Ο Ντόναλντ Τραμπ σφίγγει τον κλοιό γύρω από το Ιράν, συγκεντρώνοντας στρατιωτικές δυνάμεις. Η Τεχεράνη, ωστόσο, δεν μένει άπραγη χαράσσοντας τη δική της στρατηγική.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ και ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ / Φωτογραφίες αρχείου: AP /Ben Curtis – Office of the Iranian Supreme Leader
Όπως γράφει το Newsweek, το Ιράν σχεδιάζει τη στρατηγική του προκειμένου να αντέξει μια ενδεχόμενη επέμβαση και να κερδίσει χρόνο απέναντι σε μια αμερικανική κυβέρνηση γνωστή για την προτίμησή της σε γρήγορες και ξεκάθαρες νίκες.
Το δημοσίευμα τιτλοφορείται ως «Πώς το Ιράν προετοιμάζεται να αντέξει περισσότερο από τον Τραμπ σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο».
Ο πρώην επικεφαλής του τμήματος Ιράν της Διεύθυνσης Έρευνας και Ανάλυσης των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων και νυν ανώτερος ερευνητής στο Πρόγραμμα Ιράν και Σιιτικού Άξονα του Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας αναφέρει: «Παρά τα σημαντικά επιχειρησιακά επιτεύγματα του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών στην πρόσφατη εκστρατεία κατά του Ιράν, στρατηγικά, ελάχιστα έχουν αλλάξει».
«Το Ιράν εισήλθε στη σύγκρουση με μια πυραυλική δύναμη που είχε κατασκευάσει ακριβώς για αυτό το σενάριο», είπε. «Ενώ οι πυρηνικές του εγκαταστάσεις υπέστησαν σοβαρές ζημιές, η Τεχεράνη διατηρεί υλικό υψηλής εμπλουτισμού και, τουλάχιστον δυνητικά, την ικανότητα να επαναλάβει τον εμπλουτισμό – ακόμη και αν αρχικά σε μη βιομηχανική κλίμακα», πρόσθεσε.
Όπως γράφει το
πυρηνικό χαρτί δεν είναι ο μόνος άσσος στο μανίκι του Ιράν. «Το πιο σημαντικό
είναι ότι το Ιράν μαθαίνει. Για να μεγιστοποιήσει τη ζημιά σε μια μελλοντική
αντιπαράθεση, η Τεχεράνη θα προσαρμοστεί. Θα ενισχύσει περαιτέρω και θα
διασπείρει τις εγκαταστάσεις, θα βελτιώσει την πλεονάζουσα ικανότητα και θα
διασφαλίσει τη επιχειρησιακή συνέχεια, έτσι ώστε ακόμη και αν πληγούν ορισμένα
συστήματα, η ευρύτερη αρχιτεκτονική να παραμείνει λειτουργική. Και υπάρχουν
δυνατότητες που το Ιράν δεν αξιοποίησε πλήρως στον προηγούμενο γύρο».
Η ανάλυση, μεταξύ άλλων, εξηγεί ότι το Ιράν δεν αποτελεί εύκολο αντίπαλο, με μια ενδεχόμενη σύγκρουση να καθίσταται πιο περίπλοκη και κοστοβόρα λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας, των στρατιωτικών δυνατοτήτων αλλά και του δικτύου συμμάχων στη Μέση Ανατολή.
Ειδικοί και αναλυτές αναφέρουν ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να διαταράξει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, ένα σενάριο που θα είχε άμεσες συνέπειες στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Διατηρεί σημαντικό αριθμό πυραύλων μικρού βεληνεκούς, παράκτια αντιπλοϊκά συστήματα και μέσα ασύμμετρου ναυτικού πολέμου που θα μπορούσαν να στοχεύσουν αμερικανικά πλοία στην περιοχή.
Παρότι ο λεγόμενος «Άξονας της Αντίστασης» έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ τον Οκτώβριο του 2023, οι οργανώσεις αυτές εξακολουθούν να διαθέτουν επιχειρησιακή ικανότητα. Οι Χούθι, από την άλλη, έχουν ήδη δείξει ότι μπορούν να επιτεθούν σε πλοία στην Ερυθρά θάλασσα, αυξάνοντας το κόστος μεταφορών και προκαλώντας αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Στην Ουάσιγκτον, ωστόσο, δεν είναι σαφές ποιος είναι ο τελικός στόχος μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει με σαφήνεια τη στρατηγική της, ενώ οι πιέσεις από πιο «σκληρές» φωνές στο πολιτικό σύστημα ενδέχεται να περιορίζουν τα περιθώρια υπαναχώρησης του προέδρου.
Από την άλλη πλευρά, η ιρανική ηγεσία φαίνεται να «ακούει» δύο αντικρουόμενες πλευρές με την σκληροπυρηνική να ενισχύει τη θέση της. Όπως αναφέρει ο Νέιτ Σουάνσον, πρώην ρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και διευθυντής του Iran Strategy Project στο πρόγραμμα Scowcroft Middle East Security Initiative του Atlantic Council: «Γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ και ενδέχεται να επιδιώξουν μια γρήγορη έξοδο αν θεωρήσουν ότι ένα αμερικανικό πλήγμα θα είναι κυρίως συμβολικό», ανέφερε ο Σουάνσον. «Ωστόσο, το Ιράν γνωρίζει επίσης ότι τα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα εντός του εδάφους του γίνονται ολοένα και πιο συχνά και είναι πιθανό να συνεχιστούν, εφόσον δεν αλλάξει η αμερικανική προσέγγιση».
«Ως αποτέλεσμα, φαίνεται να ενισχύεται εντός της ιρανικής κυβέρνησης ένα ρεύμα που πιέζει για σκληρή αντεπίθεση και επιβολή απτών συνεπειών στις ΗΠΑ», πρόσθεσε. «Το Ιράν μπορεί να μην είναι σε θέση να κερδίσει έναν πόλεμο, αλλά αν καταφέρει να προκαλέσει σημαντικό πλήγμα στις ΗΠΑ, είτε με απώλειες Αμερικανών είτε με αύξηση των τιμών της ενέργειας, αυτό ίσως αρκεί για να αλλάξει τους υπολογισμούς του προέδρου Τραμπ. Πρόκειται για ένα πιθανό, αλλά εξαιρετικά ριψοκίνδυνο στοίχημα από πλευράς Ιράν».
Το ιρανικό δόγμα της απορρόφησης πλήγματος, της ανταπόδοσης με πυραυλικές επιθέσεις και της αξιοποίησης ασύμμετρων μορφών πολέμου διαμορφώθηκε στην πρώτη μεγάλη δοκιμασία του καθεστώτος, λίγο μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Η επανάσταση, υπό τον αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, προκάτοχο του Αλί Χαμενεΐ, ανέτρεψε τη φιλοδυτική μοναρχία. Έναν χρόνο αργότερα, το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε μαζικά στη γειτονική χώρα, τη στιγμή που το Ιράν βρισκόταν ακόμη σε φάση επαναστατικής μετάβασης. Ο πόλεμος στοίχισε ζωές και από τις δύο πλευρές.
Η εμπειρία εκείνου του πολέμου παραμένει θεμέλιο της ιρανικής στρατηγικής μέχρι σήμερα.Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η ιρανική ηγεσία είτε μπλοφάρει, ποντάροντας στον φόβο της Ουάσιγκτον για γενικευμένο πόλεμο, είτε πιστεύει πραγματικά ότι αν πλήξει έγκαιρα αμερικανικά συμφέροντα, ακόμη και με απώλειες, θα δημιουργήσει πολιτικό και οικονομικό κόστος ικανό να αναγκάσει τον Τραμπ σε αναδίπλωση. Το ρίσκο, ωστόσο, είναι υψηλό καθώς τυχόν απώλειες Αμερικανών θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακόμη σκληρότερη αντίδραση από την Ουάσιγκτον.
Πέρα από τις ΗΠΑ και το Ιράν, καθοριστικό ρόλο παίζουν και οι χώρες της περιοχής. Τουρκία και αραβικά κράτη του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, εμφανίζονται επιφυλακτικά απέναντι σε μια νέα σύγκρουση, φοβούμενα τόσο ιρανικά αντίποινα σε κρίσιμες υποδομές όσο και το ενδεχόμενο αποσταθεροποίησης του ίδιου του ιρανικού καθεστώτος, που θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερο χάος.
Παρά τις βαθιές διαφορές τους με την Τεχεράνη, προτιμούν τη διατήρηση της ισορροπίας από μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό των ΗΠΑ υπάρχουν πιέσεις για πιο σκληρή στάση, ενώ το Ισραήλ τάσσεται υπέρ μιας πιο αποφασιστικής αντιμετώπισης.
Το βασικό ερώτημα για την Ουάσιγκτον δεν είναι μόνο αν μπορεί να πλήξει ξανά το Ιράν, αλλά αν ένα τέτοιο βήμα θα οδηγήσει σε στρατηγικό όφελος ή σε μια ευρύτερη, πιο δαπανηρή και απρόβλεπτη περιφερειακή σύγκρουση, σε μια περιοχή όπου οι κρίσεις σπάνια μένουν περιορισμένες.
