Η απόφαση του Αρείου Πάγου για τον τρόπο υπολογισμού των τοκοχρεολυτικών δόσεων στα «κόκκινα δάνεια» που είχαν ρυθμιστεί με τον νόμο Κατσέλη προκαλεί σημαντικές αποκλίσεις στα ποσά που καλούνται να καταβάλουν οι δανειολήπτες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η απόφαση του Αρείου Πάγου προβλέπει αναδρομική ισχύ. Ωστόσο, αναμένεται και η καθαρογραφή της απόφασης.
Η σημασία της αναδρομικότητας γίνεται πιο κατανοητή μέσα από ένα απλό παράδειγμα:
αν σε δανειολήπτη είχε επιβληθεί δόση 500 ευρώ συν τόκους, με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού η μηνιαία επιβάρυνση έφτανε τα 700 ευρώ, καθώς οι τόκοι υπολογίζονταν στο συνολικό άληκτο κεφάλαιο.
αν ο δανειολήπτης κατέβαλλε αυτό το ποσό για δύο χρόνια και, με τον νέο τρόπο, η δόση μειώνεται στα 510 ευρώ, τότε η διαφορά των 190 ευρώ μηνιαίως (συνολικά 4.560 ευρώ) θεωρείται αχρεωστήτως καταβληθείσα και θα πρέπει να συμψηφιστεί με τις τρέχουσες απαιτήσεις των servicers.
Η καταναλωτική οργάνωση ΕΚΠΟΙΖΩ επισημαίνει ότι η απόφαση επιφέρει άμεσα:
ορθό επανυπολογισμό των τόκων,
προσαρμογή των υφιστάμενων ρυθμίσεων,
συμψηφισμό των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και ενημέρωση των δανειοληπτών με αποστολή νέου, χαμηλότερου δοσολογίου.
Χαρακτηριστικά των μεγάλων διαφορών που προκύπτουν είναι τα παραδείγματα που παρουσίασε η δικηγόρος Αριάδνη Νούκα στην ΕΡΤ, κάνοντας λόγο για «τεράστιες αποκλίσεις» στις χρεώσεις. Ειδικότερα:
Για οφειλή 100.000 ευρώ με επιτόκιο 3%, ο ετήσιος τόκος ανέρχεται σε 3.000 ευρώ (250 ευρώ μηνιαίως). Με τον νέο τρόπο υπολογισμού, όταν οι τόκοι εφαρμόζονται στη μηνιαία δόση (π.χ. 500 ευρώ), η επιβάρυνση περιορίζεται στα 15 ευρώ τον μήνα.
Σε δάνειο 120.000 ευρώ με επιτόκιο 4,5% και διάρκεια 20 έτη, η παλαιά μηνιαία δόση των 767 ευρώ μειώνεται στα 522,5 ευρώ, με μηνιαίο όφελος 244,5 ευρώ και ετήσιο 2.934 ευρώ.
Αντίστοιχα, σε δάνειο 150.000 ευρώ με επιτόκιο 5% και διάρκεια 25 έτη, η δόση πέφτει από τα 887 στα 525 ευρώ, δηλαδή μείωση 362 ευρώ τον μήνα ή 4.344 ευρώ ετησίως.
Όπως τόνισε η κ. Νούκα, «η διαφορά είναι χαώδης», υπογραμμίζοντας ότι η ρύθμιση του νόμου Κατσέλη δεν συνιστά τραπεζικό προϊόν, αλλά δικαστικά προσδιορισμένη οφειλή, η οποία πρέπει να εξυπηρετείται χωρίς ανατοκισμό και με γνώμονα την αξιοπρεπή διαβίωση του οφειλέτη. Κατά την ίδια, η απόφαση αναμένεται να έχει αναδρομική ισχύ, καθώς ερμηνεύει το διατακτικό παλαιότερων δικαστικών αποφάσεων.
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με ψήφους 35 έναντι 12, έκρινε ότι οι τόκοι δεν υπολογίζονται από την αρχή της ρύθμισης επί του συνολικού κεφαλαίου, αλλά σε μηνιαία βάση και αποκλειστικά πάνω στη δόση που έχει ορίσει το δικαστήριο. Το κρίσιμο δίλημμα ήταν αν ο ανατοκισμός θα εφαρμόζεται στο σύνολο της οφειλής, όπως υποστήριζαν τράπεζες και servicers, ή μόνο στη μηνιαία δόση. Η δεύτερη εκδοχή που επικράτησε αποτρέπει τον εκτοκισμό μη απαιτητών ποσών και καθιστά τις ρυθμίσεις ουσιαστικά βιώσιμες.
Το ζήτημα ανέκυψε λόγω αντικρουόμενων αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων σχετικά με τον υπολογισμό των τόκων στα δάνεια του νόμου 3869/2010, γεγονός που δημιούργησε ανασφάλεια δικαίου. Η διαφωνία αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου και έφτασε στον Άρειο Πάγο μέσω προδικαστικού ερωτήματος από το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Στις 27 Φεβρουαρίου 2025, το θέμα συζητήθηκε στην Ολομέλεια στο πλαίσιο πιλοτικής δίκης.
Τελικά, η Ολομέλεια υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση της τότε εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Γεωργίας Αδειλίνη, καθώς και την εισήγηση του εισηγητή της υπόθεσης, τονίζοντας ότι ο συγκεκριμένος τρόπος υπολογισμού των τόκων ευθυγραμμίζεται με τον κοινωνικό σκοπό του νόμου: την αντιμετώπιση της υπερχρέωσης και τη διασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης για τον οφειλέτη και την οικογένειά του.
