website analysis Η «Τελευταία Κλήση»: Το μακελειό με τον Σορίν Ματέι έγινε ταινία, η ομηρία με την τραγική κατάληξη που παρακολούθησε live όλη η Ελλάδα – Epikairo.gr

Το φιλμ είναι εμπνευσμένο από την υπόθεση του Σορίν Ματέι – Βγαίνει στους κινηματογράφους στις 19 Μαρτίου
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Στο τρέιλερ βλέπουμε, επίσης, την καίρια στιγμή όπου ο κακοποιός ζητάει να του φέρουν αμφεταμίνες για να μην πέσει σε λήθαργο λόγω της έλλειψης της δόσης ηρωίνης που τον κρατούσε σε εγρήγορση. Σε σχετικό ντοκιμαντέρ που είχε γυριστεί από τον ΣΚΑΪ αναφορικά με την υπόθεση Ματέι είχαν αποκαλυφθεί όλες οι ενέργειες που έγιναν για να του παράσχουν τα απαραίτητα ναρκωτικά. Μόνο που οι αστυνομικοί αντί για αμφεταμίνη του είχαν στείλει στεντόν με σκοπό να τον κοιμίσουν, εικάζοντας ότι η απασφαλισμένη χειροβομβίδα που κρατούσε ήταν ψεύτικη – μια λάθος εκτίμηση που τους οδήγησε και σε λάθος συμπεράσματα με μοιραία αποτελέσματα στο τέλος της επιχείρησης. Στο ίδιο ντοκιμαντέρ ο Σταμάτης Μαλέλης επισημαίνει ότι ο ρόλος του Ευαγγελάτου ήταν καίριος γιατί «παρατηρήσαμε ότι όταν μιλούσε μαζί του ο Ματέι ήταν λιγότερο επιθετικός».
Ηταν μάλιστα ο παρουσιαστής που έπεισε τον κακοποιό, απουσία ειδικού διαπραγματευτή, λέξη άγνωστη την εποχή εκείνη, να αφήσει ελεύθερη τη μητέρα της οικογένειας Σουλτάνα Γκινάκη (στην ταινία φαίνεται να αφήνει ελεύθερο έναν από τους άνδρες). «Κάνε κάτι καλό και απόδειξε στον κόσμο ότι δεν είσαι μόνο ένας κακοποιός όπως όλοι νομίζουν», του είχε πει τότε ο Ευαγγελάτος, πείθοντας τον Ματέι να την αφήσει ελεύθερη. Η συμπεριφορά του Ελληνορουμάνου ωστόσο άλλαξε όταν συνειδητοποίησε πως αντί για αμφεταμίνες οι αστυνομικοί του είχαν φέρει στεντόν με σκοπό να τον κοιμίσουν. Οταν το αντιλήφθηκε έγινε έξαλλος: «Ετσι όπως λειτουργείτε, μια λάμψη μόνο θα δείτε, τίποτα άλλο και ένα κουτάλι για να μας μαζεύετε. Θα τους τινάξω στον αέρα», έλεγε στον Ευαγγελάτο σε ζωντανή μετάδοση, τονίζοντάς του ότι δεν φοβάται καθόλου να πεθάνει αφού η ζωή τού είχε δώσει μόνο πίκρες. Η μάχη του δε με τις εξαρτήσεις δεν προμήνυε τίποτα θετικό.
Συνταρακτική ιστορία
«Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός να παρακολουθώ μαζί με όλη τη χώρα το πραγματικό γεγονός που με ενέπνευσε να γράψω αυτό το σενάριο ζωντανά στην τηλεόραση. Παρακολουθήσαμε συλλογικά μια συνταρακτική ιστορία που εξελισσόταν σε πραγματικό χρόνο, με τις λεπτομέρειές της να αναδύονται σταδιακά… μέχρι το τραγικό τέλος, το οποίο επίσης μεταδόθηκε ζωντανά. Την ίδια αίσθηση που είχαμε κι εμείς τότε θέλω να μεταφέρω στο κοινό», επισημαίνει αναφορικά με την αρχική εικόνα που γέννησε την ιδέα ο σκηνοθέτης Σέριφ Φράνσις, ο οποίος συνυπογράφει το σενάριο μαζί με την Κατερίνα Μπέη. Γι’ αυτό και τονίζει ότι στον βαθμό που είναι μυθοπλασία η ιστορία της ταινίας ξεφεύγει αρκετά από τα πραγματικά περιστατικά, μια και αυτό που πάντα αναρωτιόμαστε είναι «τι κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά;».
Στον βαθμό που διαχωρίζεται από ένα ντοκιμαντέρ, η «Τελευταία κλήση» εστιάζει στους χαρακτήρες, σε αυτό που σκέφτονταν, στην παγίδευση όχι μόνο των ομήρων, αλλά και του ίδιου του Ματέι στον ίδιο του τον εαυτό. «Αυτό έρχεται να προσθέσει η μυθοπλασία – και να προσθέσει σε χαρακτήρες και καταστάσεις δίνοντας νέα πρωτότυπη διάσταση», τονίζει ο σκηνοθέτης, για να επισημάνει πως ο τίτλος μόνο τυχαίος δεν είναι, αφού «η ταινία ξεκινά με το τηλεφώνημα και όχι με κάποιο προηγούμενο γεγονός.
Αστυνομικοί ετοιμάζονται να μπουν στο διαμέρισμα όπου εκτυλίχθηκε η ομηρία
Γιατί έτσι το ζήσαμε κι εμείς. Τα πώς και τα γιατί θα αποκαλυφθούν κατά τη διάρκεια της ταινίας. Η δράση ξετυλίγεται κυρίως σε δύο βασικούς χώρους: τον τηλεοπτικό σταθμό και το διαμέρισμα (εσωτερικά και εξωτερικά). Οι πρωταγωνιστές είναι παγιδευμένοι σε αυτούς τους δύο χώρους. Οι όμηροι και ο Νικολάι είναι παγιδευμένοι στο διαμέρισμα, ο Αντώνης στη θέση του παρουσιαστή και ο ταξίαρχος Οικονόμου, ο επικεφαλής της αστυνομικής επιχείρησης, έξω από την πολυκατοικία όπου λαμβάνει χώρα η ομηρία. Τα συναισθήματα των χαρακτήρων ξεκινούν με σχετική ηρεμία, αλλά καθώς συνειδητοποιούν ότι ο χρόνος λιγοστεύει, η ένταση αυξάνεται. Ουσιαστικά, καθώς η ιστορία εξελίσσεται, περνούν από τα πέντε στάδια του πένθους χωρίς να το συνειδητοποιούν. Κάθε ατάκα, έκφραση ή κίνηση θα αντικατοπτρίζει το στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι ήρωες σε κάθε σκηνή.
Οι ηθοποιοί είναι στο επίκεντρο, καθώς η ταινία βασίζεται κυρίως στην υποκριτική τους. Θα μπορούσα να περιγράψω την ταινία ως ένα αστυνομικό θρίλερ το οποίο εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο και στο οποίο παρακολουθούμε τις ταυτόχρονες ιστορίες των πρωταγωνιστών που, αν και δεν βρίσκονται ποτέ στο ίδιο δωμάτιο, προσπαθούν να επιτύχουν έναν κοινό στόχο. Αυτή η προσέγγιση είναι που καθορίζει τον ρυθμό της ταινίας, ο οποίος μοιάζει με αυτόν του παλμού της καρδιάς… Καθώς ο χρόνος τελειώνει, οι καρδιακοί παλμοί επιταχύνονται, μέχρι την έκρηξη της χειροβομβίδας, οπότε και σταματάνε. Θα ήθελα να μεταφέρω αυτή την αίσθηση στο κοινό από την αρχή έως το τέλος της ταινίας».
Το τραγικό τέλος
Ολα αυτά βέβαια συνέβησαν στην πραγματικότητα, σε πραγματικό χρόνο και σε ζωντανή μετάδοση, σε μια ιστορία που κράτησε το κοινό άγρυπνο μέχρι να κοπεί η μετάδοση, λίγο πριν εισβάλλει η Αστυνομία με την εσφαλμένη πεποίθηση ότι η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη.
Οι αστυνομικοί κατάφεραν αρχικά να απελευθερώσουν έναν από τους ομήρους κόβοντας τα κορδόνια που τον έδεναν με την αρραβωνιαστικιά του, αλλά δεν πρόλαβαν να απελευθερώσουν τη νεαρή Αμαλία Γκινάκη -στην ταινία την υποδύεται η Καλλιόπη Χάσκα, γνωστή από τις σειρές «Μάγισσα» και «Grand Hotel»-, η οποία θα έπεφτε νεκρή από τη χειροβομβίδα με την οποία την είχε παγιδέψει ο Ματέι. Αμέσως μετά την έκρηξη ο κακοποιός μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και ο διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής έκρινε ότι δεν είναι απαραίτητη η νοσηλεία του και ότι πρέπει να μεταφερθεί στις Φυλακές Κορυδαλλού. Επειτα από τρεις μέρες βρέθηκε νεκρός υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στο κελί του, με τον ιατροδικαστή και τους γιατρούς, όπως ο γιατρός Υπηρεσίας, να αποφαίνονται ότι τα υπνωτικά που του είχαν χορηγηθεί ήταν «δόσεις για έναν ελέφαντα».
Ο κακοποιός μετά την έκρηξη οδηγείται αιμόφυρτος στο νοσοκομείο. Επειτα από τρεις μέρες βρέθηκε νεκρός υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στο κελί του
Ολα αυτά όμως είναι λεπτομέρειες που απασχολούν το αστυνομικό ρεπορτάζ και όχι την ταινία, που λαμβάνει υπόψη τα τεκταινόμενα, εστιάζοντας όμως στην αγωνία, στη δύναμη των χαρακτήρων και στην αλήθεια μιας περιπέτειας που μας στοιχειώνει ακόμα. «Στόχος μου είναι η ταινία να τραβήξει την προσοχή του θεατή από την αρχή, να μην τον αφήσει να πάρει ανάσα και ταυτόχρονα να τον κάνει να ανυπομονεί για το πώς θα εξελιχθεί η ιστορία ακόμα κι αν γνωρίζει το πραγματικό γεγονός », καταλήγει ο σκηνοθέτης.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή