Σε σοβαρή δοκιμασία φαίνεται να εισέρχονται οι σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου και Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς το Λονδίνο αρνήθηκε να εγκρίνει τη χρήση βρετανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων για ενδεχόμενο αμερικανικό πλήγμα κατά του Ιράν.
Η στάση αυτή του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ προκάλεσε την έντονη δυσφορία του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος φέρεται να απέσυρε τη στήριξή του στη συμφωνία για τα Νησιά Τσάγκος, κλιμακώνοντας τη διαφωνία σε διπλωματικό επίπεδο.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των Times του Λονδίνου, η βρετανική κυβέρνηση δεν έχει δώσει άδεια στις ΗΠΑ να αξιοποιήσουν τη στρατηγικής σημασίας βάση στην ατόλη Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό για πιθανή επίθεση κατά της Τεχεράνης, επικαλούμενη σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη νομιμότητα μιας τέτοιας επιχείρησης υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου.
Ο Λευκός Οίκος, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, επεξεργάζεται λεπτομερές επιχειρησιακό σχέδιο που θα μπορούσε να περιλαμβάνει τόσο τη χρήση της βάσης Ντιέγκο Γκαρσία όσο και της RAF Fairford στο Γκλόστερσιρ, όπου σταθμεύουν βαρέα αμερικανικά βομβαρδιστικά στην Ευρώπη.
Αμερικανοί αξιωματούχοι φέρεται να ενημέρωσαν τον Τραμπ ότι οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ θα μπορούσαν να είναι επιχειρησιακά έτοιμες για έναρξη εχθροπραξιών έως το Σάββατο, έπειτα από σημαντική ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.
Τις τελευταίες ημέρες αναπτύχθηκαν περίπου 50 επιπλέον μαχητικά αεροσκάφη, ιπτάμενα τάνκερ ανεφοδιασμού και άλλα μέσα, ώστε να συγκροτηθεί το αναγκαίο πλέγμα υποστήριξης για αεροπορικά πλήγματα μέσα στο Σαββατοκύριακο.
Βάσει μακροχρόνιων συμφωνιών μεταξύ Λονδίνου και Ουάσιγκτον, οι βρετανικές βάσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για στρατιωτικές επιχειρήσεις που έχουν προηγουμένως εγκριθεί από την κυβέρνηση της Ντάουνινγκ Στριτ.
Το ζήτημα περιπλέκεται περαιτέρω από το διεθνές δίκαιο, το οποίο δεν κάνει διάκριση μεταξύ κράτους που διεξάγει μια επίθεση και κράτους που παρέχει υποστήριξη, εφόσον το δεύτερο έχει γνώση ότι συνδράμει σε διεθνώς παράνομη πράξη.
Το προηγούμενο της βρετανικής στάσης σε προληπτικά πλήγματα είναι ισχυρό. Πριν από τον πόλεμο στο Ιράκ, ο τότε γενικός εισαγγελέας λόρδος Γκόλντσμιθ είχε επισημάνει ότι η χρήση βίας δικαιολογείται μόνο για λόγους αυτοάμυνας έναντι πραγματικής ή επικείμενης επίθεσης.
Αν και στη συνέχεια επικαλέστηκε ψήφισμα του ΟΗΕ για τη νομιμοποίηση της επέμβασης στο Ιράκ, η νομική συζήτηση παραμένει ζωντανή.
Το 2021, ο σημερινός υπουργός Άμυνας Τζον Χίλι είχε ζητήσει διευκρινίσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων για τη χρήση βρετανικών βάσεων από αμερικανικές δυνάμεις και είχε λάβει την απάντηση ότι κάθε επιχείρηση οφείλει να συμμορφώνεται με το βρετανικό δίκαιο και την ερμηνεία του διεθνούς δικαίου από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η διαφωνία φέρεται να συνδέεται και με την απόφαση του Τραμπ να αποσύρει τη στήριξή του στη συμφωνία Στάρμερ για την παραχώρηση των Νησιών Τσάγκος στον Μαυρίκιο.
Το βράδυ της Τρίτης ο Τραμπ επικοινώνησε με τον Στάρμερ σχετικά με το τελεσίγραφο που έχει απευθύνει στο Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Την επόμενη ημέρα, μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα Truth Social, άσκησε δημόσια κριτική στη βρετανική κυβέρνηση.
«Λέω στον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι οι μισθώσεις δεν είναι καλή ιδέα όταν πρόκειται για χώρες και ότι κάνει μεγάλο λάθος συνάπτοντας μίσθωση 100 ετών με όποιον “διεκδικεί” δικαιώματα, τίτλο και συμφέροντα στην ατόλη Ντιέγκο Γκαρσία, στρατηγικά τοποθετημένη στον Ινδικό Ωκεανό», έγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος.
Πρόσθεσε μάλιστα ότι, εφόσον το Ιράν δεν καταλήξει σε συμφωνία, «ενδέχεται να είναι αναγκαίο για τις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιήσουν την ατόλη Ντιέγκο Γκαρσία και το αεροδρόμιο στο Fairford, προκειμένου να εξαλείψουν μια πιθανή επίθεση από ένα ιδιαίτερα ασταθές και επικίνδυνο καθεστώς».
Στην ίδια ανάρτηση υποστήριξε ότι η στήριξη ενός πλήγματος κατά του Ιράν θα ήταν νόμιμη βάσει διεθνούς δικαίου, καθώς η Τεχεράνη θα μπορούσε να επιτεθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο ή σε «άλλες φιλικές χώρες». Κατέληξε με έντονο ύφος: «Θα είμαστε πάντα έτοιμοι, πρόθυμοι και ικανοί να πολεμήσουμε για το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά πρέπει να παραμείνουν ισχυροί απέναντι στον Woke-ισμό και σε άλλα προβλήματα. ΜΗΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΤΕ ΤΗ ΝΤΙΕΓΚΟ ΓΚΑΡΣΙΑ!».
Η βρετανική κυβέρνηση επιμένει ότι η συμφωνία με τον Μαυρίκιο είναι απαραίτητη για λόγους εθνικής ασφάλειας και αποτρέπει μια παρατεταμένη και δαπανηρή νομική διαμάχη για το καθεστώς του αρχιπελάγους.
Η ατόλη Ντιέγκο Γκαρσία, το μεγαλύτερο νησί των Τσάγκος, λειτουργεί ως κοινή βρετανοαμερικανική στρατιωτική βάση από τη δεκαετία του 1970.
Με βάση τη συμφωνία που ανακοινώθηκε τον περασμένο Μάιο, το Ηνωμένο Βασίλειο θα επαναμισθώσει τη Ντιέγκο Γκαρσία για 99 χρόνια, με μέσο ετήσιο κόστος 101 εκατομμυρίων λιρών.
Η υπόθεση αναδεικνύει ένα βαθύτερο ρήγμα: από τη μία η αμερικανική στρατηγική πίεσης προς το Ιράν και από την άλλη η βρετανική νομική επιφύλαξη και πολιτική ισορροπία.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν η διαφωνία αυτή θα περιοριστεί σε μια συγκυριακή διπλωματική ένταση ή αν θα σηματοδοτήσει ευρύτερη αναδιάταξη στις σχέσεις Λονδίνου–Ουάσιγκτον.
