Αυξάνονται τα διαζύγια δείχνουν τα στατιστικά, όμως πίσω από τα στατιστικά υπάρχουν οικογένειες που αλλάζουν μορφή και, κυρίως, παιδιά που καλούνται να προσαρμοστούν σε μια νέα πραγματικότητα. Όταν μια σχέση ολοκληρώνεται, το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς χωρίζουν οι ενήλικες, αλλά πώς αυτός ο χωρισμός βιώνεται από τα παιδιά.
Το διαζύγιο από μόνο του δεν είναι απαραίτητα τραυματικό. Εκείνο που καθορίζει την ψυχική επίδρασή του είναι ο τρόπος με τον οποίο οι γονείς διαχειρίζονται τον χωρισμό τους. Η σύγκρουση, ο θυμός και η απαξίωση μπορούν να κλονίσουν το αίσθημα ασφάλειας του παιδιού, ενώ η συναισθηματική ωριμότητα και η συνεργασία μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά λέει στο ZARPA RADIO 89,6 o παιδοψυχίατρος Γιώργος Βαγιωνής ο οποίος φωτίζει τις ψυχολογικές επιπτώσεις του διαζυγίου στα παιδιά και αναδεικνύει τι μπορούν να κάνουν οι γονείς ώστε, ακόμη και μέσα στον χωρισμό, να παραμείνουν σταθερό σημείο ασφάλειας για το παιδί τους:
Το πρώτο μέλημα και ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος φόβος των γονιών είναι να διατηρηθεί μια αίσθηση ομαλότητας. Ακόμη κι αν για τους δικούς τους λόγους οδηγηθούν σε διαζύγιο, αυτό που έχει σημασία είναι ο τρόπος διαχείρισης του χωρισμού.
Οι κύκλοι στη ζωή των ανθρώπων κλείνουν — όπως κλείνει ένας κύκλος στο σχολείο ή στις σπουδές — και το ίδιο μπορεί να συμβεί και σε μια σχέση. Το μήνυμα που χρειάζεται να περάσει στο παιδί είναι ξεκάθαρο:
«Η σχέση του μπαμπά και της μαμάς ολοκληρώθηκε, όμως και οι δύο παραμένουμε γονείς σου».
Αυτό απαιτεί συναισθηματική ωριμότητα. Να μπορεί ένας ενήλικας να αποδεχθεί ότι στη ζωή υπάρχουν σχέσεις που τελειώνουν, χωρίς αυτό να ακυρώνει την αξία τους.
Όταν, όμως, το πένθος του χωρισμού μετατρέπεται σε θυμό, τότε αρχίζουν τα προβλήματα. Πολύ συχνά ο θυμός αυτός εκφράζεται με απαξιωτικά σχόλια, εκατέρωθεν κατηγορίες και συγκρούσεις, με αποτέλεσμα το παιδί να χάνει την εμπιστοσύνη του στους ενήλικες.
Τα παιδιά δεν βλέπουν τον «μπαμπά» και τη «μαμά» ξεχωριστά· βλέπουν τους «μεγάλους» ως σύνολο. Όταν ο ένας ακυρώνει τον άλλον, το παιδί αναρωτιέται: «Γιατί να ακούσω εγώ τους κανόνες; Γιατί να πιστέψω ότι αυτό που μου λένε είναι για το καλό μου;»
Έτσι διαλύεται η γονεϊκή φιγούρα συνολικά και αυτό επιστρέφει ως μπούμερανγκ, όχι μόνο στους γονείς αλλά κυρίως στο ίδιο το παιδί.
Οι γονείς χρειάζεται να θυμούνται ότι το παιδί παρατηρεί τα πάντα: κινήσεις, μορφασμούς, σιωπές. Περιμένει από αυτούς γαλήνη και ασφάλεια για να μπορέσει να εκφράσει τους δικούς του φόβους και άγχη. Όταν αυτή η ασφάλεια χάνεται, συχνά εμφανίζονται συμπτώματα όπως απόσυρση, έντονη ενοχή, κατάθλιψη ή ακόμη και αυτοτραυματισμός στην εφηβεία — όχι απαραίτητα ως ένδειξη βαριάς παθολογίας, αλλά ως καμπανάκι ψυχικής πίεσης.
Όταν ένα παιδί αυτοτραυματίζεται – Τα σημάδια που πρέπει να προσέξουν οι γονείς
Οι γονείς καλό είναι να παρατηρούν τα παιδιά τους και να αντιλαμβάνονται ότι ξαφνικά κλείνονται στον εαυτό τους: όταν βλέπουν ότι ένα παιδί από εκεί που ήταν χαρούμενο και είχε φίλους, κλείνεται στον εαυτό του, γίνεται πολύ θλιμένο, περνάει πολλές ώρες στο διαδίκτυο – γιατί με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να καταλαγιάσει μέσα του την στεναχώρια του- αρχίζει και γίνεται πολύ ενοχική, αυτοτραυματίζεται, αυτό αποτελεί ”καμπανάκι”. Ο αυτοτραυματισμός πολλές φορές, είναι θυμός ενάντια σε κάτι που προσπαθούν να το σβήσουν μέσα από έναν άλλο πόνο ή μια προσπάθεια να δημιουργήσουν έναν πόνο στο σώμα τους, για να καλύψουν ένα δικό τους μεγαλύτερο πόνο ή ένα αίσθημα κενού, που προκαλεί και η κατάθλιψη.
Για να μην φοβηθούν οι γονείς, πρέπει να ξέρουν ότι ο αυτοτραυματισμός στην εφηβεία είναι κάτι το αρκετά συνηθισμένο, μάλιστα 1 στα 10 παιδιά, αυτοτραυματίζεται κατά την διάρκεια της εφηβείας. Δεν σημαίνει ότι έχει μια βαριά ψυχοπαθολογία αλλά είναι ένα… καμπανάκι, καμπανάκι δυσφορίας: ότι για κάποιο λόγο η ψυχική ανθεκτικότητα αυτού του παιδιού, δεν έχει αντέξει. Και άρα προβαίνει σε μια πράξη η οποία, όπως καταλαβαίνει κανείς, στερείται λογικής: το να ”τα βάζεις με το σώμα σου” και να δημιουργείς πληγές στον εαυτό σου για να αντέξεις τις ψυχικές σου πληγές, δεν είναι το πιο γραμμικό.
Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος των γονιών είναι καθοριστικός. Το πιο σημαντικό δεν είναι η τιμωρία ή η κριτική, αλλά η παρατήρηση και το άκουσμα χωρίς επίκριση:
Αυτό που πρέπει να κάνουν είναι να τα ακούσουν. Να τα ακούσουν χωρίς να τα επικρίνουνε. Το παιδί χρειάζεται να νιώσει ότι ο ενήλικας μπορεί να αντέξει τη δυσφορία του και να τη μετατρέψει σε κατανόηση και γαλήνη. Γιατί αν κάποιος γονέας γυρίσει σπίτι από την δουλειά και κάτσει και ασχολείται με το κινητό ή τον υπολογιστή γιατί κάτι πρέπει να στείλει στην εργασία του, δεν έχει ποιοτικό χρόνο με το παιδί.
Αυτό που χρειάζεται είναι ένας γονιός να παρατηρεί όσο μπορεί το παιδί του: όπως μια μαμά παρατηρεί το σπυράκι που έχει ένα παιδάκι στην πλατούλα του ή κάποιες κοκκινίλες, αυτές τις ψυχικές κοκκινίλες πρέπει να βλέπει και στο σπίτι. Επίσης να μην φοβάται ο γονιός να αναγνωρίσει ο ίδιος τα σφάλματά του και να απευθύνεται στους ειδικούς.
Η συμβουλευτική πριν το διαζύγιο
Ιδανικά, η κοινωνία θα έπρεπε να έχει θεσμούς πρόληψης, όπως υποχρεωτική συμβουλευτική γονέων ή ζεύγους πριν από το διαζύγιο. Αυτό όμως απαιτεί πόρους και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό που συχνά δεν υπάρχουν. Μέχρι τότε, η ευθύνη παραμένει στους ίδιους τους γονείς: να παραδέχονται τα λάθη τους, να ζητούν βοήθεια από ειδικούς και να θυμούνται ότι η ψυχική υγεία των παιδιών χρειάζεται πρόληψη, όπως ακριβώς και η σωματική.
Τα παιδιά δεν είναι «μικροί ενήλικες» ούτε άτρωτα. Είναι προσωπικότητες που διαμορφώνονται. Και μέσα σε ένα διαζύγιο, αυτό που τελικά τα προστατεύει περισσότερο δεν είναι η αποφυγή του χωρισμού, αλλά η ποιότητα της σχέσης που διατηρούν με τους γονείς τους μετά από αυτόν.
Ο φόβος για το κοινωνικό στίγμα
Σε μια επαρχιακή πόλη παρατηρείται συχνά έντονη αντίσταση απέναντι σε ζητήματα ψυχικής υγείας. Οι γονείς συχνά αποφεύγουν να απευθυνθούν σε ειδικό ψυχικής υγείας, όχι επειδή δεν αγαπούν το παιδί τους, αλλά επειδή φοβούνται να έρθουν αντιμέτωποι με μια ψυχική πραγματικότητα που δεν αισθάνονται έτοιμοι να διαχειριστούν. Φοβούνται τη διάγνωση, τη «σφραγίδα», το κοινωνικό στίγμα, αλλά και το τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τους ίδιους ως γονείς.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ο ρόλος του παιδοψυχιάτρου και γενικότερα του επαγγελματία ψυχικής υγείας. Η δουλειά του δεν είναι μόνο επιστημονική, αλλά και βαθιά ανθρώπινη: να βρει τον κατάλληλο λόγο, τον σωστό χρόνο και τον σωστό τρόπο για να μεταφέρει το μήνυμα. Να ενημερώσει χωρίς να φοβίσει, να στηρίξει χωρίς να κρίνει και να μιλήσει χωρίς να προκαλέσει άμυνα ή πανικό.
Ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρεται μια πληροφορία στον γονιό έχει τεράστια σημασία — πολλές φορές μεγαλύτερη και από την ίδια την πληροφορία. Αυτό, βέβαια, δεν είναι πάντα εύκολο. Υπάρχουν οικογένειες που είναι ιδιαίτερα δύσπιστες, επιφυλακτικές ή φοβισμένες. Εκεί απαιτείται χρόνος, υπομονή και συνέπεια, ώστε να χτιστεί εμπιστοσύνη.
Γιατί, τελικά, η προσέγγιση της ψυχικής υγείας δεν είναι θέμα νεωτερισμού, αλλά θέμα ασφάλειας. Και η ασφάλεια ξεκινά από το να νιώσει ο γονιός ότι δεν απειλείται, αλλά ότι συνοδεύεται.
