Φρεντ Σκάλι ονομάζεται ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει ο Μπραντ Πιτ στο φιλμ «The Riders», τα γυρίσματα του οποίου έφεραν τον Χολιγουντιανό σούπερ σταρ στην Υδρα αυτές τις ημέρες. Μολονότι ουδείς εκτός των συντελεστών της ταινίας γνωρίζει τι ακριβώς διαμείβεται στους διαλόγους, ποια κομμάτια από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Αυστραλού συγγραφέα Τιμ Γουίντον συμπεριελήφθησαν στο τελικό σενάριο και τι έμεινε εκτός, στο βιβλίο υπάρχει μια στιχομυθία περί Ελλάδας, ιδανική για μεταφορά στην οθόνη.
Συγκεκριμένα, μπορεί κανείς ελεύθερα να φαντάζεται τον Μπραντ Πιτ να συζητά περί ανέμων και υδάτων με κάποιον γνωστό του, χαλαρά, πίνοντας ουίσκι και μπίρες, σε ένα μπαρ στο Δουβλίνο κ.λπ. Σε αυτό το σκηνικό και σε αυτή τη διάθεση, μεταξύ αμπελοφιλοσοφίας και προσωπικών ανδρικών εξομολογήσεων, ο συνομιλητής ρωτά τον Μπραντ Πιτ/Φρεντ Σκάλι όχι μόνο για το πώς κατέληξε στην Ευρώπη από την πατρίδα του την Αυστραλία, αλλά και ποια ήταν τα highlights του περιπετειώδους βίου του.
Σε μια στιγμή, ο δεύτερος άνδρας εκφράζει τον θαυμασμό του προς τον Σκάλι, λέγοντας: «Ουάου, εσύ έχεις φάει τον κόσμο με το κουτάλι». «Ε, ναι, ρε φίλε – και μάλιστα σχεδόν χωρίς λεφτά, στη φτήνια», απαντά ο πρωταγωνιστής. Και τότε ο άλλος τον ρωτά «και για πες, στην Ελλάδα τι έκανες; Ησουν ξάπλα όλη μέρα και ψηνόσουν στον ήλιο, κατεβάζοντας ξίδια σε εκείνα τα μικρά ποτήρια με τις ομπρελίτσες;».
Ο Σκάλι διασκεδάζει με τα στερεότυπα που αναμασά ο φίλος του. Και, σκασμένος στα γέλια, λέει: «Οχι, δεν ήμουν όλη μέρα ξάπλα και ηλιοθεραπεία. Δούλευα βοηθός σε έναν μαρμαρά, σπρώχνοντας ένα κομμάτι γρανίτη στον ανήφορο. Γούσταρα τρελά. Απίθανη χώρα. Νομίζω ότι η Ελλάδα είναι όπως θα ήταν η Αυστραλία αν την είχαν κατακτήσει οι Ιρλανδοί. Στην Ελλάδα δεν λειτουργεί τίποτα, αλλά κανείς δεν δίνει δεκάρα. Τελειότητα».
To «άβατο καταφύγιο»
Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι το βιβλίο του Τιμ Γουίντον, το οποίο παρεμπιπτόντως είχε συμπεριληφθεί στη βραχεία λίστα των βραβείων Booker το 1995, διαπνέεται από συμπάθεια για την Ελλάδα. Παρά τις εύθυμες αναφορές στην ιδιόμορφη αντίληψη των ντόπιων για την προφορά τοπωνυμίων και ονομάτων στα αγγλικά, η Ελλάδα αποτυπώνεται θετικά στο βιβλίο.
Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα περί αυτού αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα, στο οποίο καταγράφονται οι σκέψεις του Μπραντ Πιτ/Φρεντ Σκάλι, καθώς πασχίζει να αναπαραστήσει νοερά το δρομολόγιο που ακολούθησε η εξαφανισμένη σύζυγός του, έτσι ώστε εκείνος να την αναζητήσει απευθείας στο σημείο όπου θα μπορούσε να βρίσκεται, κρυμμένη ή χαμένη.
«Ηταν υστερική με την ασφάλεια των πτήσεων», υποτίθεται πως συλλογίζεται ο ήρωας, επισημαίνοντας στον εαυτό του ότι «ναι, και γι’ αυτό η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι μια λογική επιλογή. Η γυναίκα μου την ήξερε καλά τη χώρα και τη λάτρευε. Την Υδρα θα την έβλεπε σαν ένα άβατο καταφύγιο, ένα μέρος όπου θα μπορούσε να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη μέσα στο κεφάλι της».
Κατόπιν, ο συγγραφέας σχολιάζει ότι «και ο ίδιος ο Σκάλι αυτό πίστευε για την Ελλάδα: Εάν τα πάντα πήγαιναν κατά διαόλου (σ.σ.: if the shit hit the fan στο πρωτότυπο), πού θα πήγαινε να κρυφτεί μέχρι να περάσει η μπόρα; Μα στην Ελλάδα. Ναι, ναι».
Μια ιστορία αγωνίας
Η Υδρα αποτελεί τον δεύτερο σταθμό για το «The Riders», καθώς η παραγωγή έχει ήδη ολοκληρώσει την πρώτη φάση των γυρισμάτων στην Ιρλανδία. Συγκεκριμένα, την προηγούμενη εβδομάδα οι κάμερες έγραφαν σε διάφορα σημεία του Δουβλίνου, στο Γουίκλοου, το Κορκ, το Κέρι κ.α.
Η απόβαση της παραγωγής στην Υδρα
Το όνομα του Μπραντ Πιτ είναι από μόνο του αρκετό για να κατατάξει την ταινία «The Riders» μεταξύ των σημαντικών και φιλόδοξων εν τω γίγνεσθαι project του Χόλιγουντ την τρέχουσα περίοδο. Εκτός του Πιτ -ο οποίος κατέχει επίσης την ιδιότητα του συμπαραγωγού, όπως συχνά συμβαίνει τα τελευταία χρόνια- στο καστ της ταινίας μετέχουν, μεταξύ άλλων, η γνωστή κυρίως από τη σειρά «Νόμος και Τάξη» Τζούλιαν Νίκολσον, καθώς και μία από τις κορυφαίες σύγχρονες Γαλλίδες ηθοποιούς, η Καμίλ Κοτέν. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Ελβετοαυστριακός Εντβαρντ Μπέργκερ, ο οποίος έχει δείξει τις ικανότητες και την αισθητική του σε ταινίες όπως το «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο», το «Κονκλάβιο» κ.ά.
Στο καστ μετέχουν η γνωστή από τη σειρά «Νόμος και Τάξη» Τζούλιαν Νίκολσον, καθώς και μία από τις κορυφαίες σύγχρονες Γαλλίδες ηθοποιούς, η Καμίλ Κοτέν
Το σενάριο του «The Riders» αποτελεί διασκευή του ομότιτλου μυθιστορήματος μυστηρίου και αγωνίας, έργο του Αυστραλού συγγραφέα Τιμ Γουίντον. Στον πυρήνα της ιστορίας τίθεται η απεγνωσμένη αναζήτηση του κεντρικού χαρακτήρα Φρεντ Σκάλι, ένας Αυστραλός που αποφασίζει να εγκατασταθεί σε μια παλιά αγροικία στην Ιρλανδία, την οποία επισκευάζει, καθαρίζει και προετοιμάζει μόνος του, προτού υποδεχθεί τη σύζυγο και την κόρη του για να αρχίσουν ένα νέο κεφάλαιο στην οικογενειακή τους ζωή.
Το σενάριο βασίζεται στο μυθιστόρημα «The Riders» του Τιμ Γουίντον, που ήταν υποψήφιο για βραβείο Booker το 1995
Εντελώς ανεξήγητα, ωστόσο, στην Ιρλανδία προσγειώνεται μόνο η κόρη του – και έτσι ξεκινά το ξέφρενο δρομολόγιο του πρωταγωνιστή, ο οποίος ψάχνει τη γυναίκα του από τη μια άκρη της Ευρώπης στην άλλη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, της μικροσκοπικής Υδρας, με την οποία υπάρχει σύνδεση των κεντρικών χαρακτήρων από τη νεότητά τους. Στο βιβλίο αναφέρεται επίσης η Αθήνα και η Πάτρα, ασχέτως εάν στην τελική εκδοχή του φιλμ θα υπάρχουν σκηνές γυρισμένες επιτόπου στις δύο πόλεις ή όχι.
Σούπερ σταρ και αντι-σταρ
Η έλευση και η παραμονή του Μπραντ Πιτ στην Υδρα αναπόφευκτα φέρνει μια αύρα αυθεντικού A-class celebrity στην Ελλάδα. Οσο πρόχειρα και ατημέλητα κι αν ντύνεται, όσο ανεπιτήδευτα και αν φέρεται, παραμένει μία από τις αρχέτυπες υπερ-διασημότητες, με κυριολεκτικά οικουμενική λάμψη και επιρροή.
Η έλευση του 63χρονου Μπραντ Πιτ στην Υδρα φέρνει μια αύρα αυθεντικού A-class celebrity, όσο πρόχειρα και ατημέλητα κι αν ντύνεται
Αν μη τι άλλο, πρόκειται για έναν εξαιρετικά ταλαντούχο ηθοποιό, πολυβραβευμένο, ενώ η συμβολή του στην ποπ κουλτούρα είναι τεράστια – και υπό διαφορετικές ιδιότητες δεδομένου ότι βρίσκει πάντα τον τρόπο να πρωταγωνιστεί, είτε ερμηνεύει τον κεντρικό ρόλο στις ταινίες του είτε όχι. Το ένα από τα δύο Οσκαρ του τού απονεμήθηκε για τον Β’ Ανδρικό Ρόλο στο «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» του Κουέντιν Ταραντίνο, δίπλα στον Λεονάρντο ντι Κάπριο. Και το δεύτερο Οσκαρ, ο Πιτ το κατέκτησε ως παραγωγός της σπουδαίας ταινίας «12 χρόνια σκλάβος».
Η περίπτωσή του είναι ένα αληθινό μυθιστόρημα επιτυχίας. Σήμερα είναι ένας ζάπλουτος αστέρας της σόουμπιζ, ένας από τους Μίδες του Χόλιγουντ, από εκείνους που σχεδόν δεν είναι δυνατόν να αποτύχουν. Χάρη στις ερμηνείες του, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους θρύλους του σύγχρονου, εμπορικού έστω, κινηματογράφου – αν και θα αρκούσε το σεμινάριο υποκριτικής στο αλλόκοτο «Η απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον» ως χαρακτηριστικό δείγμα των ικανοτήτων του να μεταμορφώνεται μπροστά στην κάμερα.
Ακόμη και ένα φιλμ εξ ορισμού απύθμενα ρηχό όπως το «F1», χάρη στον Μπραντ Πιτ και το αισθητήριό του για την αληθοφάνεια και την ποιότητα, μετατράπηκε σε μια αξιοπρεπή ταινία δράσης, ενώ κάλλιστα θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε μια καταγέλαστη παρωδία, όπως έχει συμβεί κατά κόρον στο παρελθόν με αντίστοιχες απόπειρες να μεταφερθεί ο κόσμος των αγώνων ταχύτητας στον κινηματογράφο.
Εξυπακούεται, δε, ότι για τον Μπραντ Πιτ μιλούν οι ερμηνείες του στο «Seven», στο «Αδωξοι Μπάσταρδη», στο «Fight Club», στη «Συνέντευξη με έναν βρικόλακα», σε δράματα, σε κωμωδίες – σε οτιδήποτε, από έπη μέχρι διαφημίσεις και περάσματα από τηλεοπτικές σειρές, όπως τα «Φιλαράκια».
Παραλλάσσοντας την παραστατική παρομοίωση του Μίκη Θεοδωράκη, ότι κάποτε ένιωθε «σαν τάνκερ στη λίμνη των Ιωαννίνων», η απόβαση που πραγματοποιήθηκε στην Υδρα τις προηγούμενες εβδομάδες, με δεκάδες τόνους ογκώδους και πανάκριβου εξοπλισμού, σκηνικών κ.λπ., με εκατοντάδες συντελεστές και κομπάρσους για τις ανάγκες των γυρισμάτων της ταινίας «The Riders», συνιστά απλώς την άμεσα ορατή αλλαγή στην καθημερινότητα του νησιού. Ο πραγματικός και ουσιαστικός καταλύτης για την άμεση και έμμεση διαφήμιση της Υδρας -η οποία δεν ήταν ποτέ αμελητέα ούτως ή άλλως- είναι ο Μπραντ Πιτ: ένα υπερόπλο μαζικής προβολής.
Κι όμως, παρά την αχαλίνωτη, κατά συρροή επιτυχία του, τη διαδοχή των ερωτικών περιπετειών του με παρομοίου βεληνεκούς σταρ (Γκουίνεθ Πάλτροου, Τζένιφερ Ανιστον, Αντζελίνα Τζολί), ο Μπραντ Πιτ μοιάζει σαν να μην τον άγγιξε ποτέ η αναπόδραστη ξιπασιά.
Στα 63 του χρόνια και ενώ βρίσκεται σε σκληρή δικαστική διαμάχη με την Τζολί για το ονειρικό κτήμα Σατό Μιραβάλ του μισού δισ. ευρώ (γνωστή και ως «Ο πόλεμος των Ροζέ», οινο-λογοπαίγνιο, πάνω στον «Πόλεμο των Ρόουζ»), ενώ τουλάχιστον τα μισά από τα 6 παιδιά του τον μισούν και τον αποκηρύσσουν, εκείνος φαίνεται να μην είναι πολύ διαφορετικός άνθρωπος από εκείνο τον νεαρό, επίδοξο σταρ της δεκαετίας του ’80. Κάποιον μη προνομιούχο, που ξεκίνησε, όπως αμέτρητοι 20άρηδες Αμερικανοί για να κυνηγήσει το όνειρό του στο Χόλιγουντ.
Βέβαια, ο συγκεκριμένος είχε ως προσόν το δώρο της βιολογίας, μια καθηλωτική φυσική γοητεία και παρουσιαστικό μοντέλου. Ομως, οι τσέπες του ήταν ανυπόφορα άδειες. Αφησε το Μιζούρι και χρειάστηκε να κάνει μεροκάματα ως μασκότ σε ταχυφαγείο ντυμένος κοτόπουλο μέχρι να βρεθεί στο πλατό του «Θέλμα και Λουίζ». Εως ότου, δηλαδή, η βιομηχανία του θεάματος συνειδητοποιήσει το χρυσωρυχείο που κρυβόταν πίσω από το πρόσωπο, πίσω από τους κοιλιακούς-φέτες, πίσω από το ζωντανό άγαλμα.
Η ντίβα Υδρα
Ενα γεγονός που επιβεβαιώνει την αντι-σταρ προσέγγισή του είναι ότι ο Μπραντ Πιτ επέλεξε ένα απόμερο, μικρό ξενοδοχείο, στις Πλάκες Βλυχού της Υδρας, προκειμένου να απομονώνεται, κατά το δυνατόν εν πλήρη ηρεμία, μαζί με τη σύντροφό του, την Ινές ντε Ραμόν.
Το δωμάτιο του Μπραντ Πιτ στο μικρό ξενοδοχείο στις Πλάκες Βλυχού
Σε ό,τι αφορά όμως την ευρύτερη απόβαση και την προσωρινή κατάληψη της Υδρας από τα κινηματογραφικά συνεργεία, τα γυρίσματα γίνονται σε διάφορα, χαρακτηριστικά σημεία μέσα στο εντελώς ιδιαίτερο τοπίο του οικισμού, όπως και σε πάρα πολλά κτίρια, τα οποία επελέγησαν και προσωρινά «αναπαλαιώθηκαν», ώστε να προσαρμοστούν στις ζητούμενες σκηνογραφικές προδιαγραφές. Με αποκορύφωμα ίσως το περίφημο, επιβλητικό κτίριο της Σχολής Καλών Τεχνών, ένα περήφανο και εμβληματικό κτίριο που ανθίσταται στον χρόνο με πείσμα αλλά και ασύγκριτη χάρη, τιμώντας τη μνήμη του αρχικού ιδιοκτήτη, του ναυάρχου Τομπάζη.
Γυρίσματα στο επιβλητικό κτίριο της Σχολής Καλών Τεχνών: το μαύρο πανί αποτρέπει την είσοδο του φυσικού φωτός στη σκηνή
Η παραγωγή του «The Riders» στην ουσία προσθέτει ένα επιπλέον, ασφαλώς περίοπτο, αλλά σε καμία περίπτωση το πρώτο, επεισόδιο στην ήδη πλούσια κινηματογραφική ιστορία του νησιού. Διότι η Υδρα αποτελεί διαχρονικά περιζήτητο, ατμοσφαιρικό προορισμό για δεκάδες φιλμ και τηλεοπτικές παραγωγές.
Το νησί αποθεώθηκε φυσικά χάρη στον γλυπτό, διάπυρο αισθησιασμό της Σοφίας Λόρεν στην ταινία «Το παιδί και το δελφίνι» του 1957. Πιθανότατα, ούτε οι πλέον ευλαβείς ρέκτες της ιστορίας του κινηματογράφου να μη θυμούνται πολλές λεπτομέρειες της υπόθεσης. Κανείς, όμως, από τα εκατομμύρια των θεατών του συγκεκριμένου φιλμ δεν πρόκειται να ξεχάσει ποτέ τη σκηνή που το κορμί της Σοφίας Λόρεν, τότε μόλις 23 ετών και στο ζενίθ της υπερχειλίζουσας σεξουαλικότητάς της, αναδυόταν μέσα από τη θάλασσα με το φόρεμα κολλημένο πάνω της, σαν δεύτερο δέρμα.
Εντούτοις, δέκα ολόκληρα χρόνια πριν, το 1947, και ενώ η Ελλάδα βρισκόταν στη δίνη του Εμφυλίου, η Φίνος Φιλμς είχε γυρίσει στην Υδρα το μεγαλύτερο μέρος της «Μαρίνας», ενός λαϊκού αισθηματικού δράματος, σε σενάριο Αλέκου Σακελλάριου και με πρωταγωνιστές τον Δημήτρη Μυράτ, τη Στέλλα Γκρέκα και τον πρωτοεμφανιζόμενο τότε Λάμπρο Κωνσταντάρα.
«Filmed on location in Hydra»
Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι παραγωγές εξακολούθησαν να επισκέπτονται τακτικά την Υδρα, αναδεικνύοντάς τη σε hot spot της 7ης τέχνης, σε οποιαδήποτε έκφανσή της. Ενδεικτικά και εντελώς δειγματοληπτικά, ανάμεσα σε δεκάδες φιλμ, ντοκιμαντέρ, σίριαλ κ.λπ. με την ένδειξη «Filmed on location in Hydra, Greece» εν είδει σφραγίδας, κυκλοφόρησαν παραγωγές περισσότερο ή λιγότερο γνωστές, περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές και εμπορικά επιτυχημένες, με τίτλους όπως «Φαίδρα» (του 1962, με τη Μελίνα Μερκούρη και τον Αντονι Πέρκινς), «Το νησί της Αγάπης», «Πολκ», «Μάριαν και Λέοναρντ: Λόγια αγάπης», το συγκινητικό ντοκιμαντέρ για τον έρωτα του εξαίσιου ροκ τραγουδοποιού και μόνιμου κατοίκου Υδρας Λέοναρντ Κοέν, η κομεντί «Ταξίδι στην Ελλάδα», αλλά και δεκάδες ελληνικές ταινίες, όπως «Ο έρωτας του Οδυσσέα» του Βασίλη Βαφέα με τον Κώστα Βουτσά σε ένα ρεσιτάλ ηθοποιίας, καθώς και εμπορικές κωμωδίες μαζικής κατανάλωσης, με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα σε ώριμη ηλικία πλέον («Κρίμα το μπόι σου», «Ο Φαφλατάς», «Ο Τρελοπενηντάρης»), τα «Κορίτσια για φίλημα» κ.ά.
Οπως και να ’χει, η αρχοντική και ηρωική Υδρα, ένα νησί-σύμβολο της Ελλάδας, με μια πανίσχυρη ιστορική και πολιτιστική παράδοση, πάντα υποδεχόταν και δάνειζε πρόθυμα την ξεχωριστή ομορφιά της στον κόσμο του θεάματος. Δημιουργώντας μια σχέση που, όπως επιβεβαιώνεται από το «The Riders», αποφέρει στην Υδρα ένα όφελος μη μετρήσιμο: Το να θεωρείται, από εκατομμύρια δυνάμει επισκέπτες της, ένας ονειρικός προορισμός, ένα από εκείνα τα μέρη που βρίσκονται στις πρώτες θέσεις καταλόγων του είδους «Τα 10/50/100 κ.ο.κ. σημεία πάνω στη Γη που δεν επιτρέπεται να μην έχεις επισκεφθεί τουλάχιστον μία φορά στη ζωή σου».
Φωτογραφίες: Παναγιώτης Κουφαλέξης, Getty images / Ideal image
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
