website analysis Μητσοτάκης / Δεν αλλάζει ο εκλογικός νόμος, εφικτή η αυτοδυναμία – Άδειασμα σε Κεφαλογιάννη – Epikairo.gr

Στα ελληνοτουρκικά -με φόντο την επικείμενη συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν-, τις σχέσεις με τις ΗΠΑ αλλά και πολλά από τα ζητήματα της εσωτερικής επικαιρότητας αναφέρθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε μεγάλη συνέντευξη που παραχώρησε στον τηλεοπτικό σταθμό Σκάι.

Σημειώνεται πως η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε λίγες ώρες μετά το διάγγελμά του για το άνοιγμα της συζήτησης για την συνταγματική αναθεώρηση.

Ο πρωθυπουργός ανέφερε αρχικά ότι δεν έχει επίσημη ενημέρωση σχετικά με ενδεχόμενο ταξίδι του κ. Τραμπ στην Ελλάδα, σημειώνοντας πως πρόκειται για ζητήματα που συζητούνται διαρκώς, χωρίς όμως να υπάρχει κάτι συγκεκριμένο προς ανακοίνωση.

Σε έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητες, τόνισε ότι είναι λογικό η κοινωνία να προβληματίζεται για την πορεία της χώρας και της Ευρώπης, καθώς και για τη διαμόρφωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Εξέφρασε την ελπίδα να δοθεί η ευκαιρία στην κυβέρνηση να εξηγήσει με απλό τρόπο τη στρατηγική της Ελλάδας και το πώς μπορεί να αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, ώστε να παραμείνει παράγοντας σταθερότητας σε μια ασταθή περιοχή.

Όπως είπε, η συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα πραγματοποιηθεί πριν από τις 15 Φεβρουαρίου. Υπογράμμισε ότι η ελληνοτουρκική σχέση είναι αυτοτελής και πως θα μεταβεί στην Άγκυρα τις επόμενες ημέρες, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν απαιτείται διαμεσολαβητής για τη συζήτηση των διμερών ζητημάτων.

Αναφερόμενος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σημείωσε ότι είναι απαραίτητο να διατηρούνται σταθερά ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας. Υπενθύμισε ότι μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών υπάρχουν σημαντικά κεκτημένα, όπως η αισθητή μείωση των εντάσεων στον εναέριο χώρο, η καλή συνεργασία στο μεταναστευτικό, η ταχεία χορήγηση βίζας στα νησιά και η δυνατότητα εκτόνωσης εντάσεων όταν αυτές προκύπτουν. Τόνισε, ωστόσο, ότι δεν τρέφει αυταπάτες.

Επισήμανε ότι η μοναδική ουσιαστική διαφορά με την Τουρκία αφορά την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα. Όσο η Άγκυρα θέτει πρόσθετα ζητήματα, η πρόοδος καθίσταται δύσκολη. Χαρακτήρισε θετική τη δήλωση Φιντάν, αν και παρατήρησε ότι ακολούθησαν τοποθετήσεις του τουρκικού ΥΠΑΜ που επαναλαμβάνουν πάγιες θέσεις, κάτι που δεν τον εξέπληξε.

Τόνισε ότι το γεγονός της απευθείας επικοινωνίας με τον Ερντογάν είναι θετικό και ότι οι συζητήσεις δεν περιορίζονται μόνο στα ελληνοτουρκικά. Άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης περιφερειακής διάσκεψης, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διατήρησης διαύλων επικοινωνίας.

Σε ό,τι αφορά τις γκρίζες ζώνες και την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, ξεκαθάρισε ότι για την Ελλάδα αυτά τα ζητήματα δεν υφίστανται και δεν πρόκειται να τεθούν προς συζήτηση. Υπογράμμισε ότι όσο υπάρχει το casus belli, η Τουρκία δεν μπορεί να επωφεληθεί από ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, σημειώνοντας πως η Ελλάδα πέτυχε τον στόχο της. Στόχος, όπως είπε, δεν είναι ο αποκλεισμός της Τουρκίας, αλλά η πειθώ ότι οι διεκδικήσεις της είναι αχρείαστες και ξεπερασμένες.

Αναφορικά με την επ’ αόριστον τουρκική NAVTEX, επανέλαβε τη θέση της Ελλάδας περί παράνομου χαρακτήρα της και ξεκαθάρισε ότι η χώρα δεν χρειάζεται άδεια για έργα ηλεκτρικής διασύνδεσης στο Αιγαίο. Σημείωσε ότι συχνά επαναλαμβάνονται πάγιες γραφειοκρατικές θέσεις από την τουρκική πλευρά, χωρίς να δημιουργούνται τετελεσμένα.

Για την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, τόνισε ότι πρόκειται για αναφαίρετο και μονομερές δικαίωμα της Ελλάδας, το οποίο θα ασκηθεί όταν οι συνθήκες κριθούν κατάλληλες, όπως ήδη έγινε στο Ιόνιο.

Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι υπάρχει θεωρητικά λύση με την Τουρκία, ακόμη και μέσω διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, ωστόσο όσο αμφισβητείται η ελληνική κυριαρχία και υφίσταται απειλή πολέμου, η επίτευξη συμφωνίας είναι εξαιρετικά δύσκολη.

Παραδέχθηκε ότι στο παρελθόν υπήρξαν χαμένες ευκαιρίες επίλυσης της διαφοράς, όμως το ζητούμενο είναι το παρόν. Υπογράμμισε ότι καθήκον του είναι να ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας και να διασφαλίζει την ασφάλειά της, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα κινείται δυναμικά, εξοπλίζεται και επενδύει στην αποτρεπτική της ισχύ.

Για τις σχέσεις με το Ισραήλ, σημείωσε ότι έχουν στρατηγικό βάθος και δεν είναι ανταγωνιστικές προς τις σχέσεις με την Τουρκία ή τον αραβικό κόσμο. Η Ελλάδα επιδιώκει στενή συνεργασία στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, αλλά και σε τομείς όπως η αγροτεχνολογία, η διαχείριση υδάτων, ο τουρισμός και η καινοτομία.

Αναφερόμενος στην Ουκρανία, τόνισε ότι η στήριξη της Ελλάδας υπαγορεύεται τόσο από το διεθνές δίκαιο όσο και από τα εθνικά της συμφέροντα, καθώς δεν θα μπορούσε να ζητά διεθνή αλληλεγγύη αν δεν στήριζε τον αμυνόμενο απέναντι στον επιτιθέμενο.

Σχετικά με την υπόθεση Κεφαλογιάννη, υπογράμμισε ότι η σχετική διάταξη ψηφίστηκε κανονικά από τη Βουλή και τη χαρακτήρισε σωστή, τονίζοντας όμως ότι όσοι κατέχουν δημόσια αξιώματα οφείλουν να προσέχουν όχι μόνο την ουσία αλλά και τις εντυπώσεις. Διευκρίνισε πάντως ότι δεν θα υπάρξουν πολιτικές επιπτώσεις..

Για τη λειτουργία του κράτους, επεσήμανε ότι προτεραιότητα αποτελεί η σύγκρουση με το «βαθύ κράτος», με κορυφαία μεταρρύθμιση το gov.gr, την αξιολόγηση στο Δημόσιο και τη διαφάνεια στις πληρωμές μέσω της ΑΑΔΕ. Αναγνώρισε ότι υπήρξαν χαμένες μάχες, όπως στον ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά τόνισε ότι η κυβέρνηση αναγκάστηκε να προχωρήσει σε τομές.

Αναφερόμενος στη Συνταγματική Αναθεώρηση, τη χαρακτήρισε «μια ευκαιρία ώστε τα κόμματα να τοποθετηθούν επί της ουσίας», θέτοντας συγκεκριμένα ερωτήματα: αν θα συνδεθεί η μονιμότητα με την αξιολόγηση, αν θα ενταχθεί στο Σύνταγμα διάταξη για τη δημοσιονομική σταθερότητα και πώς θα τροποποιηθεί το άρθρο 86, ώστε η Βουλή να μην λειτουργεί ως δικαστής.

Σχετικά με το άρθρο 86 και το ζήτημα της παραγραφής, τόνισε ότι η προθεσμία παραγραφής έχει ήδη αλλάξει από τη σημερινή κυβέρνηση, επομένως το συγκεκριμένο θέμα δεν υφίσταται πλέον. Όπως σημείωσε, αυτή ήταν προσωπική του θέση και υλοποιήθηκε από την κυβέρνηση, κάτι που —όπως είπε— θα πρέπει να θυμούνται όσοι ασκούν κριτική. Υπενθύμισε ότι μια πρώτη τροποποίηση του άρθρου 86 έγινε ήδη από την παρούσα κυβέρνηση.

Κατά τον ίδιο, το βασικό πρόβλημα δεν είναι άλλο από τη λειτουργία της Προανακριτικής Επιτροπής, επισημαίνοντας ότι δεν είναι δυνατόν να απαιτείται από τη Βουλή να επιτελεί ρόλο εισαγγελέα, ιδίως όταν παρεμβάλλονται κομματικές παράμετροι, οι οποίες είναι αναπόφευκτες στο πολιτικό σύστημα. Ξεκαθάρισε τέλος ότι, κατά την άποψή του, η άσκηση δίωξης δεν μπορεί να ανήκει στη Βουλή και πως είναι απαραίτητο να προβλεφθούν σαφείς δικλείδες ασφαλείας.

Ξεκαθάρισε ότι ο εκλογικός νόμος δεν θα αλλάξει, τονίζοντας τη σημασία της θεσμικής σταθερότητας και της προσήλωσης στη λαϊκή εντολή. Υποστήριξε ότι ο στόχος της αυτοδυναμίας στις επόμενες εκλογές είναι εφικτός, όπως έχει αποδειχθεί στο παρελθόν, αρκεί να υπάρξει σαφές σχέδιο και σκληρή δουλειά.

Τέλος, απέρριψε το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος», λέγοντας ότι το πραγματικό δίλημμα αφορά τη σύγκριση με τους πολιτικούς του αντιπάλους. Τόνισε ότι δεν είναι «πολιτικός της ατάκας», αλλά πιστεύει στην ουσιαστική και σε βάθος συζήτηση σύνθετων ζητημάτων, ιδίως της εξωτερικής πολιτικής, τα οποία πρέπει να εξηγούνται με απλό τρόπο στους πολίτες.