website analysis Η εφιαλτική προειδοποίηση αμερικανού οικονομολόγου για την αγορά εργασίας εν μέσω τεχνητής νοημοσύνης – Epikairo.gr

Ενώ κορυφαία στελέχη μιλούν για έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη θα φέρει τετραήμερη εργασία, ο οικονομολόγος Ρόμπερτ Ράιχ επιχειρεί να προσγειώσει τη συζήτηση στην πραγματικότητα της αγοράς εργασίας και της κατανομής της ισχύος.

Ο οικονομολόγος Ρόμπερτ Ράιχ επιχειρεί να προσγειώσει τη συζήτηση στην πραγματικότητα της αγοράς εργασίας και της κατανομής της ισχύος / SHUTTERSTOCK

Ενώ κορυφαία στελέχη της τεχνολογίας μιλούν με ενθουσιασμό για έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη θα φέρει τετραήμερη εργασία και «απελευθέρωση» από τον μόχθο, ο διαπρεπής οικονομολόγος Ρόμπερτ Ράιχ επιχειρεί να προσγειώσει τη συζήτηση στην πραγματικότητα της αγοράς εργασίας και της κατανομής της ισχύος. Σε πρόσφατο άρθρο του σε αμερικανική οικονομική ιστοσελίδα, ο πρώην υπουργός Εργασίας των Ηνωμένων Πολιτειών προειδοποιεί ότι η υπόσχεση των μικρότερων εβδομάδων εργασίας μπορεί να συνοδευτεί από πολύ μικρότερους μισθούς, με τους χαμηλόμισθους και τη βιομηχανική–εργατική τάξη να πληρώνουν τελικά το μεγαλύτερο τίμημα της αυτοματοποίησης.

Ο Ράιχ ξεκινά από μια εικόνα που, επιφανειακά, μοιάζει αντιφατική: η αμερικανική οικονομία –όπως σημειώνει– αναπτύσσεται «μια χαρά», ενώ το χρηματιστήριο «πάει σφαίρα». Κι όμως, για «τα πράγματα που μετράνε για τους περισσότερους Αμερικανούς», η κατάσταση είναι, κατά τη δική του ωμή διατύπωση, «για τα σκουπίδια». Αυτή η διάσταση ανάμεσα στους δείκτες ευημερίας των αγορών και στην καθημερινότητα των εργαζομένων είναι το έδαφος πάνω στο οποίο, κατά τον ίδιο, θα πατήσει η τεχνητή νοημοσύνη για να επιταχύνει μια ήδη παλιά τάση: την ανακατανομή των κερδών προς τα πάνω και την πίεση προς τα κάτω στους μισθούς, ειδικά στα χαμηλότερα στρώματα.

Για να στηρίξει το επιχείρημά του, ο Ράιχ αντιπαραβάλλει τη ρητορική τεχνολογικών και επιχειρηματικών ηγετών με τα ιστορικά δεδομένα της αγοράς εργασίας. Αναφέρεται σε δηλώσεις του Έρικ Γιουάν, επικεφαλής εταιρείας τηλεδιασκέψεων, και του Τζέιμι Ντάιμον, διευθύνοντος συμβούλου μεγάλης τράπεζας, οι οποίοι έχουν υποστηρίξει ότι η τετραήμερη –ακόμη και τριήμερη– εβδομάδα εργασίας θα γίνει κανόνας χάρη σε νέα εργαλεία αυτοματοποίησης.

Η δική του απάντηση είναι κατηγορηματική και επιθετική: «Όλα αυτά είναι σκέτη ανοησία», γράφει, για να συμπυκνώσει αμέσως μετά αυτό που θεωρεί «αλήθεια»: η τετραήμερη εργασία «κατά πάσα πιθανότητα» θα έρθει μαζί με «τέσσερις μέρες πληρωμής» και η τριήμερη με «τρεις μέρες πληρωμής», και ούτω καθεξής.

Η προειδοποίηση δεν αφορά μια θεωρητική δυστοπία, αλλά ένα μοτίβο που –σύμφωνα με τον Ράιχ– είναι ήδη καταγεγραμμένο στην ιστορία της αμερικανικής οικονομίας. Ως βασικό τεκμήριο επικαλείται το χάσμα ανάμεσα στην παραγωγικότητα και στους μισθούς, δηλαδή τη σύγκριση της αύξησης της συνολικής οικονομικής παραγωγής με την αύξηση των αμοιβών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, επισημαίνει, η παραγωγικότητα συνεχίζει να ανεβαίνει, όμως το κομμάτι αυτής της αύξησης που καταλήγει στους εργαζομένους παραμένει ουσιαστικά στάσιμο από τη δεκαετία του 1970.

Με άλλα λόγια, οι εργαζόμενοι «στριμώχνονται» επί δεκαετίες, ενώ οι επιχειρήσεις και οι μέτοχοι απορροφούν δυσανάλογο μερίδιο της προόδου. Υπό αυτή τη λογική, δεν υπάρχει λόγος να υποθέσει κανείς ότι η τεχνητή νοημοσύνη –ως τεχνολογία– θα ανατρέψει αυτομάτως τη σχέση ισχύος που καθορίζει πού πηγαίνουν τα κέρδη από την αύξηση της απόδοσης.

Σε πρόσφατο άρθρο του σε αμερικανική οικονομική ιστοσελίδα, ο πρώην υπουργός Εργασίας των Ηνωμένων Πολιτειών προειδοποιεί ότι η υπόσχεση των μικρότερων εβδομάδων εργασίας μπορεί να συνοδευτεί από πολύ μικρότερους μισθούς / WIKIPEDIA

Από αυτή τη διαπίστωση ο Ράιχ καταλήγει σε ένα σενάριο που θεωρεί το πιο πιθανό: «Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη θα αναλαμβάνει τη σημερινή τους εργασία, οι περισσότεροι εργαζόμενοι πιθανότατα θα γίνουν φτωχότεροι ή θα αναγκαστούν να πάρουν και δεύτερη δουλειά για να διατηρήσουν τις σημερινές τους αποδοχές».

Η υπόθεση είναι σκληρή αλλά συνεκτική με το προηγούμενο επιχείρημα: όταν η τεχνολογία μειώνει τον χρόνο που χρειάζεται για μια εργασία, το αποτέλεσμα δεν είναι υποχρεωτικά λιγότερη δουλειά για τον ίδιο μισθό. Μπορεί να είναι η ίδια δουλειά σε λιγότερο χρόνο με μειωμένη αμοιβή ή, ακόμη συχνότερα, ένας συνδυασμός «ευέλικτων» ωραρίων και πολλαπλών απασχολήσεων για να συμπληρωθεί εισόδημα που κάποτε εξασφαλιζόταν από μία θέση πλήρους απασχόλησης.

Ο Ράιχ υποστηρίζει ότι δεν χρειάζεται να περιμένουμε την πλήρη εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης για να δούμε τα πρώτα σημάδια. Παραπέμπει στην εικόνα της αγοράς εργασίας το 2025, όπου –κατά την περιγραφή του– η αύξηση των θέσεων πλήρους απασχόλησης ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, την ώρα που η περιστασιακή εργασία συνέχισε να κερδίζει έδαφος, μέσα σε ένα περιβάλλον μαζικών απολύσεων και μείωσης μισθών στους χαμηλόμισθους.

Η δυναμική αυτή, όπως την παρουσιάζει, δείχνει έναν «διάδρομο» προς μια αγορά όπου η σταθερή εργασία συρρικνώνεται και η αβεβαιότητα γίνεται μόνιμο καθεστώς, με την τεχνητή νοημοσύνη να λειτουργεί ως επιταχυντής και άλλοθι ταυτόχρονα: επιταχυντής επειδή αυξάνει τη δυνατότητα αντικατάστασης καθηκόντων, άλλοθι επειδή μπορεί να παρουσιαστεί ως «αναπόφευκτη εξέλιξη» που δικαιολογεί αναδιαρθρώσεις.

Στην καρδιά της παρέμβασής του βρίσκεται η αμφισβήτηση ενός διαδεδομένου αφηγήματος: ότι η τεχνολογία θα μας οδηγήσει σε «εποχή αφθονίας», όπου οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα χρειάζεται να ανησυχούν για τα χρήματα. Αντί γι’ αυτό, γράφει, οι νέες τεχνολογίες έχουν ήδη συμβάλει στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας «δύο ταχυτήτων»: «μια σχετικά μικρή ομάδα με εξαιρετικό πλούτο και ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων που μετά βίας τα βγάζουν πέρα».

«Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη θα αναλαμβάνει τη σημερινή τους εργασία, οι περισσότεροι εργαζόμενοι πιθανότατα θα γίνουν φτωχότεροι ή θα αναγκαστούν να πάρουν και δεύτερη δουλειά για να διατηρήσουν τις σημερινές τους αποδοχές» / SHUTTERSTOCK

Η τηλεοπτική και διαφημιστική λάμψη της «επανάστασης» μπορεί να εστιάζει στις ευκαιρίες, αλλά ο Ράιχ ζητά να κοιτάξουμε τον μηχανισμό κατανομής των ωφελημάτων: ποιοι καρπώνονται την αύξηση της παραγωγικότητας, ποιοι ελέγχουν τους κανόνες της αγοράς εργασίας, ποιοι διαπραγματεύονται από θέση δύναμης.

Γι’ αυτό και το τελικό του συμπέρασμα δεν είναι τεχνολογικό αλλά πολιτικό. «Στο τέλος της ημέρας», σημειώνει, «όλα καταλήγουν στο ποιος έχει την εξουσία». Στη φράση αυτή συμπυκνώνεται η βασική του θέση: η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι από μόνη της ούτε σωτήρας ούτε δαίμονας. Τα αποτελέσματά της στο εισόδημα και στην εργασία θα καθοριστούν από το ποιος ελέγχει τις επιχειρήσεις, ποιος γράφει τους κανόνες, ποιος έχει πρόσβαση στη διαπραγμάτευση, ποιος μπορεί να επιβάλει όρους.

Αν η ισχύς παραμείνει συγκεντρωμένη σε λίγα χέρια, τότε η υπόσχεση της μικρότερης εβδομάδας εργασίας μπορεί να μεταφραστεί σε μικρότερο μισθό, περισσότερη ανασφάλεια και ανάγκη για πολλαπλές δουλειές, αντί για πραγματική βελτίωση της ζωής.

Πίσω από την απαισιοδοξία του Ράιχ υπάρχει και μια έμμεση προειδοποίηση για τη δημόσια συζήτηση: οι υποσχέσεις περί «ελευθερίας από την εργασία» μπορεί να λειτουργήσουν ως αφήγημα που αποδυναμώνει την κοινωνική διεκδίκηση, αν παρουσιαστούν ως φυσική εξέλιξη που θα ωφελήσει όλους.

Όμως, όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία που επικαλείται –το χάσμα παραγωγικότητας και μισθών– η τεχνολογική πρόοδος δεν μοιράζεται αυτόματα. Χρειάζεται πολιτικές αποφάσεις, συλλογικές πιέσεις και θεσμούς που να μπορούν να μετατρέψουν την αποδοτικότητα σε ευημερία, όχι μόνο σε κέρδη. Αλλιώς, η τεχνητή νοημοσύνη θα γίνει το επόμενο κεφάλαιο μιας ήδη γνώριμης ιστορίας: ανάπτυξη στην κορυφή, δυσκολία στη βάση, και μια κοινωνία όπου η «καινοτομία» δεν ισοδυναμεί με δικαιοσύνη.