Και ο πρώτος – αλλά και ο δεύτερος – γύρος των έμμεσων, υψηλού ρίσκου συνομιλιών μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης πραγματοποιήθηκαν σε κλίμα απόλυτης ασυνεννοησίας την Παρασκευή (6/2) στο Ομάν, και εν μέσω μιας συγκυρίας έντονης διεθνούς ανησυχίας για το ενδεχόμενο νέας πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Λίγο αργότερα το μεσημέρι είχε ξεκινήσει μια δεύτερη, απέλπιδα προσπάθεια να βρεθούν οι δύο πλευρές στο ίδιο τραπέζι, και μάλιστα την ίδια ώρα, κάτι που δεν κατέστη δυνατό νωρίτερα το πρωί.
Την ίδια ώρα, ο Λευκός Οίκος προειδοποίησε εκ νέου την Παρασκευή ότι, πέρα από τη διπλωματία, ο Αμερικανός πρόεδρος «έχει πολλές επιλογές στη διάθεσή του», ενώ λίγο μετά την επίσημη λήξη των συνομιλιών η εικονική πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τεχεράνη έδωσε εντολή να αποχωρήσουν «ΤΩΡΑ» από το Ιράν όλοι οι Αμερικανοί πολίτες.
Από την πρώτη στιγμή έγινε σαφές ότι η πρόοδος θα είναι δύσκολη, καθώς οι δύο πλευρές διαφωνούν έντονα για την ατζέντα των συζητήσεων – με αιχμή το ιρανικό βαλλιστικό πρόγραμμα.
Οι συνομιλίες στη Μουσκάτ επρόκειτο να ξεκινήσουν στις 10:00 τοπική ώρα (8 το πρωί ώρα Ελλάδας), ωστόσο, σύμφωνα με το ημιεπίσημο πρακτορείο Mehr, καθυστέρησαν περίπου μία ώρα.
Ο πρώτος γύρος διήρκεσε περίπου μιάμιση ώρα και ολοκληρώθηκε με την αποχώρηση αυτοκινητοπομπής που εκτιμάται ότι μετέφερε Αμερικανούς αξιωματούχους από το παλάτι στα περίχωρα της πρωτεύουσας, όπου διεξήχθησαν οι επαφές. Νωρίτερα είχε αποχωρήσει και ιρανική αντιπροσωπεία.
Το υπουργείο Εξωτερικών του Ομάν επιβεβαίωσε αργότερα, μέσω ανάρτησης στην πλατφόρμα X, ότι μεσολάβησε μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον για το πυρηνικό ζήτημα.
Όπως ανέφερε, ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Μπαντρ αλ-Μπουσαΐντι, είχε χωριστές συναντήσεις τόσο με τον Ιρανό ομόλογό του Αμπάς Αραγτσί όσο και με τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή Στιβ Γουίτκοφ και τον σύμβουλο του Λευκού Οίκου Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Μουσκάτ, «οι διαβουλεύσεις επικεντρώθηκαν στη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για την επανέναρξη διπλωματικών και τεχνικών διαπραγματεύσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη βούληση των μερών να διασφαλίσουν την επιτυχία τους προς όφελος της βιώσιμης ασφάλειας και σταθερότητας».
Παρότι και οι δύο πλευρές δηλώνουν πρόθυμες να επιστρέψουν στη διπλωματία, οι στόχοι τους αποκλίνουν.
Η Ουάσινγκτον επιδιώκει οι συνομιλίες να καλύψουν όχι μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, αλλά και τους βαλλιστικούς πυραύλους, τη στήριξη σε ένοπλες οργανώσεις-συμμάχους στην περιοχή και τον τρόπο μεταχείρισης των ίδιων των Ιρανών πολιτών, όπως δήλωσε ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο.
Το Ιράν, αντίθετα, επιμένει ότι οι συζητήσεις στη Μουσκάτ πρέπει να περιοριστούν αποκλειστικά στο πυρηνικό ζήτημα.
Λίγο πριν από την έναρξη των επαφών, ο Αμπάς Αραγτσί έκανε ανάρτηση στο X, παραπέμποντας εμμέσως στον 12ήμερο πόλεμο Ισραήλ–Ιράν του περασμένου Ιουνίου, στη διάρκεια του οποίου οι ΗΠΑ έπληξαν ιρανικούς πυρηνικούς στόχους.
«Το Ιράν προσέρχεται στη διπλωματία με ανοιχτά μάτια και με πλήρη μνήμη του περασμένου έτους. Διαπραγματευόμαστε με καλή πίστη και επιμένουμε στα δικαιώματά μας», ανέφερε, τονίζοντας ότι «ο αμοιβαίος σεβασμός και το κοινό συμφέρον δεν είναι ρητορική, αλλά προϋποθέσεις για μια βιώσιμη συμφωνία».
Την ίδια ώρα, η ένταση παραμένει υψηλή. Η Τεχεράνη ανησυχεί ότι ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να υλοποιήσει τις απειλές του για στρατιωτικό πλήγμα, καθώς οι ΗΠΑ έχουν ενισχύσει την παρουσία τους στην περιοχή με αεροπλανοφόρα και μαχητικά αεροσκάφη.
Παράλληλα, χώρες του Κόλπου φοβούνται ότι μια επίθεση θα μπορούσε να πυροδοτήσει ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο. Το Ιράν έχει προειδοποιήσει ότι θα απαντήσει σκληρά σε οποιοδήποτε πλήγμα, στοχοποιώντας τόσο το Ισραήλ όσο και αμερικανικούς στόχους, ενώ έχει προειδοποιήσει και τις γειτονικές χώρες που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις.
Οι διαπραγματευτές στο Ομάν καλούνται έτσι να κινηθούν σε ένα εξαιρετικά στενό πεδίο, προσπαθώντας να γεφυρώσουν τις «κόκκινες γραμμές» της Τεχεράνης – ιδίως στο θέμα των πυραύλων – και να αποτρέψουν μια νέα στρατιωτική αναμέτρηση σε μια ήδη αποσταθεροποιημένη περιοχή.
Παρόλα αυτά, ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, ο οποίος μεσολάβησε στις συνομιλίες, εξέφρασε αργότερα το απόγευμα την αισιοδοξία του ότι οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν.
Σε μια ανάρτηση στο X, ο Sayyid Badr Albusaidi δήλωσε: «Πολύ σοβαρές συνομιλίες μεσολάβησης μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ σήμερα στη Μουσκάτ. Ήταν χρήσιμο να αποσαφηνιστεί η σκέψη τόσο του Ιράν όσο και των ΗΠΑ και να προσδιοριστούν οι τομείς όπου είναι δυνατή η πρόοδος. Στόχος μας είναι να ξανασυναντηθούμε σε εύθετο χρόνο, με τα αποτελέσματα να εξεταστούν προσεκτικά στην Τεχεράνη και την Ουάσινγκτον».
Ταυτόχρονα, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Abbas Aragchi, δήλωσε ότι οι έμμεσες συνομιλίες με αξιωματούχους των ΗΠΑ στο Ομάν ήταν «μια πολύ καλή αρχή», αλλά ότι οι διαπραγματευτές πρέπει τώρα να μιλήσουν με τους ηγέτες τους.
Σε δηλώσεις του στα ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης λίγο μετά τις διαπραγματεύσεις στη Μουσκάτ, είπε ότι τόσο οι αξιωματούχοι της Τεχεράνης όσο και της Ουάσινγκτον συμφώνησαν να «προχωρήσουν στις διαπραγματεύσεις», σύμφωνα με δηλώσεις που μεταδόθηκαν από τα πρακτορεία ειδήσεων.
Οι σημερινές συνομιλίες διεξήχθησαν σε «πολύ θετική ατμόσφαιρα», πρόσθεσε.
Δεν υπήρξαν περαιτέρω σχόλια σχετικά με το περιεχόμενο των συζητήσεων που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια των συνομιλιών.
