website analysis Ο Τραμπ σχεδιάζει πλήγμα στο Ιράν, αλλά δεν εξηγεί «γιατί» ή «γιατί τώρα» – Epikairo.gr

Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους ο νεότερος ξεκίνησε τις προετοιμασίες για την εισβολή στο Ιράν, περιόδευε σε όλη τη χώρα διακηρύσσοντας ότι η κυβέρνηση του Σαντάμ Χουσεΐν, και το οπλοστάσιό της, αποτελούσαν μη αποδεκτή απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε ομιλία του στο Σινσινάτι τον Οκτώβριο του 2022, προειδοποίησε ότι το Ιράκ θα μπορούσε να επιτεθεί στις ΗΠΑ «οποιαδήποτε μέρα» με χημικά ή βιολογικά όπλα. Παρουσίασε δε την κρισιμότητα των στιγμών με την Κρίση των Πυραύλων της Κούβας, το 1962, τονίζοντας ότι η απραξία «είναι η πιο ριψοκίνδυνη επιλογή».

Τα περιοσσότερα επιχειρήματα του Μπουν αποδείχθηκαν αποκυήματα φαντασίας, που είχαν βασιστεί σε επιλεκτικές πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών και σε ορισμένες περιπτώσεις σε εντελώς ψευδείς ισχυρισμούς. Ο πόλεμος που ακολούθησε χαρακτηρίζεται σήμερα από πολλούς ιστορικούς ένα από τα σοβαρότερα στρατηγικά λάθης της Αμερικής στη σύγχρονη εποχή. 

Σε αντίθεση με τον Μπους όμως, που επικαλέστηκε τουλάχιστον ψευδή επιχειρήματα, ο Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump), εν όψει της απόφασης για το αν θα εξαπολύσει μια δεύτερη μεγάλη στρατιωτική επίθεση στο Ιράν σε διάστημα μικρότερο του ενός έτος, δεν παρουσίασει κανένα επιχείρημα που να δικαιολογεί τα σχέδιά του.

Αρχική / Κόσμος Ο Τραμπ σχεδιάζει πλήγμα στο Ιράν, αλλά δεν εξηγεί «γιατί» ή «γιατί τώρα» Σπανίως στη σύγχρονη εποχή οι ΗΠΑ έχουν απειλήσει να προχωρήσουν σε τόσο ισχυρή στρατιωτική δράση εναντίον μιας άλλης χώρας χωρίς να εξηγήσουν τους λόγους 
10:07, 20.02.2026 Your browser does not support the audio element.

Έχει ωστόσο συγκεντρώσει δύο «αρμάδες» αεροπλανοφόρων, δεκάδες μαχητικά αεροσκάφη, βομβαρδιστικά και αεροσκάφη ανεφοδιασμού σε απόσταση βολή από το Ιράν και απειλεί την Τεχεράνη με μια νέα επίθεση. Κι αυτό χωρίς να «αποκαλύπτει» ποια είναι η απειλή, ούτε να εξηγεί γιατί πρέπει να πλήξει εκ νέου το Ιράν αφού μόλις πριν από μερικούς μήνες ισχυρίστηκε ότι οι ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις έχουν «εξαλειφθεί».

Παρότι δε ο πρόεδρος Τραμπ εστιάζει κατά κύριο ρόλο στο πρόγραμμα πυρηνικών όπλων του Ιράν, κατά καιρούς ο ίδιος και οι συνεργάτες του έχουν αναφερθεί και σε άλλους λόγους για τυχόν στρατιωτική δράση: την προστασία των διαδηλωτών μετά τη βίαια καταστολή των αντικυβερνητικών κινητοποιήσεων από το καθεστώς, την εξάλειψη των πυραύλων που μπορεί να χρησιμοποιήσει η Τεχεράνη κατά του Ισραήλ και τον τερματισμό της ιρανικής στήριξης προς τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ.

Εδώ εγείρεται βέβαια το ερώτημα εάν η στρατιωτική ισχύς -το «σφυρί που κραδαίνει τόσο εύκολα ο Τραμπ- μπορεί να επιτύχει αυτούς τους στόχους. Το μεγαλύτερο μέρος του ουρανίου του Ιράν που πλησιάζει σε επίπεδο εμπλουτισμού τέτοιο ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή όπλων βρίσκεται ήδη θαμμένο μετά το τελευταίο αμερικανικό πλήγμα τον Ιούνιο. Ενώ δεν είναι κατανοητό πώς μια αεροπορική επίθεση θα βοηθούσε τους διαδηλωτές σε όλη τη χώρα ή αν θα έπειθε το Ιράν να σταματήσει τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει διατυπώσει ποτέ με σαφήνεια τους στόχους του, αντιθέτως περιορίζεται σε ασαφή σύντομα σχόλια. Επίσης, σε καμία ομιλία του δεν έχει προετοιμάσει την αμερικανική κοινή γνώμη για μια επίθεση σε μια χώρα περίπου 90 εκατομμυρίων κατοίων και δεν έχει ζητήσει την έγκριση του Κογκρέσου. Δεν έχει εξηγήσει γιατί επέλεξε να αντιμετωπίσει τώρα το Ιράν και όχι, για παράδειγμα, τη Βόρεια Κορέα, η οποία μετά τις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις 

Ο πρόεδρος δεν έχει εκφωνήσει ομιλίες που να προετοιμάζουν το αμερικανικό κοινό για μια επίθεση σε μια χώρα περίπου 90 εκατομμυρίων ανθρώπων και δεν ζήτησε έγκριση από το Κογκρέσο. Δεν έχει εξηγήσει γιατί επέλεξε αυτή τη στιγμή για να αντιμετωπίσει το Ιράν αντί, για παράδειγμα, της Βόρειας Κορέας, η οποία μετά τις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις κατά την πρώτη θητεία του έχει διευρύνει το πυρηνικό της οπλοστάσιο που πλέον αριθμεί 60 ή ίσως και περισσότερες κεφαλές, σύμφωνα με εκτιμήσεις των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, και πασχίζει να αποδείξει ότι μπορούν να πλήξουν ακόμα και τις ΗΠΑ.

Στη στρατηγική εθνικής ασφάλειας του Τραμπ η Βόρεια Κορέα δεν αναφέρεται ούτε μία φορά.

Και όταν οι ερωτήσεις για το Ιράν γίνονται πιο πιεστικές, ο Τραμπ αποφεύγει συνήθως να απαντήσει αν πραγματικός του στόχος είναι η αλλαγή καθεστώτος και τι ακριβώς επιδιώκει – επιμένοντας μόνο να δηλώνει ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα.

Ο υπουργός Εξωτερικών του Τραμπ, Μάρκο Ρούμπιο, όταν δέχθηκε πιέσεις κατά την κατάθεσή του στο Κογκρέσο στα τέλη Ιανουαρίου, παραδέχθηκε ότι η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν -κάτι που η CIA πέτυχε τελευταία φορά το 1953- θα ήταν «πολύ πιο περίπλοκη» υπόθεση από την επιχείρηση που διεξήγαγαν οι ΗΠΑ για την «καρατόμηση» του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα.

«Μιλάτε για ένα καθεστώς που βρίσκεται στην εξουσία για πάρα πολύ καιρό», δήλωσε ο Ρούμπιο. «Επομένως, αυτό θα απαιτούσε πολλή και προσεκτική εξέταση, αν προκύψει ποτέ αυτή η πιθανότητα».

Σπανίως στη σύγχρονη εποχή οι ΗΠΑ προετοίμασαν μια σημαντική πολεμική επιχείρηση παρέχοντας τόσο λίγες εξηγήσεις και χωρίς δημόσιο διάλογο. Όταν ο Τραμπ συγκάλεσε την πρώτη συνεδρίαση του «Συμβουλίου της Ειρήνης» στον Λευκό Οίκο με θέμα την ανοικοδόμηση της Γάζας, παρεξέκλινε λίγο από το θέμα αναφερόμενος στην επικείμενη δράση στο Ιράν, θέτοντας όμως και πάλι ασασφής στόχους.

«Δεν μπορούν να συνεχίσουν να απειλούν τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής και πρέπει να καταλήξουν σε συμφωνία», δήλωσε, χωρίς να αναφέρει τι θα πρέπει να αφορά αυτή η συμφωνία. Απείλησε δε, ότι «θα συμβούν άσχημα πράγματα αν δεν επιτευχθεί αυτή η συμφωνία», πριν εστιάσει και πάλι στο θέμα της Γάζας.

Υπάρχουν, φυσικά, τεράστιες διαφορές σε σχέση με την εισβολή στο Ιράκ. Όπως και στη Βενεζουέλα, ο Τραμπ δεν οραματίζεται μια χερσαία εισβολή, προκειμένου να αποφύγει τη συχνή κριτική της βάσης του MAGA ότι ρισκάρει να εγκλωβίσει τις ΗΠΑ σε έναν ακόμη «αιώνιο πόλεμο». Προφανώς εκτιμά ότι η εκλογική βάση του θα ανεχθεί τους βομβαρδισμούς, οι οποίοι επιδεικνύουν την απαράμιλλη ικανότητα των αμερικανικών δυνάμεων να επιφέρουν καταστροφικά πλήγματα από μακριά, εφόσον ο κίνδυνος για τις ζωές των Αμερικανών είναι περιορισμένος.

Επίσης, κατά την έναρξη της εισβολής στο Ιράκ, ο Τζορτζ Μπους είχε την υποστήριξη μεγάλου αριθμού Δυτικών συμμάχων, με πρώτη τη Βρετανία. Το Σαββατοκύριακο που προηγήθηκε της εισβολής, ο Μπους συναντήθηκε στις Αζόρες με τον τότε Βρετανό πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ και τους ηγέτες της Ισπανίας και της Πορτογαλίας για να δώσουν ένα τελευταίο τελεσίγραφο στον Σαντάμ Χουσεΐν και να οριστικοποιήσουν τα σχέδιά τους για ένα Ιράκ «ενιαίο, ελεύθερο και ειρηνικό», με τα πετρελαϊκά του αποθέματα προστατευμένα για τον ιρακινό λαό.

Αλλά τώρα, κανένας από τους συμμάχους των ΗΠΑ δεν φαίνεται να συμμετέχει στον στρατιωτικό σχεδιασμό, εκτός από το Ισραήλ. Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Κιρ Στάρμερ, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Τραμπ την Τρίτη και σύμφωνα με τους Times του Λονδίνου, αρνήθηκε να επιτρέψει στον Τραμπ να χρησιμοποιήσει τις βρετανικές αεροπορικές εγκαταστάσεις στη βάση Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό ή τον σταθμό της Βασιλικής Αεροπορίας στο Γκλόστερσιρ για τη διεξαγωγή οποιωνδήποτε επιχειρήσεων κατά του Ιράν. Βρετανοί αξιωματούχοι δεν επιβεβαίωσαν ούτε διέψευσαν την είδηση, αλλά την επόμενη μέρα ο Τραμπ εξαπέλυσε «πυρά» κατά της εκκρεμούς συμφωνίας της Βρετανίας για την 100ετή μίσθωση της βάσης Ντιέγκο Γκαρσία.

Τουλάχιστον οι Βρετανοί γνώριζαν τα σχέδια του Τραμπ. Ανώτεροι αξιωματούχοι που εκπροσωπούν αρκετούς από τους στενότερους συμμάχους των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ δήλωσαν στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου το περασμένο Σαββατοκύριακο ότι δεν είχαν λάβει σχεδόν καμία ενημέρωση από την Ουάσινγκτον. 

Αρκετοί από αυτούς εμφανίστηκαν πολύ επιφυλακτικοί για το αν οι ΗΠΑ μπορούσαν να δικαιολογήσουν πειστικά την ανάγκη ανάληψης στρατιωτικής δράσης.

Στις διαπραγματεύσεις, οι οποίες διεξήχθησαν τελευταία φορά την Τρίτη στη Γενεύη, οι δύο επικεφαλής διαπραγματευτές του Τραμπ -Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ- πίεσαν την Τεχεράνη να εγκαταλείψει οριστικά κάθε προσπάθεια εμπλουτισμού ουρανίου. Οι Ιρανοί, σύμφωνα με αξιωματούχους με γνώση των διαπραγματεύσεων, απάντησαν ότι είναι πρόθυμοι να αναστείλουν την παραγωγή πυρηνικών υλικών, ίσως για μια δεκαετία, αλλά αρνούνται να απεμπολίσουν οριστικά το δικαίωμα εμπλουτισμού πυρηνικού υλικού βάσει της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων, της οποίας το Ιράν είναι συμβαλλόμενο μέρος.

Είναι επίσης ασαφές εάν οι Ιρανοί θα επιτρέψουν πραγματικά στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας, τον πυρηνικό παρατηρητή των Ηνωμένων Εθνών, να κάνει εις βάθος επιθεωρήσεις στις εγκαταστάσεις του.

Εν τω μεταξύ, για τον Τραμπ, ο πήχης για μια συνολική συμφωνία είναι ψηλά. Πρέπει να αποδείξει ότι οποιαδήποτε συμφωνία επιτύχει τις επόμενες δύο εβδομάδες θα είναι πολύ καλύτερη από εκείνη που πέτυχε ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα μετά από δυόμισι χρόνια εντατικών διαπραγματεύσεων.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης προεδρικής του εκστρατείας το 2016, ο Τραμπ επέκρινε δριμύτατα την πυρηνική συμφωνία του 2015 μεταξύ του Ιράν και της κυβέρνησης Ομπάμα, δηλώνοντας ότι ο ίδιος θα είχε αποχωρήσει από την αίθουσα κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Το 2018, αποσύρθηκε από τη συμφωνία, χαρακτηρίζοντάς την «τη χειρότερη συμφωνία που έγινε ποτέ».

Αλλά τώρα βρίσκεται σε ένα είδος διπλωματικού τέλαμτος. Υφίσταται πιέσεις να αποδείξει ότι οποιαδήποτε νέα συμφωνία επιτύχει θα προχωρά πολύ πέρα από τη συμφωνία του 2015. Όμως οι Ιρανοί προβάλλουν αντίσταση και ενδέχεται να ξεμείνουν από χρόνο στην προσπάθεια εύρεση μιας μέσης λύσης.

Έπειτα, εγείρεται το ερώτημα αν ο Τραμπ θα ρισκάρει έναν πόλεμο με το Ιράν λόγω της άρνησης της Τεχεράνης να περιορίσει τον αριθμό και την εμβέλεια των πυραύλων της ή να μετριάσει την καταστολή της κατά των διαδηλωτών. Ο Τραμπ δεν έχει αναφερθεί σε κανένα από αυτά τα ζητήματα τις τελευταίες ημέρες, αλλά αν υπογράψει μια συμφωνία που δεν αγγίζει το θέμα των πυραύλων, θα φανεί σαν να εγκατέλειψε το Ισραήλ. Αν υπογράψει μια διευθέτηση για τα πυρηνικά που δεν θα αναγκάζει τις ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας να σταματήσουν τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων, θα έχει εγκαταλείψει μια γενιά Ιρανών που βλέπουν τις ΗΠΑ ως την τελευταία τους ελπίδα για μια πιο ανοιχτή στον κόσμο χώρα.

Από την άλλη, δέχεται πιέσεις από τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, να τελειώνει με το ιρανικό καθεστώς μια και καλή.

«Ο Νετανιάχου σχεδόν σίγουρα του λέει ότι, όπως ακριβώς τα κατάφερε στη Βενεζουέλα, το όνομά του θα υμνείται για δεκαετίες στην περιοχή επειδή ανέτρεψε το ιρανικό καθεστώς», δήλωσε ο Τζον Ο. Μπρέναν, διευθυντής της CIA επί Ομπάμα κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων του 2015.

«Όλοι συμφωνούν ότι το ιρανικό καθεστώς αποτελεί πρόβλημα», πρόσθεσε. «Αλλά αυτό δεν δίνει λύση. Και η εκτίμηση ότι ο “αποκεφαλισμός” του καθεστώτος θα λύσει το πρόβλημα είναι παράλογη».