website analysis Politico: Κάνει λάθος ο Ρούτε για την ευρωπαϊκή άμυνα – Epikairo.gr

Η άποψη του Ρούτε για την ευρωπαϊκή άμυνα απηχεί μια γνώριμη, αλλά ολοένα και πιο αβάσιμη λογική: ότι η πυρηνική αποτροπή ισοδυναμεί με αμερικανική προστασία, ότι η αμερικανική προστασία ισοδυναμεί με ευρωπαϊκή ασφάλεια, άρα η ευρωπαϊκή στρατηγική κυριαρχία είναι μια ψευδαίσθηση.

Όμως αυτή η αλυσίδα συλλογισμών είναι πολύ πιο εύθραυστη απ’ όσο φαίνεται.

Καταρχάς, παρότι η συνολική στρατηγική σταθερότητα της Ευρώπης πράγματι εξαρτάται από την πυρηνική αποτροπή, οι περισσότερες πραγματικές προκλήσεις ασφαλείας στον ευρωατλαντικό χώρο -από υβριδικές επιχειρήσεις έως περιορισμένα συμβατικά σενάρια- εξελίσσονται και θα συνεχίσουν να εξελίσσονται σε επίπεδο πολύ κατώτερο της πυρηνικής απειλής.

Αυτό ακριβώς αναγνωρίζει και η ίδια η αποτρεπτική στάση του ΝΑΤΟ. Η υπερβολική έμφαση στην πυρηνική διάσταση ελοχεύει τον κίνδυνο να υποτιμηθεί η καθοριστική σημασία της συμβατικής ισχύος, της ανθεκτικότητας, των εφοδιαστικών αλυσίδων, των υψηλής ποιότητας πληροφοριών, της αεράμυνας και της βιομηχανίας, τομείς στους οποίους η Ευρώπη υστερεί όχι από ανάγκη, αλλά από πολιτική επιλογή.

Επιπλέον, η πυρηνική συζήτηση στην Ευρώπη δεν είναι δυαδική. Η ήπειρος δεν είναι καταδικασμένη να επιλέξει ανάμεσα στην απόλυτη εξάρτηση από την αμερικανική «ομπρέλα» και την πλήρη ευαλωτότητα.

Μια σοβαρή συζήτηση για τον ρόλο των γαλλικών και βρετανικών αποτρεπτικών δυνάμεων σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο -πολιτικά σύνθετη, αλλά στρατηγικά εφικτή- δεν αποτελεί πλέον ταμπού. Και επισημαίνοντας το απαγορευτικά υψηλό κόστος δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής πυρηνικής δύναμης εκ του μηδενός, η γενικευμένη απόρριψη από τον Ρούτε της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτενέργειας στον πυρηνικό τομέα παρακάμπτει αυτή την εξέλιξη αντί να την ενσωματώνει.

Επιπλέον, ο επικεφαλής του ΝΑΤΟ είναι υπερβολικά βιαστικός στην απόρριψη της ολοένα και πιο αποδεκτής έννοιας ενός «ευρωπαϊκού πυλώνα» εντός της Συμμαχίας. Πράγματι, η προστιθέμενη αξία της ΕΕ εκδηλώνεται σήμερα κυρίως στη δημιουργία μιας πιο ολοκληρωμένης και δυναμικής ευρωπαϊκής αμυντικής αγοράς, την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί ενεργά. Ωστόσο, ο Ρούτε υποτιμά τις ήδη υπάρχουσες ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνατότητες.

Τα ευρωπαϊκά κράτη διαθέτουν συλλογικά προηγμένες αεροπορικές δυνάμεις, υποβρύχια παγκόσμιας κλάσης, σημαντική ναυτική ισχύ, συστήματα πυραύλων και αεράμυνας αιχμής, τεχνογνωσία στον κυβερνοχώρο, διαστημικά μέσα και μία από τις μεγαλύτερες αμυντικές βιομηχανικές βάσεις στον κόσμο. Και όσον αφορά την άμυνα της Ουκρανίας, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι -συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας- έχουν επεκτείνει σημαντικά τη συνεισφορά τους στον τομέα των πληροφοριών.

Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι τόσο η έλλειψη πόρων όσο ο εθνικός και βιομηχανικός κατακερματισμός, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο τεχνολογικής στασιμότητας και τις ανεπαρκείς επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως η παραγωγή πυρομαχικών, η στρατιωτική κινητικότητα, οι υπηρεσίες πληροφοριών, οι δορυφόροι, ο εναέριος ανεφοδιασμός και οι ολοκληρωμένες δομές διοίκησης.

Πρόκειται για τομείς που μπορούν να βελτιωθούν σε διάστημα μηνών και ετών, όχι δεκαετιών. Όμως, το να λες στους Ευρωπαίους ότι η κυριαρχία είναι μια φαντασίωση μπορεί εύκολα να σκοτώσει την πολιτική δυναμική που απαιτείται για να διορθωθούν αυτές οι αδυναμίες.

Και τελικά, το μήνυμα του Ρούτε παραδόξως μοιάζει ασύγχρονο ακόμη και με την ίδια την Ουάσιγκτον.

Οι πρόεδροι των ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες απαιτούν από την Ευρώπη να αναλάβει πολύ μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική της άμυνα, και στη δεύτερη θητεία του ο Ντόναλντ Τραμπ στέλνει αυτό το μήνυμα με όλους τους τρόπους – από τον επιμερισμό των βαρών στη μετακύλιση των βαρών. Όμως το να λες ταυτόχρονα στην Ευρώπη ότι πρέπει να φροντίσει μόνη της την ασφάλειά της, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχίσει να αγοράζει αμερικανικά όπλα, αλλά και ότι δεν θα μπορέσει ποτέ πραγματικά να τα καταφέρει, τότε αυτό το μήνυμα δεν έχει καμία σαφήνεια.

Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αγνοεί την πολιτική πραγματικότητα. Ανεξάρτητα από το τι πιστεύει κανείς για τον Τραμπ και την πολιτική του, η κατεύθυνση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής είναι ξεκάθαρη: η Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον προτεραιότητα. Το κέντρο βάρους της αμερικανικής στρατηγικής έχει μετατοπιστεί στον Ειρηνικό, ενώ η διατήρηση της αμερικανικής κυριαρχίας στο δυτικό ημισφαίριο κατατάσσεται υψηλότερα από την άμυνα της Ευρώπης.

Σε αυτό το μεταλλαγμένο στρατηγικό πλαίσιο, το να τοποθετεί η Ευρώπη όλα τα αυγά της ασφάλειάς της στο αμερικανικό καλάθι δεν είναι συνετό.

Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη πρέπει να εγκαταλείψει το ΝΑΤΟ ή να κόψει τους διατλαντικούς δεσμούς. Σημαίνει, αντίθετα, την αναγνώριση ότι οι συμμαχίες μεταξύ ίσων είναι ισχυρότερες από εκείνες που βασίζονται στην εξάρτηση. Μια Ευρώπη που μπορεί να βασίζεται στρατιωτικά, βιομηχανικά και πολιτικά στον εαυτό της αποτελεί πιο αξιόπιστο και πιο πολύτιμο σύμμαχο. Και η διατλαντική συμμαχία των 80 ετών θα αντέξει μόνο εάν οι ΗΠΑ και η Ευρώπη καταλήξουν σε ένα νέο σύμφωνο συνεργασίας.

Και ο Ρούτε οφείλει να προωθεί ένα πιο ισορροπημένο ΝΑΤΟ με έναν ισχυρό ευρωπαϊκό πυλώνα, όχι να τον υπονομεύει.

* Ο Domènec Ruiz Devesa είναι ανώτερος ερευνητής στο Κέντρο Διεθνών Υποθέσεων της Βαρκελώνης και πρώην μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο Emiliano Alessandri είναι συνεργαζόμενος ερευνητής στο Αυστριακό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων.