Τα υπεράκτια αιολικά εντάσσονται στα εμβληματικά έργα του ΥΠΕΝ για το επόμενο έτος
«Ούριος άνεμος» φαίνεται να φυσά στα υπεράκτια αιολικά πάρκα, ένας άνεμος που προέρχεται κυρίως από τα ασφυκτικά ορόσημα του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF).
Η ανάγκη να «κλειδώσουν» μεταρρυθμιστικά milestones, ώστε να μη χαθούν πολύτιμοι ευρωπαϊκοί πόροι, φαίνεται πως επιτάχυνε τις αποφάσεις του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, οδηγώντας σε μια επανεκκίνηση του πλαισίου για τα offshore αιολικά έπειτα από περίπου 15 μήνες αδράνειας, επιδιώκοντας να κρατήσει «ζεστό» το πρότζεκτ.
Η επανεκκίνηση αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο Ενιαίο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής (ΕΣΚυΠ) 2026, όπου τα υπεράκτια αιολικά εντάσσονται στα εμβληματικά έργα του ΥΠΕΝ για το επόμενο έτος.
Εξάλλου, όπως γράφαμε πριν λίγες ημέρες, το πρώτο πιλοτικό αιολικό πάρκο στη θαλάσσια περιοχή Αλεξανδρούπολης – Σαμοθράκης βρίσκεται στη φάση της εκπόνησης μελετών, ενώ στο project της ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ συμμετέχει πλέον και η Masdar, ενεργειακός κολοσσός με έδρα το Αμπού Ντάμπι.
Πρώτο, λοιπόν, βήμα, με βάση το νέο σχεδιασμό, θα είναι η τροποποίηση και επικαιροποίηση του νόμου 4964/2022 περί τα τέλη Μαρτίου.
Όπως αναφέρει το Business Daily, πρόκειται για ένα νομοθέτημα που προβλέπει, μεταξύ άλλων, την απλοποίηση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, θέσπιση πλαισίου για την ανάπτυξη των Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων, την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, την προστασία του περιβάλλοντος.
Εν συνεχεία, αναμένεται κάπου κοντά στα τέλη Ιουνίου η έκδοση Υπουργικής Απόφασης για τη σύσταση εταιρείας ειδικού σκοπού (SPV) από την Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ).
Το SPV θα αναλάβει την εκπόνηση ανεμολογικών και βυθομετρικών μελετών στις θαλάσσιες περιοχές που προορίζονται για την πρώτη φάση ανάπτυξης υπεράκτιων αιολικών πάρκων, συνολικής ισχύος 1,9 GW.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι τα στοιχεία που θα παραχθούν από το SPV θα είναι διαθέσιμα στους ενδιαφερόμενους επενδυτές, επιτρέποντάς τους να αποτιμήσουν καλύτερα το κόστος και το ρίσκο των μελλοντικών έργων.
Παράλληλα, εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος, προγραμματίζεται αναμένεται η Υπουργική Απόφαση δέσμευση ηλεκτρικού χώρου 1,9 GW από τον ΑΔΜΗΕ, ώστε τα μελλοντικά έργα να μπορούν να συνδεθούν στο δίκτυο όταν κατασκευαστούν.
Αμέσως μετά σειρά έχει η έκδοση Υπουργικής Απόφασης που θα καθορίζει τη γενική «αρχιτεκτονική» των διαγωνισμών παραχώρησης θαλάσσιων περιοχών σε επενδυτές, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται ακόμη συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την προκήρυξή τους.
Όπως μεταφέρει στο Business Daily ο Γενικός Διευθυντής της Ελληνικής Επιστημονικής Ένωσης (ΕΛΕΤΑΕΝ), Παναγιώτης Παπασταματίου: «Υπάρχει σημαντική καθυστέρηση. Τα βασικά ορόσημα -εκκρεμότητες είναι δύο. Το πρώτο είναι η έγκριση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης, που έχει εκπονήσει η ΕΔΕΥΕΠ, το οποίο θα έπρεπε να έχει ήδη εγκριθεί με υπουργική απόφαση εδώ και πολλούς μήνες.
Όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει φως για την έγκρισή τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. Το δεύτερο ορόσημο είναι να γίνουν οι μελέτες που πρέπει να πραγματοποιήσει η ΕΔΕΥΕΠ.
Σε αυτό το σημείο, αυτό που φαίνεται να εξετάζεται είναι ουσιαστικά να αλλάξει λίγο ο νόμος και να επιτραπεί στην ΕΔΕΥΕΠ να μπορεί να προχωρήσει στις μελέτες ακόμη και χωρίς την προηγούμενη έγκριση του Εθνικού Προγράμματος».
Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Παπασταματίου, η ακολουθία που θεσμικά προβλέπεται σήμερα είναι πρώτα η έγκριση του Προγράμματος και στη συνέχεια η διάθεση δημόσιων πόρων για μελέτες στις περιοχές που αυτό θα ορίζει.
Η επιλογή της παράκαμψης, όπως σημειώνει, φαίνεται να προκύπτει από τη δυσκολία ή την απροθυμία υπογραφής του Εθνικού Προγράμματος, για λόγους που δεν είναι απολύτως σαφείς.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Γενικός Διευθυντής της ΕΛΕΤΑΕΝ, εκτιμά ότι εντός του 2026 είναι πιθανό να υπάρξει κάποια κινητικότητα στο σκέλος των μελετών, γεγονός που, αν και θετικό σε σχέση με την πλήρη αδράνεια, δεν αντιμετωπίζει, κατά την άποψή του, το ουσιαστικό πρόβλημα.
Σύμφωνα με τον κ. Παπασταματίου, το πραγματικά κρίσιμο μέτωπο παραμένει η εφαρμογή του νόμου και η εκκίνηση της αδειοδοτικής διαδικασίας μέσω του Εθνικού Προγράμματος, για το οποίο δεν έχει δοθεί ακόμη σαφές σήμα προόδου.
Σχετικά με το ζήτημα του υψηλού κόστους των πλωτών υπεράκτιων αιολικών, ο ίδιος εξηγεί πως η οικονομική αποτίμηση τέτοιων έργων δεν γίνεται με τα σημερινά δεδομένα.
Άλλωστε, όπως επισημαίνει, οι τελικές επενδυτικές αποφάσεις θα ληφθούν σε βάθος χρόνου, όταν τα έργα θα έχουν ωριμάσει, με τη διεθνή εμπειρία να έχει δείξει ότι το κόστος των νέων τεχνολογιών τείνει να μειώνεται όσο αυτές αναπτύσσονται.
