website analysis Από το Αρχοντικό των Μπενιζέλων, έως την «Οικία Κοκοβίκου»: Iστορίες και θρύλοι για τα 10 παλαιότερα αρχοντικά της Αθήνας – Epikairo.gr

Η είδηση της ανάδειξης του πλούτου των αρχαιοτήτων που ανακαλύφθηκαν από τις έρευνες στο παλαιό σπίτι της οδού Τριπόδων 32 στην Πλάκα, γνωστού και ως «οικία Κοκοβίκου» από τη γνωστή κινηματογραφική κωμωδία του 1965 του Γιώργου Τζαβέλλα, με τους Γιώργο Κωνσταντίνου και Μάρω Κοντού, ήρθε να επιβεβαιώσει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι το ιστορικό κέντρο της Αθήνας είναι ένα μωσαϊκό Ιστορίας και πολιτισμού τουλάχιστον 2,5 χιλιάδων χρόνων, καθώς και ολοζώντανων αναμνήσεων.
Είναι τόσο, μάλιστα, το φορτίο που κουβαλάει στο πέρασμα των αιώνων αυτός ο τόπος, που σε κάποια σημεία του, όπως αυτό το σπίτι, συγκλίνουν εποχές με τεράστια απόσταση μεταξύ τους. Που αφηγούνται τις ιστορίες και τους θρύλους τους, αναδεικνύουν τα πρόσωπα και τα γεγονότα που τα πλαισίωσαν, δημιουργώντας ένα ανεπανάληπτο ιστορικό και πολιτισμικό αποτύπωμα για τις επόμενες γενιές μέχρι σήμερα.
Η «οικία Κοκοβίκου», μια κλασική κατοικία της τελευταίας περιόδου της Τουρκοκρατίας, είναι ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα κτίσματα της Αθήνας που χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά ως κατοικίες. Από τα ελάχιστα αυθεντικά ζωντανά δείγματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής εκείνης της εποχής. Ενα τριώροφο 266 τετραγωνικών μέτρων, με υπόγειο και δύο ορόφους, σε ένα οικόπεδο έκτασης 411.37 τ.μ. Ανήκει στα προ-νεοκλασικά οικήματα της Αθήνας, με κεραμοσκεπή, κοινόχρηστη αυλή, δωμάτια-διαμερίσματα, πολλά παράθυρα και εξωτερική χτιστή σκάλα.
Χαλίλ Εφέντης
Κατασκευάστηκε γύρω στο 1800 και πρώτος ένοικός του ήταν ο καδής Χατζή Χαλίλ (ή Χατζή Χαλίλ Εφέντης), ο οποίος ζούσε σε αυτό όταν ξέσπασε η Επανάσταση στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 1821. Τότε η Υψηλή Πύλη τον κάλεσε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί αρνήθηκε να εκδώσει διαταγή για σφαγές κατά των Ορθοδόξων, Ελλήνων και μη, στην επικράτεια που είχε υπό τον έλεγχό του. Το πλήρωσε με τη ζωή του: με εντολή του σουλτάνου θανατώθηκε, έπειτα από απάνθρωπα βασανιστήρια και σχεδόν παράλυτος, στο Αφιόν Καραχισάρ.
Το σπίτι αυτό, αργότερα, άλλαξε πολλούς ενοίκους, στέγασε ακόμα και ιδιωτικό σχολείο. Απαλλοτριώθηκε το 1979 για αρχαιολογικούς σκοπούς. Κηρύχθηκε διατηρητέο και στις αρχές του 2000 ξεκίνησαν ανασκαφές στην αυλή και στο εσωτερικό του, οι οποίες αποκάλυψαν πολλαπλά αξιόλογα ευρήματα από την κλασική και την παλαιοχριστιανική έως τη βυζαντινή εποχή.
Ολα αυτά πλέον έρχονται να αποκαλυφθούν και να γίνουν κτήμα των Ελλήνων και ξένων επισκεπτών. «Συνολικά, αποκαθίσταται η ιστορική εικόνα του κτιρίου, αναδεικνύεται ο μνημειακός του χαρακτήρας και διασφαλίζεται η καθολική προσβασιμότητα», δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, καθώς το ιστορικό ακίνητο θα μετατραπεί σε πολιτιστικό κέντρο προβολής ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου, ταιριάζοντας ακριβώς στο πώς έχει εγγραφεί στη συνείδηση των νεοελλήνων. Μιλάμε για ένα κτίσμα που, παρά την αξιακή του υπόσταση, εν μέσω μνημονίων, τον Σεπτέμβριο του 2014, βγήκε σε πλειστηριασμό από το ΤΑΙΠΕΔ με τιμή εκκίνησης 900.000 ευρώ. Μετά τις αντιδράσεις που προκάλεσε η είδηση της εκποίησης, ουδείς προσήλθε.
«Οικία Κοκοβίκου»
Η «οικία Κοκοβίκου» είναι το 5ο παλαιότερο σπίτι της Αθήνας που διασώζεται σήμερα. Οπως και τα άλλα της κατηγορίας του, διόλου τυχαία, έχουν χτιστεί -ή ανακαινιστεί, αντικαθιστώντας ήδη υπάρχοντα- κατά την τέταρτη δεκαετία του 19ου αιώνα και βρίσκονται στην περιοχή της Πλάκας, καθώς από εκεί ξεκίνησε να αναπτύσσεται η νέα πρωτεύουσα όταν ανακηρύχθηκε επίσημα, το 1834. Ηταν μια περίοδος ευρείας ανοικοδόμησης. Η Αθήνα είχε ουσιαστικά καταστραφεί και οι διωγμένοι από τις οθωμανικές επιθέσεις κάτοικοί της επέστρεφαν και προσπαθούσαν να χτίσουν ξανά τα σπίτια τους, ενώ παράλληλα κατασκευάζονταν κτίρια για να στεγαστούν οι Αρχές και οι υπηρεσίες του νεοσύστατου κράτους.
«Oικία Κοκοβίκου» Τριπόδων 32, Πλάκα / 1800 Το 5ο παλαιότερο σπίτι της Αθήνας ανήκει στα προ-νεοκλασικά οικήματα. Με κεραμοσκεπή, κοινόχρηστη αυλή, δωμάτια-διαμερίσματα και εξωτερική χτιστή σκάλα
Τα υλικά ήταν περιορισμένα, επομένως στις κατασκευές πρυτάνευε η κάλυψη των αναγκών και όχι η επίδειξη πολυτέλειας, οικονομικής και πολιτικής ισχύος, αν και υπήρξαν και περιπτώσεις πλουσίων οικογενειών που ακολούθησαν τους δικούς τους κανόνες. Οι ιστορικοί της εποχής περιγράφουν την τότε Αθήνα στα πρώτα βήματά της ως πρωτεύουσα, ως μια μικρή πόλη με στενά δρομάκια, χαμηλά σπίτια, πολλές κατεστραμμένες εκκλησίες και παντού ερείπια. Τα αθηναϊκά σπίτια είχαν χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονταν στο τοπικό κλίμα και τις κοινωνικές δομές.
Πολύ νωρίτερα, ο σπουδαίος Οθωμανός εξερευνητής και χρονικογράφος Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφθηκε την Αθήνα το 1667, περιέγραφε τα σπίτια της ως εξής: «Είναι σκεπασμένα με κεραμίδια, καμωμένα σαν κάστρα, ογκώδη κτίρια, λιθόκτιστα από κάτω ως πάνω και στερεά. Σε κάθε σπίτι υπάρχει στέρνα νερού. Γενικά είναι σπουδαία σπίτια, γερά, όμορφα, στολισμένα, ευρύχωρα και τα περισσότερα με περιβόλι».
Με την άφιξη των Βαυαρών αρχιτεκτόνων ξεκίνησε η έφοδος του νεοκλασικισμού. Αντικρίζοντας την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα, θέλησαν να προσδώσουν τα χαρακτηριστικά της εκπληκτικής αρχιτεκτονικής των αρχαίων Αθηναίων στα κτίσματα δύο χιλιετιών αργότερα.
Μεγάλο Κονάκι
Το 1834, ο Αγγλος φιλέλληνας ιστορικός Φίνλεϊ που έφτιαξε τότε τρία σπίτια στην Αθήνα, σε επιστολή προς φίλους του έγραφε: «Η Αθήνα είναι ένα μεγάλο χωριό… Εχει πολλούς ελικοειδείς δρομάκους, οι οποίοι όμως δεν διασχίζονται από καμιά οδό κατάλληλη για οχήματα. Ενας μόνο σχεδόν δρόμος υπάρχει, αλλά και αυτός ξεκινά από το Θησείο και φτάνει στο σπίτι του βοεβόδα (Μεγάλο Κονάκι) και από εκεί στην Πύλη του Αδριανού».
Αυτή ήταν η εικόνα της Αθήνας όταν άρχισε να διαμορφώνεται το οικιστικό περιβάλλον της Πλάκας με τις πρώτες νέες ιδιωτικές κατοικίες. Αυτή ήταν η πιο κεντρική συνοικία της Αθήνας. Η οδός Αδριανού, που άρχιζε από την πλατεία του Αγίου Φιλίππου και κατέληγε στην Πύλη του Αδριανού, ήταν ο κεντρικότερος και πιο πολυσύχναστος δρόμος.
Τα σπίτια που χτίζονταν στην Πλάκα από τότε, ακολούθησαν την ίδια ρυθμολογία και αρχιτεκτονική φυσιογνωμία, με κεραμοσκεπές, παραστάδες, κυμάτια και ακροκέραμα. Μαζί με τους Ελληνες, πολλοί ξένοι αγόρασαν μεγάλες εκτάσεις για να οικοδομήσουν τα σπίτια τους ή προς εμπορική εκμετάλλευση.
Στα περισσότερα από τα σπίτια, κατασκευής προ του 1840, που σώζονται στην Αθήνα μέχρι σήμερα, υπήρξε ευτυχώς είτε παρέμβαση του κράτους είτε φροντίδα των ιδιοκτητών και διατηρούνται σε άριστη κατάσταση, ορισμένα δε έχουν αξιοποιηθεί ως μουσεία. Είναι 10 σπίτια, άλλα επιβλητικά και άλλα πολύ πιο απλά, όπως το σπίτι της οδού Τριπόδων, σε κάθε περίπτωση όμως, εμβληματικά της εποχής τους. Και σίγουρα «μιλούν» στους επισκέπτες τους ή τους περαστικούς για τις μεγάλες και μικρές ιστορίες και τους θρύλους που τα συνοδεύουν, τα σπουδαία πρόσωπα και τις συναρπαστικές καταστάσεις που σημάδεψαν τη διαδρομή τους.
Οικία Κλεάνθη-Σάουμπερτ
Επί της οδού Θόλου 5, με ιδιότυπη αρχιτεκτονική, χτισμένη σε ρυθμό αθηναϊκού σπιτιού της εποχής με ρομαντικά στοιχεία, με τις τζαμαρίες και τις ταράτσες της, τα κολονέτα και την αυλή της ξεχωρίζει στη βόρεια πλευρά της Ακρόπολης. Ενα πραγματικό στολίδι. Ο αρχικός πυρήνας του κτιρίου, με τα τοιχώματα φρουριακών διαστάσεων και τους θολοσκέπαστους υπόγειους χώρους, χρονολογείται τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα.
Ο κλειστός εξώστης του ορόφου στη βόρεια πλευρά, το χαγιάτι που βλέπει στην αυλή προς Νότο, οι θόλοι, τα πηγάδια, η γενικότερη ασυμμετρία των αξόνων και άλλα πολλά προσδίδουν μια γραφικότητα, αντικατοπτρίζοντας στοιχεία της παραδοσιακής αθηναϊκής αρχιτεκτονικής. Την οικία αγόρασαν από την Τουρκάλα Σαντέ Χανούμ ο Μακεδόνας αρχιτέκτονας Σταμάτης Κλεάνθης και ο Βαυαρός συνάδελφος και συνεργάτης του Εδουάρδος Σάουμπερτ. Είχαν έρθει στην Αθήνα, το 1831, με πρόσκληση του Καποδίστρια, και εργάστηκαν στη συνέχεια για τη σύνταξη του πρώτου πολεοδομικού σχεδίου της πόλης και την ανέγερση νέων κτιρίων. Ηταν μια παλιά ερειπωμένη κατοικία.
Μπορεί να ταυτιστεί μάλιστα, με ένα κτίριο που απεικονίζεται σε πίνακα της Αθήνας του Τζ. Κάρεϊ, ο οποίος επισκέφτηκε την Αθήνα το 1674 ως ζωγράφος του Σαρλ Φρανσουά Ορλιέ, Γάλλου πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Οι δύο αρχιτέκτονες δεν την γκρέμισαν, αλλά την επισκεύασαν και την επέκτειναν, χρησιμοποιώντας την ως κατοικία και γραφείο. Η μεγαλύτερη αίθουσά της είχε ευρεία θέα της πόλης και της πεδιάδας μέχρι την Πάρνηθα.
Οικία Κλεάνθη-Σάουμπερτ Θόλου 5, Πλάκα / 17ος αιώνας Οι αρχιτέκτονες Σταμάτης Κλεάνθης και Εδουάρδος Σάουμπερτ κλήθηκαν από τον Καποδίστρια το 1831 να συντάξουν το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο Αθηνών. Σήμερα το κτίριο φιλοξενεί το Μουσείο Ιστορίας του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου
Μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, η αναστηλωμένη αυτή οικία νοικιάστηκε το 1834 για να στεγάσει το Α’ Γυμνάσιο της Αθήνας. Επειτα, το 1837, για να στεγαστεί το πρώτο Ελληνικό Πανεπιστήμιο, το Οθώνειον Πανεπιστήμιον, με τέσσερις σχολές. Παρότι ήταν από τα μεγαλύτερα σπίτια της τότε Αθήνας, δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος, γι’ αυτό και το 1842 εκείνο μετεγκαταστάθηκε. Το 1856, ο Κλεάνθης την πούλησε σε έναν Κρητικό. Εκτοτε άλλαξε ιδιοκτησία και χρήσεις.
Χρησιμοποιήθηκε κατά διαστήματα για τη στέγαση προσφύγων, ως στρατώνας, σχολείο, κατοικία, ακόμη και ως ταβέρνα στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το 1963 κηρύχθηκε διατηρητέα. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών απέκτησε οριστικά την ιδιοκτησία της τον Απρίλιο του 1967. Οι εργασίες αποκατάστασης του κτιρίου διήρκεσαν 10 χρόνια (1975-1985). Από τον Μάιο του 1987, επί πρυτανείας του Μιχάλη Σταθόπουλου, λειτουργεί εκεί το Μουσείο Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αρχοντικό Λογοθέτη
Το Αρχοντικό Λογοθέτη, κτίσμα του 17ου αιώνα, βρίσκεται στο Μοναστηράκι, στην οδό Αρεως 14. Μια καμάρα της πύλης του, μια βρύση, ένα λίθινο εξωτερικό κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στο ανώγειο του σπιτιού και μια αυλή είναι ό,τι έχει απομείνει σήμερα. Μέσα στην αυλή βρίσκεται και το εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, που ανήκε στην οικογένεια. Το πέτρινο και διώροφο αρχοντικό ξεχώριζε από όλα τα γειτονικά κτίσματα. Ανήκε στον Νικόλαο Λογοθέτη, ο οποίος καταγόταν από την Τζια και αργότερα ήρθε στην Αθήνα, όπου νυμφεύτηκε την κόρη του Βερνάρδου Καπετανάκη, προξένου της Μεγάλης Βρετανίας, τον οποίο και διαδέχθηκε. Η ασθένεια, ο θάνατος και η κηδεία της κόρης του, γύρω στο 1805, παρουσία όλων των αρχόντων και του ιερατείου των Αθηνών, είχαν απασχολήσει έντονα τους ξένους περιηγητές, με τον λαϊκό θρύλο να αποδίδει την απώλεια της κοπέλας σε μάγια.
Αρχοντικό Λογοθέτη Αρεως 14, Μοναστηράκι / 17ος αιώνας Στην οικία του Νικολάου Λογοθέτη βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, ενώ εκεί φιλοξενήθηκε για ένα διάστημα και ο λόρδος Ελγιν
Ο Λογοθέτης φιλοξένησε στο αρχοντικό του και τον Τόμας Ελγιν, όταν εκείνος επισκέφθηκε την Αθήνα. Και μαζί με αυτόν και ορισμένα από τα κλεμμένα ιερά Γλυπτά του Παρθενώνα, μέχρι να τα συσκευάσει για να τα φυγαδεύσει στη Βρετανία με το πλοίο «Μέντωρ». Το αρχοντικό χρησιμοποιήθηκε αργότερα για τη στέγαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και επί ενάμιση χρόνο για ανάγκες της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (Αρσάκειο). Το εκκλησάκι στο οποίο έψελναν στα νεότερα χρόνια οι Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και Ζαχαρίας Παπαντωνίου κατεδαφίστηκε επί Κατοχής. Με χρηματοδότηση του υπουργείου Πολιτισμού, το 2004, ξεκίνησαν εργασίες ανακατασκευής του και το 2005, όταν ολοκληρώθηκαν, επαναλειτούργησε.
Πύργος Τσερτς
Ο τριώροφος πύργος Τσερτς, επί της οδού Σχολείου 5 και Επιχάρμου, χτίστηκε επί Τουρκοκρατίας και ανακαινίστηκε όταν πέρασε, μετεπαναστατικά, στην κατοχή του Σκωτσέζου ιστορικού Τζορτζ Φίνλεϊ. Σε αυτόν διέμεινε ο Ιρλανδός στρατηγός Ρίτσαρντ Τσερτς. Εχει χαρακτηριστεί ως διατηρητέο μνημείο με την ονομασία «Οικία Τσωρτς», ωστόσο η σωστή προφορά του επωνύμου του φιλέλληνα στρατηγού είναι Τσερτς.
Δίνει την εντύπωση πύργου με την ιδιόρρυθμη καμινάδα του, την εσωτερική του σκάλα και τα μικρά παράθυρά του, χαρακτηριστικά γνωρίσματα των οθωμανικών κτιρίων. Χτίστηκε το 1701 και υπήρξε καρακόλι, δηλαδή αστυνομικό φυλάκιο των Τούρκων. Ο πύργος έμεινε αλώβητος στη διάρκεια της λεηλασίας του Κιουταχή το 1827. Αναφερόμενος μεταγενέστερα ως «οικία Διαλισμά», το 1928, αποτέλεσε θέμα γνωστού πίνακα του Γιάννη Τσαρούχη.
Πύργος Τσερτς Σχολείου 5, Πλάκα / 1701 Ο τριώροφος πύργος στα μετεπαναστατικά χρόνια πέρασε στην κατοχή του Σκωτσέζου ιστορικού Τζορτζ Φίνλεϊ, ενώ εκεί διέμεινε ο φιλέλληνας Ιρλανδός στρατηγός Ρίτσαρντ Τσερτς
Γεννημένος το 1784 στο Κορκ της Ιρλανδίας, ο φιλέλληνας σερ Ρίτσαρντ Τσερτς, μετά την πτώση του Μεσολογγίου ήρθε στην Αθήνα. Εξελέγη από τη Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας «αρχιστράτηγος και διευθυντής απασών των κατά ξηράν δυνάμεων της Ελλάδος». Βοήθησε στο Φάληρο τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, ενώ πήρε μέρος και σε άλλες μάχες. Παντρεύτηκε την Ελίζαμπεθ Γουίλμοτ.
Με την άφιξη του Καποδίστρια διορίστηκε αρχηγός της Δυτικής Ελλάδας και κατέλαβε το Μεσολόγγι, το Αιτωλικό και το φρούριο της Βόνιτσας. Επί Οθωνα διορίστηκε σύμβουλος της Επικρατείας και αργότερα γερουσιαστής. Πέθανε τον Μάρτιο του 1873 και τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη. Η πόλη των Αθηνών τον τίμησε, δίνοντας το όνομά του σε μια κάθετη οδό στην πλατεία Κάνιγγος.
Αρχοντικό Λασσάνη
Το Αρχοντικό Λασσάνη βρίσκεται στην οδό Διογένους 1-3 στην Πλάκα, απέναντι από τους Αέρηδες. Ανήκε στον Κοζανίτη λόγιο, φιλικό, αγωνιστή και πολιτικό Γεώργιο Λασσάνη, που έζησε σε αυτό μαζί με τη σύζυγό του Ευφημία Λιανοσταφίδα, γόνο πλούσιας αθηναϊκής οικογένειας. Οικοδομήθηκε μεταξύ 1833 και 1837, αποτελώντας ένα από τα πρώτα δείγματα αθηναϊκής κατοικίας που χτίστηκαν επί Οθωνα. Διώροφο κτίριο, ξεχώριζε για την πολυτέλεια και την άνεσή του. Εχει αρμονικές αναλογίες, χωρίς εξωτερικά διακοσμητικά στοιχεία, ενώ διαθέτει εσωτερική αυλή. Το σπίτι πέρασε στα χέρια του Δημοσίου και παρέμεινε αναξιοποίητο για πολλές δεκαετίες μέχρι που κινδύνευσε να καταρρεύσει. Το 1978 κηρύχθηκε διατηρητέο και σήμερα στεγάζει το Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων Φοίβου Ανωγειανάκη – Κέντρο Εθνομουσικολογίας, που εγκαινιάστηκε το 1991. Περιλαμβάνει τη συλλογή του μουσικολόγου Φοίβου Ανωγειανάκη από 1.200 ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα από τον 18ο αιώνα. Στον κήπο του φιλοξενούνται συναυλίες παραδοσιακής μουσικής.
Ο Λασσάνης δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο. Είχε έντονη δράση ως μέλος με ανώτατο βαθμό της Φιλικής Εταιρείας και του Ιερού Λόχου. Μετά την κήρυξη της Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, τον Απρίλιο του 1821, ο Λασσάνης ακολούθησε τον Υψηλάντη και συμμετείχε στην τραγική μάχη στο Δραγατσάνι ως χιλίαρχος του Ιερού Λόχου. Φυλακίστηκε στην Αυστρία και το 1828 ήρθε στην Ελλάδα για να βοηθήσει στον Αγώνα. Επί βασιλείας Οθωνα και επί δεκαετίες ολόκληρες ανέλαβε διάφορα σημαντικά αξιώματα, με κορυφαίο αυτό του υπουργού Οικονομικών μεταξύ 1836 και 1837. Στην Κοζάνη σώζεται το πατρικό του σπίτι σε κεντρική πλατεία της πόλης, η οποία φέρει το όνομά του. Εχει χαρακτηριστεί διατηρητέο οίκημα και μνημείο και από τις 11 Οκτωβρίου 2008 στεγάζει τη Δημοτική Χαρτοθήκη Κοζάνης.
Οικία Κουτσαλέξη
Το αρχικό κτίριο της οικίας Κουτσαλέξη (ή Κουτζαλέξη), στη συμβολή των οδών Διογένους και Μνησικλέους, χρονολογείται από την Τουρκοκρατία. Το 1836 αγοράστηκε από τους αδερφούς Αλέξη και Ιωάννη Κουτσαλέξη, οι οποίοι έχτισαν επιπλέον ορόφους δίνοντας στο οίκημα ένα πιο νεοκλασικό, πάντα λιτό όμως, ύφος. Στο εσωτερικό του σώζονται ακόμα εντυπωσιακές οροφογραφίες. Στην οικία Κουτσαλέξη στεγάστηκε η επί των Ναυτικών Γραμματεία της Επικράτειας (Απρίλιος 1833 – Ιούνιος 1846), δηλαδή ο προπομπός του υπουργείου Ναυτικών, με πρώτο επικεφαλής τον Δημήτριο Βούλγαρη και άμεσο προϊστάμενο τον αντιβασιλέα – αρμόδιο επί των Στρατιωτικών και Ναυτικών θεμάτων, Κάρολο Γουλιέλμο φον Χάιντεκ.
Οικία Κουτσαλέξη Διογένους 12, Πλάκα / 19ος αιώνας Ηταν το πρώτο υπουργείο Ναυτικών (1833-1846), ενώ το 1960 φιλοξένησε την μπουάτ «Κατακόμβες»
Ο γραμματέας (υπουργός) εγκαταστάθηκε στην οικία Κουτσαλέξη μαζί με τους άμεσους συνεργάτες του, έναν διευθυντή της υπηρεσίας, δύο γραμματείς, έναν γραφέα και έναν κλητήρα.
Το 1898 οικοδομήθηκε τριώροφη προσθήκη στο νοτιοδυτικό τμήμα του κυρίως κτιρίου, καθώς και ορισμένα μικρά ισόγεια δωμάτια στη δυτική αυλή, τα οποία, όμως, κατεδαφίστηκαν τη δεκαετία του 1980. Αλλαξε διάφορους ιδιοκτήτες, χρησιμοποιούμενο κυρίως ως κατοικία, με εξαίρεση τις δεκαετίες 1960 και 1970, όταν το ημιυπόγειο φιλοξένησε την μπουάτ «Κατακόμβες» και στο ανώγειο εγκαταστάθηκε το κέντρο «Ταβάνια».
Αρχοντικό Δεκόζη Βούρου
Το Αρχοντικό Δεκόζη Βούρου χτίστηκε από τον Σταμάτιο Δεκόζη Βούρο, Χιώτη τραπεζίτη, καταγόμενο από την Κωνσταντινούπολη, στην οδό τότε Νομισματοκοπείου, σήμερα Ιωάννη Παπαρρηγοπούλου, στην πλατεία Κλαυθμώνος. Τα σχέδιά του εκπονήθηκαν από τους Γερμανούς αρχιτέκτονες Λίντερς και Χόφερ. Είναι ένα απλό διώροφο κτίριο με όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της κλασικιστικής αθηναϊκής κατασκευής. Εξωτερικά έχει κεραμωτή στέγη, μια μαρμάρινη βάση και μπαλκόνι.
Το 1836, ο βασιλιάς Οθωνας, επιστρέφοντας από το Μόναχο μετά τον γάμο του με την Αμαλία, χρησιμοποίησε ως προσωρινή κατοικία τη «Μεγάλη Οικία» Βούρου και τη διπλανή οικία του Γ. Αφθονίδη (που δεν υπάρχει σήμερα), συνδέοντάς τις με στοά. Το βασιλικό ζεύγος έμεινε εκεί μέχρι το 1843 και διαμόρφωσαν μάλιστα και έναν κήπο μπροστά, από τον οποίο προήλθε ο σημερινός κήπος της πλατείας Κλαυθμώνος.
Αρχοντικό Δεκόζη Βούρου Πλατεία Κλαυθμώνος / 1831 Το Αρχοντικό Βούρου χρησιμοποίησε ως κατοικία ο βασιλιάς Οθωνας το 1836
Το 1859 ο Δεκόζης έχτισε δίπλα στο σπίτι του ένα δεύτερο αρχοντικό, για κατοικία του γιου του Κωνσταντίνου Βούρου, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Γεράσιμου Μεταξά, που σώζεται μέχρι σήμερα. Το Αρχοντικό του Δεκόζη Βούρου στεγάζει από το 1981 το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, το οποίο ίδρυσε ο Λάμπρος Ευταξίας, δισέγγονος του Σταμάτιου Δεκόζη Βούρου. Ενα μουσείο αφιερωμένο στην εξέλιξη της πόλης της Αθήνας κατά τους νεότερους χρόνους.
Οικία Φίνλεϊ
Η Οικία Φίνλεϊ, που ανακαινισμένη σώζεται μέχρι σήμερα, βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Κέκροπος και Θουκυδίδου στην Πλάκα. Ανήκε στον Σκωτσέζο ιστορικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 Τζορτζ Φίνλεϊ, ο οποίος μάλιστα έλαβε μέρος σε αυτή ακολουθώντας τον Λόρδο Βύρωνα.
Οικία Φίνλεϊ Κέκροπος 8, Πλάκα / 1835 Ανήκε στον Σκωτσέζο ιστορικό Τζορτζ Φίνλεϊ, ο οποίος έλαβε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση ακολουθώντας τον Λόρδο Βύρωνα
Εζησε στην Ελλάδα μέχρι τον θάνατό του το 1875. Ο Φίνλεϊ ήταν θερμός και ενθουσιώδης, πλην αμφιλεγόμενος φιλέλληνας. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα πριν από την απελευθέρωσή της και απέκτησε έναντι ευτελών ποσών τεράστιες εκτάσεις από τους πανικόβλητους Τούρκους που έψαχναν τρόπο να φύγουν. Μία από αυτές την πούλησε αργότερα αντί μεγάλου τιμήματος στη βασίλισσα Αμαλία. Ηταν στη νότια πλευρά των νέων ανακτόρων που σχεδίαζε το βασιλικό ζεύγος στο Σύνταγμα, σημαντικό τμήμα του σημερινού Εθνικού Κήπου. Η λιτή αυτή, αλλά επιβλητική οικία είναι της οθωμανικής περιόδου. Οταν περιήλθε στην ιδιοκτησία του Φίνλεϊ, το 1835, ανακατασκευάστηκε και απέκτησε νέα μορφή, θεωρείται δε δείγμα του πρώιμου κλασικισμού. Το κτίσμα αυτό συμβολίζει τη μετάβαση από τα οθωμανικά χρόνια στη νεότερη Αθήνα, αλλά και τη σύνδεσή της με το αρχαίο της παρελθόν.
Το 1972, όπως αναγράφεται σε εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα, το σπίτι του Φίνλεϊ φιλοξένησε τη Σωτηρία Μπέλλου και την ορχήστρα της. Οι νέοι ιδιοκτήτες την αγκάλιασαν με σεβασμό. Στέκει ήσυχη, ένα πραγματικό στολίδι στην ιστορική γειτονιά, εκπέμποντας μεγαλοπρέπεια και σεμνότητα.
Η παλαιότερη σωζόμενη κατοικία της Αθήνας
Το Αρχοντικό των Μπενιζέλων βρίσκεται επί της οδού Αδριανού 96 στην Πλάκα και ανήκε στην αριστοκρατική οικογένεια του Αθηναίου άρχοντα Αγγελου Μπενιζέλου. Χρονολογείται από τον 16ο αιώνα, ωστόσο το μεγαλύτερο σωζόμενο μέρος του είναι από τα τέλη του 17ου και τις αρχές του 18ου αιώνα. Είναι χαρακτηριστικό δείγμα οθωμανικής αρχιτεκτονικής, αρχοντική αστική κατοικία με χαγιάτι, εσωτερική αυλή και πηγάδι, αποτυπώνοντας τον τρόπο ζωής των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων εκείνη την εποχή. Πρόκειται για ένα διώροφο ορθογώνιο κτίσμα, διαστάσεων 9,30 επί 23,70 μ. Αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Αθήνας πριν από την κυριαρχία του νεοκλασικισμού.
Αρχοντικό των Μπενιζέλων Αδριανού 96, Πλάκα / 15ος αιώνας Το πατρικό σπίτι της Αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας (Ρεγούλα Μπενιζέλου) ήταν μια αρχοντική αστική κατοικία με χαγιάτι, εσωτερική αυλή και πηγάδι, χαρακτηριστικό δείγμα οθωμανικής αρχιτεκτονικής
Το παλαιότερο σωζόμενο σπίτι της Αθήνας, σήμερα, όντας αρχαίο μνημείο σύμφωνα με τον Νόμο 3028/2002 «Για την Προστασία των Αρχαιοτήτων και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς», έχει αποκατασταθεί και λειτουργεί ως μουσειακός χώρος, ένα «μουσείο του εαυτού του». Προσφέροντας στους επισκέπτες τη δυνατότητα μέσα από εποπτικό υλικό, βιντεοπροβολές, ηχητικές εφαρμογές και ψηφιακά διαδραστικά εκθέματα να βιώσουν την αρχιτεκτονική του, την ατμόσφαιρα του σπιτιού της οθωμανικής εποχής κατά την οποία δημιουργήθηκε και την ιστορική της πραγματικότητα. Η αποκατάσταση του κτιρίου προχώρησε με φροντίδα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, ενώ το έργο χρηματοδοτήθηκε μέσω ΕΣΠΑ. Η οικογένεια Μπενιζέλου ήταν από τις παλαιότερες και πλουσιότερες της Αθήνας. Τα μέλη της διακρίθηκαν ως προεστοί, νοτάριοι και άνθρωποι των γραμμάτων, ενώ έπαιξαν ρόλο και στην Επανάσταση του 1821.
Η Ρεγούλα Μπενιζέλου ήταν μοναχοκόρη του Αγγελου Μπενιζέλου και της Σηρίγης Παλαιολογίνας. Σε πολύ νεαρή ηλικία παντρεύτηκε τον προύχοντα Ανδρέα Χειλά, όμως τρία χρόνια μετά χήρεψε και το 1551 έγινε μοναχή με το μοναχικό όνομα Φιλοθέη. Το χριστιανικό και ανθρωπιστικό έργο της προκάλεσε την οργή των Τούρκων. Τη νύχτα της 2ας Οκτωβρίου 1588 τη συνέλαβαν στο Μετόχι του Αγίου Ανδρέα στα Πατήσια, επί της σημερινής οδού Λευκωσίας, όπου οι μοναχές τελούσαν ολονυκτία στη μνήμη του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, πολιούχου των Αθηνών. Τη βασάνισαν απάνθρωπα και από τα πολλά τραύματά της έφυγε από τη ζωή στις 19 Φεβρουαρίου 1589. Το σκήνωμά της βρίσκεται σήμερα στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών.
Οταν η Κυψέλη ήταν εξοχή και ο Κιουταχής έστηνε ταμπούρι
Η Επαυλη Μάλκολμ σώζεται μέχρι σήμερα, στεγάζοντας ένα τμήμα του Ασύλου Ανιάτων στην οδό Αγίας Ζώνης στην Κυψέλη. Απλό κτίσμα, χωρίς ιδιαίτερο διάκοσμο, με ένα μεγάλο αέτωμα στην πρόσοψη, ένα από τα ελάχιστα διασωζόμενα δείγματα πρώιμης νεοκλασικής αρχιτεκτονικής της οθωνικής Ελλάδας. Εχει χτιστεί στη θέση ακριβώς όπου ο Κιουταχής, κατά την πολιορκία της Ακρόπολης, είχε στήσει τη σκηνή του. Την έπαυλη αγόρασε αργότερα ο Σπυρίδων Τρικούπης, ενώ για ένα διάστημα στεγάστηκε σε αυτή η γαλλική πρεσβεία.κ
Επαυλη Μάλκολμ Αγίας Ζώνης 39, Κυψέλη / 1828-1832 Ανήκε στον Βρετανό ναύαρχο σερ Πάλτνι Μάλκολμ, που ήταν αρχηγός του βρετανικού Στόλου της Μεσογείου μεταξύ 1828 και 1834
Ανήκε στον Βρετανό ναύαρχο σερ Πάλτνι Μάλκολμ, γεννημένο στη Σκωτία το 1768, ο οποίος διοικούσε τον αγγλικό Ναύσταθμο στη Μάλτα και ήταν αρχηγός του βρετανικού στόλου της Μεσογείου μεταξύ 1828 και 1831 και 1833-1834. Ο Μάλκολμ γοητεύτηκε από το κλίμα της Αθήνας και έχτισε την εξοχική βίλα του στην έρημη τότε Κυψέλη, ξοδεύοντας 3.000 λίρες, υπέρογκο ποσό για την εποχή. Ηταν παντρεμένος με την Κλεμεντάιν Ελφινστόουν. Ο Γερμανός αρχαιολόγος και καθηγητής στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Χάλλης, Λούντβιχ Ρος, που επισκέφτηκε την Αθήνα μεταξύ 1832-1833, έγραψε στις «Αναμνήσεις» του ότι ο Μάλκολμ από καθαρό φιλελληνισμό έχτιζε την εξοχική έπαυλή του προκειμένου να δώσει ένα ενθαρρυντικό παράδειγμα για την πορεία της Ελλάδας.
Σύμφωνα με τον Ρος, το χτίσιμο της έπαυλης επέβλεψαν οι Κλεάνθης και Σάουμπερτ. Λόγω της μεγάλης ανασφάλειας μάλιστα, ήταν αναγκασμένοι να πηγαίνουν στην οικοδομή με συνοδεία και ένοπλοι, επειδή ληστές παραμόνευαν για να τους πάρουν ομήρους για λύτρα. Ο Μάλκολμ είχε φέρει από τη Μάλτα δύο δίτροχα κάρα για να μεταφέρουν τα οικοδομικά υλικά για το χτίσιμο της βίλας, γεγονός που εντυπωσίασε τους Αθηναίους. Ο Μάλκολμ έζησε αρκετά χρόνια στην Αθήνα, αλλά απεβίωσε στο Λονδίνο τον Ιούλιο του 1838.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή