Τις ανησυχίες του για το διεθνές περιβάλλον, όπως τις διατύπωσε κατά την παρουσίαση της τριμηνιαίας έκθεσης του ΙΟΒΕ για την ελληνική οικονομία, ανέπτυξε ο πρόεδρος του ΔΣ του Ιδρύματος, Γιάννης Ρέτσος.
iStock
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της ανάλυσης του ΙΟΒΕ για την ελληνική οικονομία, εστίασε στον συνδυασμό γεωπολιτικών κινδύνων, στην όξυνση των σχέσεων μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ, καθώς και στην κρίση θεσμών, κυρίως στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Αναφερόμενος στην Ελλάδα, αναγνώρισε ότι έχουν γίνει σημαντικά βήματα τα τελευταία χρόνια προς την ενίσχυση της οικονομίας, υπογράμμισε ωστόσο την ανάγκη περαιτέρω θωράκισης της χώρας ενόψει των προκλήσεων που διαφαίνονται. Παράλληλα, έκανε λόγο για σημάδια κόπωσης και για την ανάγκη επιτάχυνσης των διαρθρωτικών αλλαγών, τόσο σε οικονομικό όσο και σε θεσμικό επίπεδο.
Στη συνέχεια, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, σημείωσε ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να διατηρήσει και να ενισχύσει τη σημερινή θετική της πορεία μόνο εφόσον αυξηθούν οι επενδύσεις σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο. Όπως τόνισε, κρίσιμες είναι οι δομικές τομές στη λειτουργία του κράτους και των αγορών, καθώς και η ενίσχυση βασικών υποδομών, προειδοποιώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση η αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας θα εξασθενίσει.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Για το 2026, το ΙΟΒΕ διατηρεί αμετάβλητη την εκτίμηση για ανάπτυξη στο +2,2%, στο πλαίσιο ενισχυμένων επενδύσεων και ανθεκτικής κατανάλωσης. Η απασχόληση αναμένεται να ενισχυθεί το 2026, λόγω της ανοδικής τάσης σε κατανάλωση, επενδύσεις και σε επιμέρους τομείς της βιομηχανίας και των υπηρεσιών. Το ποσοστό ανεργίας, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, αναμένεται να διαμορφωθεί στην περιοχή του 8,9% το 2025 και 8,6% το 2026.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι οι τιμές θα διατηρηθούν σε ηπιότερη ανοδική τροχιά, με ρυθμό πληθωρισμού στην περιοχή του 2,4% το 2026, λόγω, κυρίως, της καταναλωτικής ζήτησης. Η αβεβαιότητα για τις γεωπολιτικές εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο και την ισοτιμία του ευρώ δημιουργούν τόσο ανοδικούς όσο και καθοδικούς κινδύνους στην πρόβλεψη.
Στο τραπεζικό σύστημα, μεταξύ των θετικών τάσεων, καταγράφηκε πιστωτική επέκταση προς τα νοικοκυριά, με οριακή επέκταση και του στεγαστικού χαρτοφυλακίου, για πρώτη φορά έπειτα από 16 έτη συρρίκνωσης, διευρύνθηκε η πρόσβαση των τραπεζών σε χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, ενώ σε σχετικά χαμηλά επίπεδα διατηρήθηκε το κόστος δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού.
Οι ιδιωτικές καταθέσεις καταγράφουν ήπια αυξητική πορεία, ενώ το περιθώριο επιτοκίου μειώθηκε, αλλά παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Μεταξύ των αρνητικών τάσεων και προκλήσεων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, παραμένει αδύναμη η ζήτηση για στεγαστική πίστη, υψηλή η έκθεση των τραπεζών σε κρατικά ομόλογα, καθώς και το ποσοστό των κόκκινων δανείων εκτός τραπεζικών ισολογισμών παραμένει υψηλό.
Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, επεσήμανε την ανάγκη ενδυνάμωσης της οικονομίας για προσέλκυση επενδύσεων ενόψει νέων προκλήσεων. Η ελληνική οικονομία παραμένει σε θετική τροχιά, με ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, μείωση της ανεργίας, αύξηση των επενδύσεων, θετική δημοσιονομική πορεία και σταθεροποίηση του κόστους χρηματοδότησης.
Το παγκόσμιο περιβάλλον χαρακτηρίζεται από υψηλή και αυξανόμενη αβεβαιότητα, κυρίως λόγω γεωπολιτικών και τεχνολογικών εξελίξεων. Ενδεχόμενες κρίσεις δεν μπορούν να αποκλειστούν εντός του τρέχοντος έτους, με πιθανές επιπτώσεις και στην ελληνική οικονομία.
Η ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίζει έντονες προκλήσεις, χωρίς να είναι ακόμη σαφές πώς θα ανταποκριθεί. Το ευμετάβλητο διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον δεν προσφέρει γενικά ευνοϊκές συνθήκες για επενδύσεις, οι οποίες εκτιμάται ότι θα γίνουν πιο επιλεκτικές στο άμεσο μέλλον.
Η ελληνική οικονομία μπορεί να διατηρήσει και να ενισχύσει τη σημερινή θετική της πορεία μόνο αν αυξηθούν οι επενδύσεις σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο. Κρίσιμη προϋπόθεση γι’ αυτό αποτελούν δομικές τομές στη λειτουργία του κράτους και των αγορών, καθώς και η ενίσχυση βασικών υποδομών. Σε διαφορετική περίπτωση, η αναπτυξιακή δυναμική της χώρας θα εξασθενίσει.
Σήμερα είναι πιο ανθεκτική από το παρελθόν και το Ταμείο Ανάκαμψης θα συνεχίσει να στηρίζει τη δυναμική της και την επόμενη διετία, χωρίς όμως να επαρκεί από μόνο του για το αναγκαίο επενδυτικό άλμα. Παραμένουν επίμονες διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα και το υψηλό εξωτερικό έλλειμμα.
Παρά τη βελτίωση σε απασχόληση και μισθούς, τα νοικοκυριά συνεχίζουν να πιέζονται καθώς ο πληθωρισμός περιορίζει τα πραγματικά εισοδήματα και την αποταμίευση. Προτεραιότητες πολιτικής αποτελούν η άρση γραφειοκρατικών και ρυθμιστικών εμποδίων, η ταχύτερη επίλυση νομικών διαφορών, η προσαρμογή των φορολογικών προτεραιοτήτων, η ενίσχυση του εκπαιδευτικού και ερευνητικού συστήματος, καθώς και η προώθηση της καινοτομίας.
