website analysis Μακροζωία / Τα γονίδια επηρεάζουν κατά 50% τις διακυμάνσεις στο ανθρώπινο προσδόκιμο ζωής – Epikairo.gr

Τι είναι τελικά αυτό που καθορίζει πόσο θα ζήσουμε; Και σε ποιο βαθμό το προσδόκιμο ζωής μας είναι «γραμμένο» στα γονίδιά μας; Ads Για δεκαετίες, η επικρατούσα άποψη στην επιστημονική κοινότητα ήταν ότι η κληρονομικότητα παίζει σχετικά μικρό ρόλο στη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, μόλις 20% έως 25%, με ορισμένες πρόσφατες μεγάλες μελέτες να κατεβάζουν το ποσοστό ακόμη και κάτω από το 10%.
Μια νέα μελέτη, ωστόσο, έρχεται να ανατρέψει ριζικά αυτή την εικόνα.
Ερευνητές από το Weizmann Institute of Science, σε εργασία που δημοσιεύθηκε στο Science, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η γενετική κληρονομικότητα εξηγεί περίπου το 50% της διακύμανσης στο ανθρώπινο προσδόκιμο ζωής – δηλαδή διπλάσιο, ή και μεγαλύτερο, ποσοστό απ’ ότι πιστευόταν έως σήμερα. Ads Επικεφαλής της μελέτης ήταν ο Μπεν Σενχάρ, από το εργαστήριο του καθηγητή Ούρι Άλον, στο Τμήμα Μοριακής Κυτταρικής Βιολογίας του Ινστιτούτου.
Οι ερευνητές αξιοποίησαν μαθηματικά μοντέλα και ανέλυσαν τρεις μεγάλες βάσεις δεδομένων διδύμων από τη Σουηδία και τη Δανία – για πρώτη φορά μάλιστα συμπεριλαμβάνοντας και στοιχεία διδύμων που μεγάλωσαν χωριστά.
Με αυτόν τον τρόπο έδειξαν ότι οι προηγούμενες εκτιμήσεις για την κληρονομικότητα της μακροζωίας «θόλωναν» από την υψηλή εξωτερική θνησιμότητα, όπως οι θάνατοι από ατυχήματα, λοιμώξεις ή περιβαλλοντικούς κινδύνους.
Στα ιστορικά δεδομένα δεν ήταν δυνατόν να απομονωθούν αυτοί οι παράγοντες, καθώς συνήθως δεν υπήρχαν πληροφορίες για τα ακριβή αίτια θανάτου.

Για να ξεπεράσουν αυτό το εμπόδιο, οι επιστήμονες ανέπτυξαν ένα καινοτόμο ερευνητικό πλαίσιο, βασισμένο σε μαθηματικές προσομοιώσεις «εικονικών διδύμων», που τους επέτρεψε να διαχωρίσουν τους θανάτους λόγω βιολογικής γήρανσης από εκείνους που οφείλονται σε εξωγενείς παράγοντες.
Τα νέα ευρήματα ευθυγραμμίζονται τόσο με την κληρονομικότητα άλλων σύνθετων ανθρώπινων χαρακτηριστικών όσο και με αποτελέσματα από ζωικά μοντέλα.
Οι συνέπειες των αποτελεσμάτων είναι σημαντικές τόσο για την έρευνα γύρω από τη γήρανση όσο και για τη δημόσια υγεία.
«Για πολλά χρόνια πιστευόταν ότι το ανθρώπινο προσδόκιμο ζωής διαμορφώνεται σχεδόν αποκλειστικά από μη γενετικούς παράγοντες», σημειώνει ο Σενχάρ.
«Αυτό οδήγησε σε έντονο σκεπτικισμό σχετικά με τον ρόλο της γενετικής στη γήρανση και με το κατά πόσο είναι εφικτό να εντοπιστούν γενετικοί καθοριστές της μακροζωίας».
«Αντίθετα», προσθέτει, «αν η κληρονομικότητα είναι υψηλή – όπως δείχνει η μελέτη μας – δημιουργείται ένα ισχυρό κίνητρο να αναζητήσουμε γονιδιακές παραλλαγές που παρατείνουν τη ζωή, ώστε να κατανοήσουμε βαθύτερα τη βιολογία της γήρανσης και, ενδεχομένως, να τη στοχεύσουμε θεραπευτικά».