website analysis Έρευνες / Γιατί κοιμόμαστε χειρότερα από ποτέ, παρότι γνωρίζουμε όλο και περισσότερα για τον ύπνο – Epikairo.gr

Ποτέ στην ιστορία δεν γνωρίζαμε τόσα πολλά για τον ύπνο όσο σήμερα. Ξέρουμε πόσες ώρες συνιστώνται καθημερινά, πόσο σημαντική είναι η σταθερότητα του ωραρίου, πώς επηρεάζουν οι οθόνες την ποιότητα της ξεκούρασης και γιατί η έλλειψη ύπνου επηρεάζει τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική υγεία.

Η επιστημονική έρευνα γύρω από τον ύπνο έχει σημειώσει εντυπωσιακή πρόοδο τις τελευταίες δεκαετίες. Κι όμως, όλο και περισσότεροι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο κοιμούνται χειρότερα.

Στην Ισπανία, για παράδειγμα, σχεδόν ο μισός πληθυσμός δηλώνει ότι δεν ξεκουράζεται επαρκώς. Μελέτες εκτιμούν ότι περίπου το 40% των ανθρώπων αντιμετωπίζει προβλήματα αϋπνίας, ενώ περίπου το 14% πάσχει από χρόνια αϋπνία. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι το ποσοστό αυτό αυξάνεται. Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, η χρόνια αϋπνία αφορούσε περίπου το 6% του πληθυσμού, δηλαδή λιγότερο από το μισό του σημερινού ποσοστού.

Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ένα παράδοξο: ενώ γνωρίζουμε περισσότερα από ποτέ για τον ύπνο, κοιμόμαστε χειρότερα από ποτέ. Η εξήγηση δεν βρίσκεται στην έλλειψη πληροφόρησης ή στο προσωπικό ενδιαφέρον, αλλά στον τρόπο με τον οποίο έχουμε οργανώσει την εργασία, τον χρόνο και την καθημερινή ζωή. Σήμερα, η ξεκούραση δεν εξαρτάται μόνο από τις προσωπικές επιλογές, αλλά και από τις κοινωνικές και εργασιακές συνθήκες.

Για πολλά χρόνια, ο ύπνος αντιμετωπιζόταν ως ατομική ευθύνη. Αν κάποιος δεν κοιμόταν καλά, θεωρούνταν ότι δεν ακολουθούσε σωστές συνήθειες. Αυτή η προσέγγιση μεταθέτει την ευθύνη στο άτομο, αγνοώντας τον καθοριστικό ρόλο που παίζουν οι συνθήκες εργασίας και ζωής.

Η έρευνα στην ψυχολογία της εργασίας δείχνει ότι παράγοντες όπως τα εκτεταμένα ωράρια, τα απρόβλεπτα προγράμματα και η αδυναμία ψυχικής αποσύνδεσης από τη δουλειά επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα του ύπνου. Σήμερα, η εργασία δεν έχει πάντα σαφή τέλος. Emails, μηνύματα και εκκρεμότητες παρατείνουν τη νοητική εγρήγορση μέχρι αργά το βράδυ.

Η συνεχής συνδεσιμότητα, γνωστή ως «υπερσυνδεσιμότητα», διατηρεί το σώμα και τον εγκέφαλο σε κατάσταση εγρήγορσης. Ο οργανισμός χρειάζεται σαφή σήματα ότι η ημέρα τελείωσε για να ξεκινήσει η διαδικασία της ξεκούρασης. Όταν όμως η νύχτα γίνεται απλώς συνέχεια της ημέρας, αυτή η μετάβαση διαταράσσεται, όπως αναφέρει το The Conversation.

Το πρόβλημα είναι ότι η εργασία έχει αλλάξει, αλλά η ανθρώπινη βιολογία όχι. Ο εγκέφαλος λειτουργεί σε κύκλους ενεργοποίησης και ανάπαυσης. Ο ύπνος δεν είναι παθητική διαδικασία, αλλά ενεργός μηχανισμός κατά τον οποίο εδραιώνονται οι μνήμες, ρυθμίζονται τα συναισθήματα και αποκαθίσταται η γνωστική λειτουργία. Η έλλειψη ύπνου επηρεάζει άμεσα τη συγκέντρωση, τη μνήμη και τη λήψη αποφάσεων.

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας είναι η απομάκρυνση από τους φυσικούς βιολογικούς ρυθμούς. Ο ύπνος ρυθμίζεται από εσωτερικά «ρολόγια» που συγχρονίζονται με το φως και τον κύκλο ημέρας-νύχτας. Ωστόσο, τα ακανόνιστα ωράρια, η παρατεταμένη έκθεση σε τεχνητό φως και η εργασία πέρα από τη δύση του ηλίου προκαλούν διαταραχές στον κιρκάδιο ρυθμό.

Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο λιγότερος ύπνος, αλλά ύπνος σε ακατάλληλες ώρες. Ακόμη κι αν κάποιος κοιμάται αρκετές ώρες, η ποιότητα της ξεκούρασης μπορεί να είναι μειωμένη.

Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι τελευταίες ώρες του ύπνου, που συχνά θυσιάζονται όταν κοιμόμαστε αργά ή ξυπνάμε νωρίς. Αυτές οι ώρες είναι κρίσιμες για τη συναισθηματική ισορροπία και την επεξεργασία των πληροφοριών. Η απώλειά τους συνδέεται με αυξημένη ευερεθιστότητα, μειωμένη ευελιξία σκέψης και μεγαλύτερη παρορμητικότητα.

Η έλλειψη ύπνου δεν σημαίνει μόνο κόπωση, αλλά διαφορετική λειτουργία του εγκεφάλου και της συμπεριφοράς.

Σε πολλές κοινωνίες, η κόπωση έχει κανονικοποιηθεί. Ο ελάχιστος ύπνος συχνά θεωρείται ένδειξη αφοσίωσης, παραγωγικότητας και φιλοδοξίας. Ωστόσο, η χρόνια κόπωση μειώνει την απόδοση, επιβαρύνει τις σχέσεις στον χώρο εργασίας και επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα των αποφάσεων.

Παράλληλα, ο ύπνος έχει μετατραπεί σε αντικείμενο κατανάλωσης. Εφαρμογές, «έξυπνα» ρολόγια, συσκευές παρακολούθησης και ειδικά στρώματα υπόσχονται καλύτερη ξεκούραση. Αν και ορισμένα εργαλεία μπορεί να βοηθούν, συχνά αντιμετωπίζουν τον ύπνο ως ατομικό πρόβλημα, αγνοώντας τις κοινωνικές αιτίες του.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η υπερβολική παρακολούθηση του ύπνου δημιουργεί άγχος. Οι άνθρωποι αρχίζουν να ανησυχούν για τον ύπνο τους, γεγονός που τελικά επιδεινώνει την ποιότητα της ξεκούρασης.

Η σύγχρονη κοινωνία προσπαθεί να διορθώσει με τεχνολογία ένα πρόβλημα που δημιούργησε η ίδια. Καμία εφαρμογή δεν μπορεί να αντισταθμίσει τα απρόβλεπτα ωράρια, την υπερσυνδεσιμότητα και την αδυναμία πραγματικής αποσύνδεσης.

Ο ύπνος δεν είναι πολυτέλεια ούτε προσωπικό επίτευγμα. Είναι βασική βιολογική ανάγκη. Η βελτίωσή του δεν εξαρτάται μόνο από τις ατομικές συνήθειες, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε τον χρόνο, την εργασία και τη ζωή μας συνολικά.