημοσύνης αλλά και πολιτικής παιδείας. Όλοι πια ξέρουμε ότι συγκίνηση δεν είναι όρος μόνο συναισθηματικός αλλά κυρίως βαθιά πολιτικός. Το αποδεικνύει και η ετυμολογία της, συν και κινούμαι. Κινούμαι μαζί με τους άλλους, μόνο έτσι.

Και όπως λέει κι ο Μάρξ στο Κομμουνιστικό μανιφέστο και επιλέγει ο Καρπόζηλος στο οπισθόφυλλο του “ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση, που καταργεί την σημερινή κατάσταση πραγμάτων”.
Την κίνηση των πολλών, τη συγκίνηση.