website analysis «L’ Abreuvoir»: Από το Παρίσι στον χωματόδρομο του Κολωνακιού, εκεί που δείπνησαν Ωνάσης, Κάλλας, Πίτερ Ουστίνοφ και Σον Κόνερι – Epikairo.gr

Την ημέρα που ο νεαρός τότε σεφ Αλέξης Κότσης στάθηκε μπροστά στο ακίνητο επί της οδού Ξενοκράτους που είχε βάλει στο μάτι μαζί με τη σύζυγό του Γιάννα, ο δρόμος ήταν χωμάτινος, τα σπίτια ελάχιστα στις παρυφές του Κολωνακίου και λίγα μέτρα πιο μακριά έβοσκαν αμέριμνα κάποια πρόβατα. Ηταν λίγο πριν από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν αυτός ο λάτρης της γεύσης που σπούδασε μαγειρική στο Παρίσι είχε πάρει την απόφαση να ανοίξει στην Αθήνα το πρώτο εστιατόριο που θα σέρβιρε αποκλειστικά γαλλική κουζίνα.
Αλέξης Κότσης (1936-2026)
Το «L’Abreuvoir», όπως ονομάστηκε, έμελλε να σημαδέψει τον γαστρονομικό χάρτη της Αθήνας τις επόμενες δεκαετίες και να γίνει ενίοτε σημείο αναφοράς για τη συνέπειά του. Στα τραπέζια του, τόσο στον εσωτερικό όσο και στον εξωτερικό του χώρο με τον υπέροχο κήπο, απόλαυσαν τα πιάτα του μεγιστάνες όπως ο Ωνάσης και ο Νιάρχος, κραταιοί επιχειρηματίες, μεγαλοαστοί και διάσημοι ξένοι σταρ. Η «φυγή» του Κότση την περασμένη Δευτέρα, σε ηλικία 90 ετών, σηματοδοτεί αναμφίβολα το τέλος μιας εποχής, παρότι τη σκυτάλη του εστιατορίου είχαν πάρει εδώ και χρόνια τα δύο του παιδιά, Σπύρος και Κλαίρη, που συνέχισαν να κρατούν ψηλά το δημιούργημα ενός ανθρώπου που τόλμησε το 1965 να κάνει την υπέρβαση ανοίγοντας το «L’Abreuvoir», όταν φίλοι και γνωστοί τού έλεγαν ότι είναι τρελός που τολμά κάτι τέτοιο.
Από Παρίσι, Κολωνάκι
Με καταγωγή από τη Βόρεια Ηπειρο, ο γεννημένος το 1936 Αλέξης Κότσης έφτασε στη Γαλλία ακολουθώντας έναν θείο του που είχε αγαπήσει με πάθος μια γοητευτική Γαλλίδα. Εκεί ουσιαστικά μεγάλωσε, έμαθε τη γλώσσα, σπούδασε την τέχνη της μαγειρικής και εντρύφησε στην κουζίνα μιας χώρας που λατρεύει το βούτυρο, το φουαγκρά, τα σαλιγκάρια και τα φιλέτα, μεταξύ πολλών άλλων.
Οταν επέστρεψε στα πάτρια εδάφη, προσελήφθη από τη γαλλική εταιρεία παραγωγής αλουμινίου Πεσινέ (Pechiney) στις εγκαταστάσεις της στα Ασπρα Σπίτια Βοιωτίας για να μαγειρεύει στο προσωπικό της.
Κλείσιμο
Το μενού του είχε πάντα άρωμα Γαλλίας και τα επαινετικά σχόλια των εργαζομένων για τα φαγητά του τον ώθησαν να σκεφτεί το άνοιγμα ενός αμιγώς γαλλικού εστιατορίου στην Αθήνα της δεκαετίας του ’60, που απείχε έτη φωτός γαστρονομικά από άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αρωγός από την πρώτη στιγμή στάθηκε η αείμνηστη σύζυγός του Γιάννα, με την οποία είδαν μαζί το οίκημα που έμελλε να μετατραπεί στο «L’Abreuvoir», καθώς και τα χαλίκια που είχε στρώσει ο ιδιοκτήτης του στον χωματόδρομο έξω από το ακίνητο. Οταν εκμυστηρεύτηκε την ιδέα του στον Χριστόφορο Χατζόπουλο, λάτρη της Γαλλίας και ιδιοκτήτη του μεγαλύτερου πρακτορείου ξένου Τύπου, αυτός τον αποκάλεσε τρελό, όπως και και κάποιοι άλλοι φίλοι και γνωστοί. Ευτυχώς, ο Κότσης δεν τους άκουσε και προχώρησε διαθέτοντας αυτό το πείσμα ενός επίμονου σεφ που ήξερε ότι όταν κάτι είναι μαγειρεμένο σωστά και με εξαιρετικές πρώτες ύλες, η επιτυχία θα έρθει. Και δεν έπεσε έξω.
Τα εγκαίνια
Στις αρχές Μαρτίου του 1965, το «L’Abreuvoir» ήταν έτοιμο, το προσωπικό είχε εκπαιδευτεί στα στάνταρ που ήθελε ο Κότσης και στις 18 Μαρτίου του 1965 άνοιξε τις πόρτες του σε μια Αθήνα που δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Πολύ γρήγορα άρχισε να συζητιέται στα σαλόνια της αστικής τάξης που άρχισε να συρρέει στο δημιούργημα του 30χρονου τότε σεφ με το υποδειγματικό σέρβις, τους καλοντυμένους σερβιτόρους και ένα περιβάλλον από το οποίο απουσίαζαν οι δυνατές φωνές και οι θορυβώδεις παρέες.
Oταν μάλιστα ο Αριστοτέλης Ωνάσης με τη Μαρία Κάλλας δείπνησαν εκεί όπως και ο Σταύρος Νιάρχος, αμφότεροι έχοντας εντρυφήσει στη γαλλική κουζίνα για χρόνια, το εστιατόριο απέκτησε αυτόματα μια άλλη δυναμική. Οι Αθηναίοι από τα μεγάλα αστικά τζάκια απολάμβαναν από βατραχοπόδαρα και φιλέτο με πιπέρι μέχρι τις περίφημες κρεπ σουζέτ σβησμένες με Γκραν Μαρνιέ, μαζί με ετικέτες από εκλεκτά γαλλικά κρασιά.
Το L’Abreuvoir στις αρχές της δεκαετίας το ’80 με προσοχή στην ποιότητα και τη λεπτομέρεια

Ο Αλέξης Κότσης, που έφυγε πριν από μερικές ημέρες από τη ζωή, άνοιξε τον Μάρτιο του 1965 το πρώτο αμιγώς γαλλικό εστιατόριο στην Ελλάδα, επί της οδού Ξενοκράτους, που μέχρι τότε ήταν χωματόδρομος – Βατραχοπόδαρα, σαλιγκάρια μπουργκινιόν και κρεπ σουζέτ έγιναν αστικοί μύθοι
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Επίσης, το ζεύγος Κότση ήξερε πολύ καλά να κρατάει τις ισορροπίες αλλά και την εχεμύθεια γύρω από τους επώνυμους πελάτες του, αφού ό,τι συνέβαινε στο «L’Abreuvoir» δεν έφευγε ποτέ για τις κοσμικές στήλες των εφημερίδων. Κάπως έτσι, υπήρχαν μέρες όπου μπορεί να έβλεπες στα τραπέζια του μέλη της οικογένειας Κανελλόπουλου -ιδιοκτήτες της τσιμεντοβιομηχανίας ΤΙΤΑΝ- ή τον αείμνηστο Νίκο Στασινόπουλο της ΒΙΟΧΑΛΚΟ που ήξεραν ότι μπορούν να απολαύσουν ένα γεύμα ή δείπνο χωρίς να νιώθουν βλέμματα περιέργειας πάνω τους.
Το πιο privé γεύμα
Αυτά τα βλέμματα πιθανότατα ήθελε να αποφύγει και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, στην αρχή της γνωριμίας του με τη μετέπειτα σύζυγό του Γιάννα, όταν η τελευταία θέλησε να τον ευχαριστήσει για την πρόσκληση στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, εκεί που γνωρίστηκαν διά ζώσης πρώτη φορά.
Στην αυτοβιογραφία της η σιδηρά κυρία των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 γράφει ότι όταν ο επιχειρηματίας τηλεφώνησε στο γραφείο της και αυτή του είπε «Πολύ θα ήθελα να κάνω κάτι, να ανταποδώσω», της απάντησε με τέσσερις λέξεις: «Καλέστε με σε γεύμα». Την επομένη, έπειτα από μια συνάντηση που είχε στον «Ευαγγελισμό», ξεκίνησε πεζή από το νοσοκομείο, αφού εκείνη τη μέρα υπήρχε γενική απεργία. «Ο Θόδωρος είχε κάνει κράτηση σε ένα καλό γαλλικό εστιατόριο, το “L’Abreuvoir”, στις παρυφές του Κολωνακίου. Σημειωτέον ότι εγώ φορούσα πάντοτε ψηλοτάκουνα ακόμη και τις μέρες της καμπάνιας μου. Αν ο πατέρας μου είχε καταστρέψει τα πόδια του στον πόλεμο, εγώ λέω πως τα διέλυσα με τα τακούνια! Τα τελευταία μέτρα κυριολεκτικά έτρεξα, οπότε έφτασα καθυστερημένη μόλις 15 λεπτά. Φτάνοντας ο Θόδωρος στεκόταν στην πόρτα του Abrevoir -σκέφθηκα πως μάλλον ετοιμαζόταν να φύγει- κι ήταν φανερό πως είχε εκνευριστεί», γράφει στο βιβλίο της η Γιάννα Αγγελοπούλου. «Oταν μπόρεσα να πάρω ξανά ανάσα, ζήτησα συγνώμη, εξήγησα το πάθημά μου και κοίταξα να τον ηρεμήσω. Hμουν τόσο αγχωμένη ώστε άργησα κάπως να συνειδητοποιήσω ότι ήμασταν μόνοι μέσα στο εστιατόριο. Προφανώς ο Θόδωρος το είχε κλείσει ολόκληρο -μέχρι σήμερα δεν το έχει παραδεχθεί-ώστε να είμαστε μόνοι». Hταν αναμφίβολα το πιο ιδιωτικό γεύμα στο πασίγνωστο πλέον εστιατόριο με μόνο δύο πελάτες μέσα, οι οποίοι απόλαυσαν σαλάτα Cote d’Azur και φιλέτο Café de Paris με τις λεπτοκομμένες τηγανητές πατάτες, τα οποία παρήγγειλε ο επιχειρηματίας.
Οι διάσημοι πελάτες
Τα χρόνια πέρασαν και πάρα πολλά άλλαξαν από τον Μάρτιο του 1965, όταν το «L’Abreuvoir» ξεκίνησε τη λειτουργία του στο νούμερο 51 της οδού Ξενοκράτους, όμως λίγα πράγματα άλλαξαν στο δημιούργημα του Αλέξη Κότση. Οπως έχει πει η κόρη του Κλαίρη σε συνέντευξή της, τότε ο δρόμος τους είχε τρία μόλις αυτοκίνητα και στους πρώτους τους πελάτες συγκαταλέγονταν πολιτικοί, διπλωμάτες, έμποροι και καλλιτέχνες που πήγαιναν σχετικά αργά το βράδυ για να ξεφύγουν από την ένταση μιας παράστασης ή των γυρισμάτων.
Κάποιοι θυμούνται τον Δημήτρη Χορν και την Ελλη Λαμπέτη να δειπνούν στον κήπο με τη μουριά, εκεί όπου βρέθηκαν στα χρόνια που πέρασαν η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Τζένη Καρέζη, ο Αλέκος Αλεξανδράκης, ο Αλέκος Φασιανός και ο Γιάννης Μόραλης, μεταξύ άλλων. Αξέχαστη, όμως, έμεινε στους θαμώνες η νύχτα που δείπνησε εκεί μετά την εμφάνισή της στο Ηρώδειο η Λάιζα Μινέλι η οποία, αφού έφαγε, άρχισε αυθόρμητα να τραγουδάει. Ηταν η στιγμή που οι πελάτες άφησαν κάτω τα μαχαιροπίρουνα και δεν ακουγόταν παρά μόνο η φωνή της σταρ να άδει μια μελωδία, ενώ όταν τελείωσε όλοι χειροκρότησαν αυθόρμητα.
Ενα άλλο βράδυ τη δεκαετία του ’80 η Χριστίνα Ωνάση έφτασε στο εστιατόριο χωρίς να έχει κάνει κράτηση για τον περίφημο κήπο και μέχρι να αδειάσει κάποιο τραπέζι κάθισε στα σκαλάκια της διπλανής πολυκατοικίας, είχε δηλώσει σε συνέντευξή του ο Σπύρος Κότσης. Το «L’Abreuvoir» ήταν το αγαπημένο στέκι του Πίτερ Ουστίνοφ όποτε ερχόταν στην Αθήνα και παράγγελνε πάντα, χωρίς να ζητήσει κατάλογο, τα δύο αγαπημένα του πιάτα, βατραχοπόδαρα και φιλέτο. Ωστόσο, ο Σον Κόνερι που ήθελε την ησυχία του για να δειπνήσει με τη σύζυγό του επέλεξε να εμφανιστεί ως ένας ηλικιωμένος γέροντας που παρίστανε ότι κούτσαινε προκειμένου να ξεγελάσει τους παπαράτσι που καραδοκούσαν για να τον απαθανατίσουν στο γαλλικό εστιατόριο που έγραψε και συνεχίζει να γράφει τη δική του ξεχωριστή ιστορία.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή