Στο περιστατικό της καταδίωξης από το λιμενικό βάρκας που μετέφερε πρόσφυγες και η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 15 ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων 24, δεν έγινε χρήση κάμερας, με συνέπεια να μην υπάρχει καταγεγραμμένο υλικό από τη στιγμή της πολύνεκρης τραγωδίας ανοιχτά της Χίου. Έτσι μπορεί η κυβέρνηση να λέει όσα παραμύθια θέλει.
Επέλεξε το πιο ακραίο μύθευμα, πως τάχα οι πρόσφυγες επιτέθηκαν στο λιμενικό, αφήγημα που θυμίζει την περίφημη ζαρντινιέρα που είχε σηκωθεί να χτυπήσει πολίτη, σύμφωνα με τα λεγόμενα της αστυνομίας.
Δεν είναι η πρώτη φορά. Τα ψέματα που έχουν επιστρατευθεί σε συνεντεύξεις του ίδιου του πρωθυπουργού, σε απολογίες στελεχών της κυβέρνησης ενώπιον των ευρωπαϊκών θεσμών, σε συνεντεύξεις τύπου και τηλεοπτικές εκπομπές σε σχέση με το προσφυγικό, είναι αμέτρητα.
Επειδή όμως δεν μπορούν εύκολα να κρυφτούν πίσω από ένα πειστικό αφήγημα οι πάνω από 1.800 νεκροί και αγνοούμενοι στην Ελλάδα από το 2019 έως σήμερα, (από το 2015 έως το 2025, 3.148 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους ή αγνοούνται στη θάλασσα του Αιγαίου), η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσισε πως τη συμφέρει περισσότερο να υπερασπιστεί με όλες της τις δυνάμεις τη θανατοπολιτική και να εκπαιδεύσει ένα μεγάλο μέρος πολιτών στο να διαλέγουν κάθε λίγο σαν να βρίσκονται σε τηλεπαιχνίδι, ποιοι άνθρωποι αξίζει να ζήσουν και ποιοι όχι. Ο νεοφασισμός είναι εδώ και έχει τη ρητορική του.
Το τραγικό δίλημμα που έθεσε στη βουλή ο Πλεύρης απαντώντας στην αντιπολίτευση, αυτή τη στόχευση είχε. Να εμποτίσει με φασιστικής χροιάς αδρεναλίνη, ένα εκλογικό τμήμα που ενδιαφέρει το κυβερνών κόμμα. Το έχει κάνει στο παρελθόν με δηλώσεις του τύπου «Η φύλαξη συνόρων δεν υφίσταται χωρίς την ύπαρξη νεκρών» και «Η κόλαση πρέπει να φαντάζει παράδεισος σε αυτό που θα ζουν εδώ».
«Είστε με το Λιμενικό ή με τους διακινητές;». Ξαφνικά οι νεκροί πρόσφυγες, παιδιά κι ενήλικες είναι αόρατοι. Στη σκηνή του εγκλήματος βρίσκονται μόνο άνδρες του λιμενικού και «διακινητές». Οι κατατρεγμένοι πρόσφυγες βαφτίζονται διακινητές και αμέσως μετά ο υπουργός, σκληραίνει ακόμα περισσότερο τη γραμμή, ανακοινώνοντας πως θα αυστηροποιηθούν οι ποινές για τους «διακινητές που είναι μέλη ΜΚΟ». Επειδή είναι γνωστό στους πολίτες που ψάχνουν, διαβάζουν, ενημερώνονται πως δεν υπάρχουν διακινητές – μέλη ΜΚΟ, η απειλή αφορούσε τους διασώστες που έχει σκοπό να αφοπλίσει πλήρως για να μπορεί το ελληνικό κράτος να δολοφονεί με την ησυχία του.
Γιατί, ας μη γελιόμαστε, η φράση «pushbacks» που ακούγεται σικ στα αυτιά αρκετών ψηφοφόρων τους, σημαίνει στην πραγματικότητα όπως έχουμε δει σε βίντεο διεθνών ΜΜΕ και έχουν βεβαιώσει με μαρτυρίες τους και διασώστες και πρόσφυγες, δολοφονικές απόπειρες απέναντι σε άοπλους ανθρώπους, διωγμένους, οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα όπως ορίζει το διεθνές δίκαιο να έρθουν στην Ευρώπη μέσα από νόμιμη οδό καθώς δεν τους δίνει κανείς βίζα.
Ο Πλεύρης και ο Μητσοτάκης δεν θέτουν ρητορικά ερωτήματα, αλλά ιδεολογικά. Ερωτήματα που αποκαλύπτουν τον πυρήνα μιας στρατηγικής που εδώ και χρόνια εφαρμόζεται συστηματικά: την ποινικοποίηση της αμφισβήτησης, την εξίσωση κάθε κριτικής με την κατηγορία της «συμμαχίας με τον εχθρό» και την πλήρη αφαίρεση της ανθρώπινης διάστασης από το προσφυγικό ζήτημα. Δεν είναι άνθρωποι με δικαιώματα, δεν είναι θύματα πολέμων, trafficking κλπ. αλλά «υβριδικός εχθρός».
Ο Πλεύρης με το ερώτημα που θέτει -στους πολίτες επιμένω κι όχι στην αντιπολίτευση- δεν αφήνει περιθώρια. Η μόνη επιλογή που έχουν αυτοί που θέλουν να λέγονται «πατριώτες» είναι να δηλώσουν χωρίς δεύτερη σκέψη πως είναι στο πλευρά των δυνάμεων καταστολής.
Κάθε αυταρχική εξουσία τέτοια διλήμματα θέτει. Έτσι ο υπουργός παύει κάθε διάλογο για το διεθνές δίκαιο, για τις ευθύνες του λιμενικού, για το κράτος δικαίου στη χώρα. Κατευνάζει κάθε φόρτιση συγκινησιακή γύρω από τους νεκρούς και δημιουργεί σχεδόν ένα πανηγυρικό κλίμα νίκης των ελληνικών αρχών ενάντια στον εχθρό. Όχι απλά δεν αξίζουν τη λύπη και τον θρήνο μας δηλαδή οι άνθρωποι, αλλά θα έπρεπε να νιώθουμε ευφορία ως καλοί πατριώτες, που το κράτος μας προστάτευσε από αυτούς.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οργανώνει τις συνθήκες υπό τις οποίες κάποιοι θεωρούνται αναλώσιμοι, και το κάνει με τακτική. Και σε αυτή τη λίστα οι πρόσφυγες είναι στις πρώτες θέσεις. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στις αναρτήσεις και τα σχόλια οπαδών της κυβέρνησης στα social media, θα διαπιστώσει ότι το έγκλημα είναι πλέον σε πολλούς αποδεκτό εφόσον αφορά τους «άλλους».
Ο κυνισμός με τον οποίο εκφέρεται ο φασιστικός λόγος από την κορυφή της πυραμίδας έχει περάσει στα στόματα του όχλου που επιτίθεται σε κάθε φωνή που ζητά στοιχειώδη τήρηση της νομοθεσίας και κυρίως ανθρωπιά.
Η απονεύρωση της κοινωνικής ευαισθησίας από την κυβέρνηση αυτή, που μετατοπίζει τα όρια του αποδεκτού, είναι ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της. Είναι η δυσοσμία που ήδη αναδύεται μέσα από τον κοινωνικό ιστό από ένα κομμάτι της κοινωνίας το οποίο εκτεθειμένο διαρκώς σε έναν θεσμικά νομιμοποιημένο ακροδεξιό λόγο, ξερνάει χολή και ζητά κρεμάλες για τους αδυνάτους.
Αν δεν θέλουμε η θανατοπολιτική να παγιωθεί ως μια απόλυτη κανονικότητα, αν δεν θέλουμε να μεγαλώσει αυτός ο ματωμένος ορίζοντας των νεκρών ζωμάτων, των ανώνυμων μνημάτων, των ατέλειωτων θρήνων, πρέπει να κινητοποιηθούμε στον δημόσιο χώρο κι όχι στο διαδίκτυο μόνο.
Αλλιώς θα ξυπνήσουμε μια μέρα με την δική μας ICE στην πόρτα του σπιτιού μας. Και να μην φοβόμαστε να θέτουμε τα πραγματικά ερωτήματα. Και το πραγματικό ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι αν είμαστε «με το Λιμενικό ή με τους διακινητές». Το ερώτημα είναι αν είμαστε με τη ζωή ή με τη διαχείριση του θανάτου, όπως επιχειρείται από την πολιτεία. Αν είμαστε με τον φασισμό ή με τη δημοκρατία. Αν είμαστε με τους πρόσφυγες ή με τους δολοφόνους τους.
