Από απλός καθηγητής μαθηματικών σε ένα ιδιωτικό σχολείο της Νέας Υόρκης μέχρι ιδιοκτήτης ιδιωτικού νησιού στην Καραϊβική, ο Τζέφρι Έπσταϊν έχτισε μια περιουσία και ένα δίκτυο επιρροής που συνεχίζουν να προκαλούν απορίες.
Χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο, χωρίς επίσημη πιστοποίηση ως επαγγελματίας οικονομικός σύμβουλος, αλλά με αδιαμφισβήτητη ικανότητα χειρισμού ανθρώπων, ο Έπσταϊν κατάφερε να διεισδύσει στην καρδιά της αμερικανικής και διεθνούς ελίτ, όπως αναφέρει σε εκτενές, αποκαλυπτικό άρθρο της η γαλλική εφημερίδα Le Figaro.
Στο απόγειο της επιτυχίας του, η καθαρή περιουσία του Έπσταϊν εκτιμάται ότι πλησίαζε τα 600 εκατομμύρια δολάρια. Ένα ποσό εντυπωσιακό, αλλά μικρό σε σύγκριση με τις περιουσίες των πελατών του: του επί δεκαετίες επικεφαλής της Victoria’s Secret Λες Γουέξνερ και του Λίον Μπλακ, ισχυρού παράγοντα της Wall Street, ή της Ελίζαμπεθ Τζόνσον, κληρονόμου της Johnson & Johnson. Παρ’ όλα αυτά, ο τρόπος ζωής του παρέπεμπε σε δισεκατομμυριούχο.
Ιδιοκτήτης μιας από τις μεγαλύτερες επαύλεις στο Μανχάταν, ενός κτήματος στο Παλμ Μπιτς, ενός ράντσου στο Νέο Μεξικό, ενός διαμερίσματος στο Παρίσι και του ιδιωτικού νησιού Little Saint James στις Παρθένες Νήσους, ο Έπσταϊν μετακινούνταν διαρκώς με τα ιδιωτικά του αεροσκάφη, ανάμεσά τους και το διαβόητο Boeing 727 που έμεινε γνωστό ως «Lolita Express». Ο πολυτελής βίος του δεν ήταν απλώς επίδειξη πλούτου· ήταν εργαλείο επιρροής.
Γόνος μεσοαστικής οικογένειας από το Μπρούκλιν, ο Έπσταϊν εισήλθε στον κόσμο των οικονομικών μέσα από ένα μεγάλο ψέμα. Το 1976, χωρίς να έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του, προσελήφθη ως καθηγητής μαθηματικών στο φημισμένο Dalton School, όπου φοιτούσαν παιδιά εύπορων οικογενειών. Εκεί άρχισε να καλλιεργεί τις πρώτες του επαφές.
Σε μια γκαλερί τέχνης στο Μανχάταν ο Έπσταϊν γνώρισε έναν γονέα μαθητή που εντυπωσιάστηκε από τις ικανότητές του. Μέσω αυτού, κανονίστηκε συνάντηση με τον θρυλικό τραπεζίτη της Bear Stearns, Άλαν Γκρίνμπεργκ. Παρά την έλλειψη πτυχίων -τα οποία, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, είχε ψευδώς ισχυριστεί ότι κατείχε-, ο Έπσταϊν εντυπωσίασε με την ευφυΐα και τη γοητεία του.
Στην Bear Stearns, όπου προτιμούσαν φιλόδοξους και ριψοκίνδυνους νέους αντί για αποφοίτους της Ivy League, ο Έπσταϊν βρήκε το ιδανικό περιβάλλον. Ήξερε να «πουλά» τον εαυτό του και να κερδίζει την εμπιστοσύνη ισχυρών ανδρών. Σύντομα άρχισε να συναναστρέφεται στελέχη και μεγαλοεπιχειρηματίες, αναλαμβάνοντας ρόλο στη χρηματοοικονομική μηχανική και στη μείωση φορολογικών επιβαρύνσεων για πλούσιους πελάτες.
Όταν αποκαλύφθηκε ότι είχε πει ψέματα για τα ακαδημαϊκά του προσόντα, ήταν ήδη πολύ αργά. «Ήξερα ότι αλλιώς δεν θα μου έδιναν ευκαιρία», φέρεται να απάντησε ο Έπσταϊν με κυνική ειλικρίνεια. Αντί να απολυθεί, του δόθηκε δεύτερη ευκαιρία. Το μήνυμα ήταν σαφές: Όσο παρήγε κέρδη, τα υπόλοιπα μπορούσαν να αγνοηθούν.
Η άνοδος του Έπσταϊν δεν ήταν ανέφελη. Εσωτερικός έλεγχος τον εντόπισε να παραποιεί εκθέσεις εξόδων, μετακυλίοντας στην τράπεζα προσωπικές δαπάνες, ακόμη και τα έξοδα αγοράς κοσμημάτων για ερωμένες του. Αργότερα, βρέθηκε στο μικροσκόπιο για διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών σχετικά με επικείμενες εισαγωγές εταιρειών στο χρηματιστήριο.
Πριν επιβληθούν σοβαρές
κυρώσεις, ο Έπσταϊν παραιτήθηκε
προβάλλοντας εαυτόν ως θύμα. Ήταν το
1981. Ελεύθερος πλέον από εταιρικούς
περιορισμούς, άρχισε να δραστηριοποιείται
ως ανεξάρτητος διαχειριστής περιουσίας,
χωρίς σαφή εποπτεία αλλά με πολύτιμες
διασυνδέσεις.
Μέσω κοινωνικών και ερωτικών γνωριμιών, ο Έπσταϊν διείσδυσε και στον βρετανικό κύκλο του «παλιού χρήματος». Καλλιέργησε σχέσεις με πρόσωπα όπως ο Ντάγκλας Λιζ, με επιρροή στη βιομηχανία όπλων και στους πολιτικούς κύκλους της Βρετανίας. Έμαθε τους κώδικες της αριστοκρατίας, υιοθέτησε τα τελετουργικά της και ενίσχυσε το προφίλ του ως διεθνούς συμβούλου.
Παράλληλα, ο Έπσταϊν υποσχόταν σε επενδυτές θεαματικές αποδόσεις από σύνθετες χρηματοοικονομικές κινήσεις. Κάποια κεφάλαια εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνος απόδοσης. Σε δικαστικές διαμάχες κατάφερε να αποφύγει καταδίκες, υποστηρίζοντας ότι δεν έφερε προσωπική ευθύνη για τις επενδύσεις.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο Έπσταϊν συνεργάστηκε με τον Στίβεν Χόφενμπεργκ, ο οποίος αργότερα καταδικάστηκε για τεράστια επενδυτική «πυραμίδα». Παρά τις σκιές, ο Έπσταϊν για ακόμη μία φορά απέφυγε την τιμωρία.
Η πραγματική εκτόξευση της καριέρας του Έπσταϊν έγινε όταν γνώρισε τον Λες Γουέξνερ σε πτήση από τη Νέα Υόρκη στο Παλμ Μπιτς της Φλόριντα. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Έπσταϊν έγινε ο βασικός διαχειριστής της περιουσίας του δισεκατομμυριούχου, λαμβάνοντας ακόμη και πληρεξούσιο για να ενεργεί εκ μέρους του.
Με την υποστήριξη του Γουέξνερ απέκτησε ακίνητα-σύμβολα ισχύος και διηύρυνε το δίκτυό του σε πολιτικούς, καλλιτέχνες, επιχειρηματίες και μέλη βασιλικών οικογενειών. Οργάνωνε εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις που συνδύαζαν ισχύ, χρήμα και σεξουαλική εκμετάλλευση – μια σκοτεινή πτυχή, η οποία θα αποκαλυπτόταν πλήρως χρόνια αργότερα.
Η πρώτη σοβαρή κατηγορία για προσέλκυση ανηλίκων το 2007 σηματοδότησε την αρχή του τέλους της σχέσης του Έπσταϊν με τον Γουέξνερ. Ωστόσο, ακόμη και μετά την καταδίκη και την αποφυλάκισή του στη Φλόριντα συνέχισε να βρίσκει πρόθυμους συνομιλητές.
Ο Λίον Μπλακ παραδέχθηκε ότι κατέβαλε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια στον Έπσταϊν για φορολογικές και κληρονομικές συμβουλές. Η εξήγηση αυτή αμφισβητήθηκε, δεδομένου του πλήθους αξιόπιστων συμβούλων που είχε στη διάθεσή του. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, πληρωμές σχετίζονταν και με διευθετήσεις υποθέσεων σεξουαλικών κατηγοριών.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τον Έπσταϊν για μια συμφωνία παραδοχής της ενοχής του στα μέσα του 2007, καθώς το hedge fund Bear Stearns άρχισε να καταρρέει
Μεταξύ όσων φέρονται να ζήτησαν τις
υπηρεσίες του ήταν και η Ελίζαμπεθ
Τζόνσον, καθώς και η Αριάν ντε Ρότσιλντ,
η οποία, σύμφωνα με τους New York Times, κατέβαλε
τουλάχιστον 15 εκατομμύρια δολάρια το
2015, χρόνια μετά την πρώτη του καταδίκη.
Η αγορά του νησιού Little Saint James το 1998 δεν
ήταν απλώς μια επένδυση σε εξωτικό
προορισμό. Οι Παρθένες Νήσοι προσέφεραν
φορολογικά πλεονεκτήματα και χαλαρότερη
εποπτεία. Το νησί λειτούργησε ως ιδιωτικό
καταφύγιο του Έπσταϊν, μακριά από
αδιάκριτα βλέμματα.
Ο πολυτελής τρόπος ζωής του, οι ιδιωτικές πτήσεις, τα αρχοντικά και οι φιλανθρωπικές δωρεές -ακόμη και σε ιδρύματα όπως το Χάρβαρντ, παρά την απουσία πτυχίου- συντηρούσαν μια εικόνα επιτυχίας και επιρροής. Η εικόνα αυτή ήταν το βασικό του κεφάλαιο.
Ο Τζέφρι Έπσταϊν δεν έγινε ποτέ επίσημα δισεκατομμυριούχος. Όμως, κατάφερε να πείσει πολλούς ότι ήταν. Και σε έναν κόσμο όπου η αντίληψη ισοδυναμεί με ισχύ, αυτό αποδείχθηκε αρκετό για να του ανοίξει τις πόρτες της παγκόσμιας ελίτ – μέχρι τη στιγμή που το οικοδόμημα κατέρρευσε, αποκαλύπτοντας ένα πλέγμα ψεμάτων, χειραγώγησης και εγκληματικών πράξεων που σημάδεψαν ανεξίτηλα το όνομά του.
