website analysis «Η μπάλα σε λάθος πόδια» / Ο Δημήτρης Ραπίδης για το «sportswashing», το «no politica» και την εργαλειοποίηση του ποδοσφαίρου – Epikairo.gr

Μετά το βιβλίο του «More than a game: Το ποδόσφαιρο ως πεδίο έκφρασης και διεκδίκησης, πολιτικής σύγκρουσης και αντιπαράθεσης», μια κοινωνικοπολιτική ιστορία του αθλήματος, με «φωτεινές» και «σκοτεινές» πλευρές, ο Δημήτρης Ραπίδης στρέφει τώρα το βλέμμα του στις ελίτ κάθε εποχής.

Το νέο του βιβλίο, με τίτλο «Η μπάλα σε λάθος πόδια: Μια περιήγηση στα σκοτεινά δωμάτια του sportswashing», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Απρόβλεπτες», όπως και το προηγούμενο, αποτελεί μια ακτινογραφία των τρόπων με τους οποίους διάφορες κυβερνήσεις και αυταρχικά καθεστώτα ανά τα χρόνια εργαλειοποίησαν το ποδόσφαιρο, για να πετύχουν τους όχι και τόσο ευγενείς σκοπούς τους.

Το ταξίδι έχει ως σημείο εκκίνησης το 1920 και την Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι. Στη συνέχεια μεταφερόμαστε στην Ισπανία του Φρανθίσκο Φράνκο κι έπειτα βορειότερα στη Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ. Αφού διασχίσουμε τον Ατλαντικό Ωκεανό, μαθαίνουμε τι συνέβη στις περιπτώσεις της Αργεντινής του Χουάν Περόν και του Χόρχε Βιντέλα και στη συνέχεια στη Βραζιλία του Ζετούλιο Βάργκας.

Μετά από ένα πέρασμα ξανά στην Ευρώπη και την Πορτογαλία του Αντόνιο Σαλαζάρ, περνάμε στην άλλη άκρη της υφηλίου, στην Κίνα, και τις πολιτικές του κομμουνιστικού καθεστώτος και του Σι Τζινπίνγκ. Τέλος, το βιβλίο κλείνει με τις περιπτώσεις του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας.

Σε αυτή την «σκοτεινή» διαδρομή, βλέπουμε πώς η εκάστοτε εξουσία χρησιμοποίησε το ποδόσφαιρο με διάφορους τρόπους: ως ακόμη ένα πεδίο επιβολής των γενικότερων πολιτικών της, ως εργαλείο προπαγάνδας και τόνωσης του εθνικισμού, ως μέσο «αναμόρφωσης» της εικόνας της στο εξωτερικό, αλλά και ως μέσο αντιπερισπασμού, προκειμένου να κρατηθεί ενωμένος ο κοινωνικός ιστός.

Αρχικά, ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Τι ακριβώς ορίζεται ως «sportswashing»; Υπάρχει κάτι που αγνοούμε σχετικά με το συγκεκριμένο φαινόμενο, δεδομένου ότι όπως περιγράφεται και στο βιβλίο, δεν είναι τόσο καινούριο όσο νομίζουμε.

Ο όρος «sportswashing» αναφέρεται στη στρατηγική επιλογή κρατών, κυβερνήσεων ή οργανισμών να αξιοποιήσουν τη μεγάλη απήχηση και την κοινωνική δύναμη του αθλητισμού για να βελτιώσουν ή να αναμορφώσουν τη διεθνή τους εικόνα. Στην ουσία, το ποδόσφαιρο λειτουργεί ως ένα μέσο προβολής που βοηθά στο να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους της δημόσιας συζήτησης από ζητήματα εσωτερικής πολιτικής ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων για παράδειγμα, προς τη λάμψη και την επιτυχία των αθλητικών γεγονότων.

Ένα στοιχείο που συχνά διαφεύγει της προσοχής μας είναι ότι το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί μια σύγχρονη καινοτομία, αλλά έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Όπως αναλύω στο βιβλίο, η στρατηγική χρήση του αθλητισμού για πολιτικούς σκοπούς επιταχύνθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1920. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα εκείνης της περιόδου στην Ευρώπη ήταν τα πρώτα που διέκριναν τη δύναμη του ποδοσφαίρου να λειτουργεί ως συγκολλητική ουσία για την κοινωνία και ως εργαλείο νομιμοποίησης καθεστώτων στη διεθνή σκηνή.

Συνεπώς, αυτό που παρατηρούμε σήμερα —όπως η εξαγορά συλλόγων ή η ανάληψη μεγάλων διοργανώσεων από κράτη με ισχυρή οικονομική επιφάνεια— αποτελεί τη μετεξέλιξη μιας πρακτικής που εφαρμόζεται εδώ και έναν αιώνα. Η εξουσία διαχρονικά αναγνωρίζει ότι ο αθλητισμός δεν είναι ποτέ εντελώς αποκομμένος από την πολιτική και την κοινωνία, αλλά αποτελεί έναν προνομιακό χώρο για τη διαμόρφωση της συλλογικής γνώμης και της εθνικής εικόνας.

Το βιβλίο ασχολείται με 8 διαφορετικές περιπτώσεις, περιγράφοντας τρόπους με τους οποίους κυβερνήσεις και αυταρχικά καθεστώτα προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν το ποδόσφαιρο και την επιρροή που έχεις στους απλούς ανθρώπους προς όφελός τους. Μπορούμε να εντοπίσουμε κάποια κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ των ιστοριών;

Ένα κοινό στοιχείο όλων των περιπτώσεων είναι ότι ο αθλητισμός δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοσκοπός, αλλά ως ένα μέσο για την επίτευξη ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών στόχων, όπως η ενίσχυση της εθνικής ταυτότητας και η διαμόρφωση μιας αίσθησης ενότητας . Σε αυτό το πλαίσιο, οι αθλητικές επιτυχίες συνδέονται συχνά με τη λάμψη και την αποτελεσματικότητα της πολιτικής ηγεσίας, η οποία επιδιώκει να εμπνεύσει τη συλλογικότητα μέσω του συναισθήματος και των μεγάλων αθλητικών τελετουργιών.

Παράλληλα, παρατηρούμε μια συστηματική προσπάθεια για nation rebranding, όπου η διοργάνωση σημαντικών αγώνων ή η επένδυση σε δημοφιλείς συλλόγους λειτουργεί ως ένας μηχανισμός βελτίωσης της διεθνούς εικόνας ενός κράτους. Αυτή η στρατηγική επιτρέπει στην εκάστοτε ηγεσία να προβάλει ένα προφίλ σταθερότητας και εκσυγχρονισμού, καθιστώντας τη χώρα έναν ελκυστικό εταίρο στην παγκόσμια σκηνή και ενσωματώνοντας το άθλημα στην καθημερινή ψυχαγωγία του κοινού με έναν τρόπο που εξομαλύνει τις πολιτικές εντάσεις. Το ποδόσφαιρο, δηλαδή, αποτελεί ένα πανίσχυρο εργαλείο επιρροής, ικανό να διαμορφώσει αντιλήψεις και να νομιμοποιήσει πολιτικές στρατηγικές μέσω της μαζικής του απήχησης, είτε μιλάμε για τη ναζιστική Γερμανία, είτε για την Πορτογαλία του Σαλαζάρ ή την Ισπανία του Φράνκο.

Η συζήτηση για το περίφημο «no politica» επιστρέφει ξανά και ξανά. Και στα δύο βιβλία σου, αποδεικνύεται πως κάτι τέτοιο ουδέποτε υπήρξε, αφού το ποδόσφαιρο, ως το λαϊκότερο των αθλημάτων, αποτέλεσε ανέκαθεν πεδίο πολιτικών συγκρούσεων και έκφρασης. Ποιος είναι τελικά ο στόχος του συγκεκριμένου δόγματος; Ποιον ευνοεί και ποια λειτουργία επιτελεί εν τέλει;

Η συζήτηση γύρω από το «no politica» αναδεικνύει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση, καθώς το ποδόσφαιρο, ως το λαϊκότερο και μαζικότερο των αθλημάτων, υπήρξε ιστορικά ένας χώρος όπου εκφράζονται συλλογικές ταυτότητες και κοινωνικές εντάσεις. Ο πραγματικός στόχος αυτού του δόγματος φαίνεται να είναι η επιδίωξη μιας μορφής «θεσμικής ουδετερότητας», η οποία στην πράξη επιτρέπει στους μεγάλους αθλητικούς οργανισμούς να διεξάγουν τις διοργανώσεις τους μακριά από δημόσιες αντιπαραθέσεις που θα μπορούσαν να διαταράξουν την εμπορική τους αποδοτικότητα. Με αυτόν τον τρόπο, το «no politica» λειτουργεί συχνά ως ένας μηχανισμός προστασίας του status quo, καθώς αποφεύγεται η κριτική συζήτηση για δύσκολα κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα, επιτρέποντας στην εξουσία να διατηρεί τον έλεγχο της αφήγησης χωρίς αντίλογο.

Εν τέλει, αυτή η στάση ευνοεί όσους κατέχουν ήδη την ισχύ, καθώς η απουσία πολιτικής θέσης από την πλευρά των αθλητών και των φιλάθλων και οπαδών διευκολύνει τη χρήση του αθλήματος για τη βελτίωση της εικόνας κρατών ή των κυρίαρχων ηγεσιών, χωρίς την παρέμβαση ενοχλητικών ερωτημάτων. Η λειτουργία που επιτελεί το «no politica» είναι η διαμόρφωση ενός «αποστειρωμένου» περιβάλλοντος θεάματος, όπου το ποδόσφαιρο αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως προϊόν ψυχαγωγίας, απομονωμένο από τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και τις πολιτικές διεκδικήσεις που παραδοσιακά φιλοξενεί στις κερκίδες του.

Το βιβλίο περιγράφει τι συμβαίνει όταν η μπάλα βρίσκεται «σε λάθος πόδια». Ποια θεωρείς πως είναι τα «σωστά» πόδια στα οποία πρέπει να βρεθεί, προκειμένου να ανακοπεί αυτή η πορεία προς την μετατροπή του ποδοσφαίρου εξ ολοκλήρου σε ένα προϊόν για κατανάλωση;

Η έννοια της μπάλας που βρίσκεται σε «σωστά πόδια» αφορά την επιστροφή του ποδοσφαίρου σε έναν ρόλο όπου το άθλημα λειτουργεί ως οργανικό κύτταρο της κοινωνίας και ως χώρος αυθεντικής αντιπροσώπευσης. Αυτά τα πόδια ανήκουν σε ανθρώπους του αθλητισμού που αναγνωρίζουν την κοινωνική τους ευθύνη και επιλέγουν να μην παραμένουν απλοί παρατηρητές μιας πολιτικής εκμετάλλευσης. Ιστορικά παραδείγματα, όπως η στάση του Μπρούνο Νέρι ή η πρωτοβουλία της «Δημοκρατίας της Κορίνθιανς» υπό τον Σόκρατες, δείχνουν ότι η μπάλα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση όταν οι αθλητές και οι σύλλογοι γίνονται φορείς προόδου, διαφάνειας και συλλογικής αξιοπρέπειας.

Παράλληλα, η συγκράτηση της πορείας προς την ακραία εμπορευματοποίηση του αθλήματος και της απογύμνωσης από τη ψυχή του απαιτεί την ενεργό συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών που διεκδικούν έναν ρόλο πέρα από αυτόν του παθητικού πελάτη. Τα «σωστά πόδια» είναι, εν τέλει, εκείνα που επαναφέρουν το ποδόσφαιρο στις λαϊκές του ρίζες, διασφαλίζοντας ότι η ταυτότητα των ομάδων παραμένει συνδεδεμένη με την ιστορία και τον κόσμο τους, αντί να μετατρέπεται σε ένα αποξενωμένο προϊόν γρήγορης κατανάλωσης που εξυπηρετεί αποκλειστικά οικονομικές ή γεωπολιτικές σκοπιμότητες.

Εξετάζοντας ιστορικά το φαινόμενο του «sportswashing», φαίνεται πως παλαιότερα ήταν πιο εύκολο να το διακρίνει κανείς. Για παράδειγμα, ο Μουσολίνι ήθελε η εθνική ομάδα της Ιταλίας να πετύχει έτσι ώστε να «επιβεβαιώσει» την ανωτερότητα της χώρας. Σήμερα, όπως επισημαίνεται και στο βιβλίο για την περίπτωση της Κίνας, υπάρχουν οι στρατηγικές της λεγόμενης «ήπιας ισχύος». Θα ήθελα να σταθούμε περισσότερο σε αυτό, έτσι ώστε να αντιληφθούμε τι μορφές μπορεί να παίρνει το «ξέπλυμα» σήμερα, ίσως και μέσω κάποιων παραδειγμάτων.

Η μετάβαση από την «ωμή» προπαγάνδα του παρελθόντος στις σύγχρονες μορφές sportswashing αντανακλά τη μετεξέλιξη της πολιτικής επικοινωνίας σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Ενώ παλαιότερα καθεστώτα, όπως αυτό του Μουσολίνι ή του Χίτλερ, επεδίωκαν την άμεση προβολή της φυλετικής ή εθνικής ανωτερότητας μέσω των τροπαίων, σήμερα το «ξέπλυμα» βασίζεται στη στρατηγική της «ήπιας ισχύος» (soft power), η οποία στοχεύει στην οικοδόμηση θαυμασμού και στην άσκηση έμμεσης επιρροής.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Κίνα, η οποία εισήγαγε τη θεωρία της ήπιας ισχύος ως κεντρικό δόγμα για να καταστεί μια παγκόσμια αθλητική δύναμη, χρησιμοποιώντας το ποδόσφαιρο για να προβάλει τη δόξα της κουλτούρας της και να αποσπάσει την προσοχή από εσωτερικές κρίσεις. Μια ιδιαίτερα εκλεπτυσμένη μορφή αυτής της στρατηγικής είναι η λεγόμενη «διπλωματία των σταδίων» στην Αφρική. Κατασκευάζοντας υπερσύγχρονα γήπεδα σε αφρικανικά κράτη, το Πεκίνο οικοδομεί σχέσεις οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης, εξασφαλίζοντας πρόσβαση σε φυσικούς πόρους και πρώτες ύλες.

Αντίστοιχα, τα κράτη του Περσικού Κόλπου εφαρμόζουν μια στρατηγική εξαγοράς μεγάλων και ιστορικών ευρωπαϊκών ομάδων, όπως η Παρί Σεν-Ζερμέν ή η Νιούκαστλ, με στόχο το nation rebranding. Μέσω τέτοιων επενδύσεων, το sportswashing ενσωματώνεται στην καθημερινή ψυχαγωγία του κοινού, καθιστώντας τις ηγεσίες τους απαραίτητους παγκόσμιους εταίρους στον αθλητισμό και τον γεωπολιτικό σχεδιασμό. Έτσι, η πολιτική επιρροή ασκείται με έναν τρόπο που φαίνεται σχεδόν «φυσικός», κάνοντας την κριτική για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή τη συμμετοχή σε εμφύλιες συρράξεις να φαντάζει δευτερεύον ζήτημα μπροστά στη λάμψη των μεγάλων μεταγραφών και των τίτλων.

Δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στο επίμετρο του βιβλίου, το οποίο ασχολείται εν συντομία με την Ελλάδα. Εκεί εκφράζεται κι ένας προβληματισμός για το γεγονός πως οι άνθρωποι γύρω από το ποδόσφαιρο της χώρας δεν είναι έτοιμοι να εξετάσουν την πολιτικοκοινωνική ιστορία του, όπως υπογραμμίζεις. Γιατί θεωρείς πως συμβαίνει αυτό και πώς βλέπεις την κατάσταση στο ελληνικό ποδόσφαιρο σήμερα σε σχέση με το παρελθόν;

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η δυσκολία να εξετάσουμε την πολιτικοκοινωνική ιστορία του ποδοσφαίρου οφείλεται σε έναν βαθιά εδραιωμένο παραγοντισμό και σε φαινόμενα χουλιγκανισμού που λειτουργούν ως τροχοπέδη για την έρευνα και τη δημόσια συζήτηση. Το ελληνικό ποδόσφαιρο υπέφερε διαχρονικά από τη διείσδυση του κρατικού μηχανισμού, τις πελατειακές σχέσεις και τις άτυπες ομάδες επιρροής, γεγονός που αποτρέπει τη λογοδοσία και την ψύχραιμη ιστορική αναδρομή.

Η κρατική παρέμβαση κορυφώθηκε κατά την επταετία της χούντας, όταν το στρατιωτικό καθεστώς χρησιμοποίησε τον αθλητισμό ως μαζικό θέατρο κατήχησης, θέτοντας την μπάλα «στον γύψο» για να ελέγξει τον κοινωνικό ιστό και να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από τις διώξεις και τη λογοκρισία.

Σήμερα, έχουν γίνει σημαντικά βήματα προόδου σε επίπεδο υποδομών, οργάνωσης, διεθνών επιτυχιών και υιοθέτησης σύγχρονων πρακτικών, ωστόσο υπάρχουν ακόμη κάποια σημεία στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο που παραμένουν προβληματικά και έχουν να κάνουν με όσα είπαμε παραπάνω. Η κυριαρχία μιας ρητορικής διχασμού, μίσους και διαπλοκής που καλλιεργείται μεταξύ επιχειρηματικών και πολιτικών συμφερόντων εξακολουθεί να πλήττει την αξιοπιστία του αθλήματος. Θέλω να προσδοκώ σε καλύτερες μέρες, κυρίως γιατί υπάρχουν πολλοί άνθρωποι και επαγγελματίες του χώρου που πραγματικά έχουν και τις γνώσεις και την ικανότητα να δώσουν μεγάλη ώθηση στο ποδόσφαιρο αν τους δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία.

Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός επιστήμονας και επικοινωνιολόγος. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και διεθνείς σχέσεις σε Αθήνα και Γενεύη. Εργάζεται ως σύμβουλος επικοινωνίας και πολιτικής στρατηγικής στον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Υπήρξε συνιδρυτής της Rosa Media και συνεργάζεται με εξαιρετικούς επιστήμονες στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή. Συμμετέχει στο podcast Πελότα Λίμπρε, ένα podcast που εμβαθύνει στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική διάσταση του ποδοσφαίρου σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι επίσης συγγραφέας του «More Than A Game» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Απρόβλεπτες.