Η νεότητα κάποτε ήταν υπόσχεση. Σήμερα μοιάζει με παρατεταμένη αναμονή. Η πρόσφατη έρευνα της Prorata για τη νεολαία, που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς και της Left in the European Parliament, δίνει λέξεις σε ένα συναίσθημα που βιώνεται ευρέως αλλά σπάνια διατυπώνεται καθαρά: οι νέοι και οι νέες δε ζουν αυτή τη φάση της ζωής τους ως μια περίοδο ελευθερίας και πειραματισμού, αλλά ως μια «μπλοκαρισμένη μετάβαση» προς την ενήλικη ζωή. Όχι γιατί δεν προσπαθούν, αλλά γιατί τα βασικά κατώφλια αυτονομίας – σπουδές, δουλειά, σπίτι, οικογένεια – μοιάζουν να απομακρύνονται.
Οι αφηγήσεις των συμμετεχόντων συγκλίνουν σε μια φράση: «Δεν νιώθω παιδί, αλλά ούτε και κανονικός ενήλικας». Είναι αυτό το παράξενο ενδιάμεσο. Δεν είναι απλώς κοινωνική κατάσταση· είναι ψυχολογική εμπειρία.
Δουλεύεις, αλλά δεν φτάνει. Θέλεις να φύγεις από το πατρικό σου, αλλά οι συνθήκες δεν το επιτρέπουν. Κάνεις σχέδια με μολύβι, και όχι με στυλό. Δεν είναι τυχαίο ότι 6 στους 10 νέους/ες εξακολουθούν να στηρίζονται οικονομικά στην οικογένειά τους. Έτσι αρχίζει να εγκαθίσταται μια εσωτερική αμφιβολία.
Η σύγκριση με προηγούμενες γενιές, ή ακόμη και με συνομηλίκους, εντείνει αυτό το συναίσθημα. Και σιγά-σιγά μετατρέπεται σε προσωπικό βάρος. Το «για πάντα νέοι» περιγράφει μια εποχή όπου ωριμάζουμε μέσα από πίεση, αλλά δεν ενηλικιωνόμαστε κοινωνικά.
Μαθαίνουμε να αντέχουμε, να προσαρμοζόμαστε. Αυτό το «κολλημένο» δεν είναι τεμπελιά, ούτε έλλειψη φιλοδοξίας. Είναι η πίεση να φέρεσαι ως ενήλικας χωρίς να έχεις τα εργαλεία να σταθείς αυτόνομα. Και η διαρκής επισφάλεια αφήνει ψυχικό αποτύπωμα: εξάντληση, θυμό, φόβο.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι αυτό το βίωμα δεν είναι μεμονωμένο. Είναι κοινό. Κι όμως, βιώνεται συχνά στη σιωπή.
Ο καθένας και η καθεμία πιστεύει ότι ίσως δεν προσπαθεί αρκετά, ότι κάτι κάνει λάθος. Εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη ψυχολογική πίεση: όταν η αβεβαιότητα της εποχής εσωτερικεύεται ως ατομική αποτυχία.
Το να νιώθεις ότι η ζωή σου δεν έχει ξεκινήσει «κανονικά» δεν είναι ένδειξη ανωριμότητας. Είναι συνέπεια μιας συνθήκης που καθυστερεί την αυτονομία χωρίς να προσφέρει σταθερό έδαφος. Και όσο η μετάβαση παρατείνεται, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι βρίσκεσαι φιλοξενούμενος στη δική σου ζωή.
Αν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου σε αυτές τις σκέψεις, δεν είσαι μόνος. Δεν είσαι μόνη. Αυτό που βιώνεται ως προσωπική αγωνία είναι, στην πραγματικότητα, εμπειρία γενιάς.
Η έρευνα της Prorata δεν έρχεται απλώς να περιγράψει μια κοινωνική πραγματικότητα. Έρχεται να λειτουργήσει ως καθρέφτης. Να δείξει πως δεν πρόκειται για ατομική αδυναμία, αλλά για αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης οικονομικής και κοινωνικής επισφάλειας.
Ίσως η κατανόηση αυτή να είναι το πρώτο βήμα για να πάψουμε να ζούμε σε αναμονή – και να διεκδικήσουμε μια ενηλικίωση που δεν θα μοιάζει με διαρκή δοκιμαστική περίοδο. Γιατί το μέλλον δεν μπορεί να παραμένει σε αναστολή.
