Κρατώντας σήμερα στα χέρια μας ένα λεπτό, ισχυρό tablet, θεωρούμε δεδομένη την ύπαρξή του. Η οθόνη αφής, η ασύρματη σύνδεση και η πρόσβαση σε αμέτρητες πληροφορίες μοιάζουν με φυσική προέκταση της καθημερινότητάς μας. Ωστόσο, πίσω στο μακρινό 1968, όταν οι υπολογιστές καταλάμβαναν ολόκληρα δωμάτια και κόστιζαν περιουσίες, ένας άνθρωπος τόλμησε να περιγράψει με ανατριχιαστική ακρίβεια το μέλλον. Το όνομά του είναι Alan Kay και το όραμά του ονομάστηκε Dynabook.
Δεν επρόκειτο απλώς για μια σχεδιαστική άσκηση επί χάρτου. Ήταν μια βαθιά φιλοσοφική και παιδαγωγική πρόταση που έμελλε να θέσει τα θεμέλια για το mobile computing, δεκαετίες προτού η τεχνολογία μπορέσει να την υποστηρίξει υλικά.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο Alan Kay εντάχθηκε στο ερευνητικό κέντρο της Xerox, το θρυλικό PARC (Palo Alto Research Center). Εκείνη την περίοδο, η κυρίαρχη αντίληψη για τους υπολογιστές ήταν πως επρόκειτο για εργαλεία διαχείρισης δεδομένων για μεγάλες επιχειρήσεις ή κυβερνητικούς οργανισμούς. Ο Kay, όμως, είχε μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση.
Επηρεασμένος από τις θεωρίες του ψυχολόγου Jean Piaget για τη μάθηση και την ανάπτυξη των παιδιών, ο Kay συνέλαβε την ιδέα ενός «προσωπικού δυναμικού μέσου» (dynamic medium). Το 1972, δημοσίευσε το ιστορικό πλέον κείμενο με τίτλο “A Personal Computer for Children of All Ages”, όπου περιέγραφε το Dynabook.
Το σοκαριστικό με το Dynabook δεν είναι η ύπαρξή του ως ιδέα, αλλά οι τεχνικές προδιαγραφές που έθεσε ο Kay, οι οποίες θυμίζουν τρομακτικά τις σύγχρονες συσκευές:
Φορητότητα: Έπρεπε να έχει μέγεθος όχι μεγαλύτερο από ένα σημειωματάριο και να ζυγίζει λιγότερο από δύο κιλά, ώστε ένα παιδί να μπορεί να το μεταφέρει παντού.Οθόνη: Επίπεδη οθόνη με ικανότητα προβολής γραφικών υψηλής ποιότητας (τουλάχιστον ένα εκατομμύριο pixels), κάτι αδιανόητο για τις καθοδικές λυχνίες της εποχής.Αλληλεπίδραση: Ενσωματωμένο πληκτρολόγιο και γραφικό περιβάλλον χρήστη.Κόστος: Ο Kay επέμενε ότι η τιμή δεν έπρεπε να ξεπερνά τα 500 δολάρια, ώστε να είναι προσβάσιμο σε σχολεία και μαθητές.Συνδεσιμότητα: Δυνατότητα ασύρματης σύνδεσης για πρόσβαση σε τεράστιες βιβλιοθήκες πληροφοριών.
Η βασική διαφορά του Dynabook από τα σημερινά tablets, όπως το iPad ή οι Android συσκευές, εντοπίζεται στη φιλοσοφία χρήσης. Για τον Alan Kay, ο υπολογιστής δεν έπρεπε να είναι μια «τηλεόραση» όπου ο χρήστης καταναλώνει παθητικά περιεχόμενο. Έπρεπε να είναι ένα εργαλείο δημιουργίας.
Γι’ αυτόν τον λόγο, ανέπτυξε τη γλώσσα προγραμματισμού Smalltalk. Στόχος ήταν τα παιδιά να μην μαθαίνουν απλώς να χρησιμοποιούν το μηχάνημα, αλλά να μπορούν να «γράψουν» τις δικές τους εφαρμογές, να ζωγραφίσουν, να συνθέσουν μουσική και να προσομοιώσουν φυσικά φαινόμενα. Το Dynabook ήταν, στην ουσία, ένα όχημα για τον ψηφιακό γραμματισμό.
Το πρόβλημα με το Dynabook ήταν ότι η τεχνολογία του 1970 δεν μπορούσε να το κατασκευάσει. Οι επίπεδες οθόνες υγρών κρυστάλλων ήταν ανύπαρκτες, οι μπαταρίες δεν είχαν την απαιτούμενη διάρκεια και οι επεξεργαστές δεν χωρούσαν σε τέτοιο κέλυφος.
Ωστόσο, η ομάδα του Kay στο Xerox PARC δεν τα παράτησε. Δημιούργησαν το «ενδιάμεσο βήμα»: τον Xerox Alto. Αν και δεν ήταν φορητός (είχε το μέγεθος ενός μικρού ψυγείου κάτω από το γραφείο), ο Alto διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά του Dynabook: ποντίκι, γραφικό περιβάλλον με παράθυρα (GUI), δικτύωση Ethernet και αντικειμενοστραφή προγραμματισμό.
Ο Alto έγινε ο προπομπός των Macintosh και των Windows. Όταν ο Steve Jobs επισκέφθηκε το Xerox PARC το 1979 και είδε τι είχαν φτιάξει, κατάλαβε αμέσως ότι αυτό ήταν το μέλλον της πληροφορικής.
Χρειάστηκαν πάνω από 40 χρόνια για να φτάσει η τεχνολογία στο σημείο που οραματίστηκε ο Kay. Το 2010, με την κυκλοφορία του iPad, το form factor του Dynabook έγινε πραγματικότητα. Λεπτό, ελαφρύ, με ασύρματη σύνδεση και οθόνη αφής.
Παρόλα αυτά, ο Alan Kay δεν ενθουσιάστηκε πλήρως με την εξέλιξη. Σε διάφορες συνεντεύξεις του, έχει ασκήσει κριτική στη σύγχρονη βιομηχανία τεχνολογίας. Θεωρεί ότι οι σημερινές συσκευές έχουν εστιάσει υπερβολικά στην κατανάλωση μέσων (social media, βίντεο) και έχουν παραμελήσει την αρχική αποστολή του Dynabook: την ενίσχυση της ανθρώπινης διάνοιας μέσω της δημιουργικής αλληλεπίδρασης.
Η ιστορία του Dynabook μας διδάσκει ότι η καινοτομία δεν αφορά πάντα την ανακάλυψη νέων εξαρτημάτων, αλλά τη σύλληψη νέων τρόπων ύπαρξης. Ο Alan Kay δεν σχεδίασε απλώς ένα gadget· σχεδίασε έναν νέο τρόπο σκέψης.
Σήμερα, κάθε φορά που ένας μαθητής ανοίγει ένα laptop για να μάθει κώδικα ή ένας καλλιτέχνης χρησιμοποιεί ένα stylus σε μια οθόνη, το πνεύμα του Dynabook είναι εκεί. Μπορεί να μην ονομάζεται έτσι, και μπορεί να μην κοστίζει πάντα 500 ευρώ, αλλά η «συσκευή για παιδιά όλων των ηλικιών» είναι πλέον μια πραγματικότητα που καθορίζει τον 21ο αιώνα.
