Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Ψυχολόγων και η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδος, εξέδωσαν δύο πολύ σημαντικές ανακοινώσεις μέσα από τις οποίες αντιδρούν για τη διαρροή των 70.000 αρχείων ευαίσθητων δεδομένων παιδιών και ενηλίκων.
Το θέμα που ανέδειξε η δημοσιογραφική ομάδα The Manifold Files, έχει δικαίως αναστατώσει και τον επιστημονικό κόσμο, καθώς η αστυνομία κατέσχεσε από την ψυχολόγο της ΕΛ.ΑΣ. περιεχόμενο συνεδριών παιδιών κακοποιημένων, αρχεία τα οποία διέρρευσαν στο διαδίκτυο από ένστολο μέλος του δικτύου των «ενεργών» πατεράδων.
«Η διαδικτυακή διαρροή δεκάδων χιλιάδων αρχείων προσωπικών δεδομένων συνιστά κατάρρευση αυτής της θεμελιώδους προστασίας. Το γεγονός αυτό θα έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη του κοινού προς τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και θα αποθαρρύνει θύματα από το να αναζητήσουν βοήθεια ή να καταγγείλουν την κακοποίηση» επισημαίνει ο Σύλλογος Νοσοκομειακών Ψυχολόγων που ζητά άμεση διερεύνηση της υπόθεσης.
Η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία ζητά την παρέμβαση Ανεξάρτητων Αρχών για την προστασία της εμπιστευτικότητας της ψυχοθεραπευτικής σχέσης καθώς η υπόθεση δεν αφορά μόνο κάποια άτομα αλλά το σύνολο της κοινωνίας του κράτους δικαίου.
Το tvxs απευθύνθηκε και στην Ελληνική Ψυχoλογική Εταιρεία ζητώντας να πάρει θέση επί του θέματος. Η Ελληνική Ψυχολογική Εταιρεία μάς απάντησε πως «είναι μια επιστημονική εταιρεία που παρακολουθεί τις εξελίσεις στην Ελλάδα και τοποθετείται επιστημονικά σε ζητήματα που αφορούν στην προστασία του κοινωνικού συνόλου των πολιτών. Τη δεδομένη στιγμή κρίνεται ότι είναι αναγκαίο να προηγηθούν οι προβλεπόμενες νομικές και θεσμικές διαδικασίες σχετικά με το θέμα στο οποίο αναφέρεστε. Κατά συνέπεια, είναι πρόωρο να γίνει οποιαδήποτε επιστημονική τοποθέτηση».
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΩΝ ΨΥΧΟΛΟΓΩΝ
Σοβαρή παραβίαση επαγγελματικού απορρήτου και θεσμικά κενά στην προστασία θεραπευόμενων και επαγγελματιών
Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Ψυχολόγων παρακολουθεί με έντονη ανησυχία τις εξελίξεις γύρω από την υπόθεση ψυχολόγου που υπηρετούσε στην ΕΛ.ΑΣ., η οποία βρίσκεται υπό έρευνα από τον Ιούνιο του 2023 και τέθηκε σε διαθεσιμότητα τον Μάιο του 2024.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, στο πλαίσιο της έρευνας συλλέχθηκε μεγάλος όγκος υλικού που διέρρευσε στο διαδίκτυο και περιλαμβάνει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα θεραπευόμενων ατόμων – ανηλίκων και ενηλίκων – όπως προσωπικά στοιχεία, σημειώσεις θεραπευτικών συνεδριών και ηχογραφημένο υλικό.
Θεραπευτικό Απόρρητο
Είναι αυτονόητο σε επαγγελματίες και τον γενικό πληθυσμό, ότι το θεραπευτικό απόρρητο αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ψυχολογικής πρακτικής και της θεραπευτικής σχέσης. Η εμπιστοσύνη των ατόμων που αναζητούν ψυχολογική υποστήριξη στηρίζεται στη βεβαιότητα ότι τα προσωπικά τους δεδομένα προστατεύονται απόλυτα.
Η διαδικτυακή διαρροή δεκάδων χιλιάδων αρχείων προσωπικών δεδομένων συνιστά κατάρρευση αυτής της θεμελιώδους προστασίας. Το γεγονός αυτό θα έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη του κοινού προς τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και θα αποθαρρύνει θύματα από το να αναζητήσουν βοήθεια ή να καταγγείλουν την κακοποίηση.
Θεσμικά Κενά στην προστασία θεραπευόμενων και επαγγελματιών
Η συλλογή και διαχείριση θεραπευτικού υλικού από δικαστικές αρχές επιβάλλεται να διέπεται από αυστηρά πρωτόκολλα ασφαλείας, σεβασμό στα δικαιώματα των θεραπευόμενων και με τη συνδρομή ειδικών επιστημόνων που μπορούν να αξιολογήσουν τη σκοπιμότητα και τα όρια τέτοιων ενεργειών. Οι αρμόδιες αρχές φέρουν πλήρη ευθύνη για την ασφαλή φύλαξη και την αυστηρά περιορισμένη χρήση οποιουδήποτε υλικού έχει συλλεχθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, η άμεση διαγραφή ή ανωνυμοποίηση των δεδομένων που δεν σχετίζονται άμεσα με το ερευνώμενο αδίκημα αποτελούσε εκ του νόμου υποχρέωση. Οποιαδήποτε αδικαιολόγητη διατήρηση ή μη ασφαλής διαχείριση τέτοιου υλικού συνιστά σοβαρή παραβίαση του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR) και θέτει σε κίνδυνο τα θεμελιώδη δικαιώματα δεκάδων ή εκατοντάδων ατόμων.
Πέρα από την παραβίαση του απορρήτου των θεραπευόμενων, η υπόθεση αναδεικνύει και ένα επικίνδυνο θεσμικό κενό στην προστασία των επαγγελματιών που εμπλέκονται σε δικαστικές υποθέσεις τέτοιου τύπου. Όπως τεκμηριώνεται και σε επιστολή του Συλλόγου μας προς τα Υπουργεία Υγείας και Δικαιοσύνης (από 18/9/25) – επιστολή που ουδέποτε απαντήθηκε – ψυχολόγοι που υπηρετούν σε δημόσιες δομές υγείας επιφορτίζονται συχνά με καθήκοντα πραγματογνωμοσύνης σε εξαιρετικά ευαίσθητες υποθέσεις χωρίς σαφές νομικό πλαίσιο, επιπλέον εξειδικευμένη εκπαίδευση, θεσμική υποστήριξη και προστασία από πιέσεις ή εκδικητικές ενέργειες εμπλεκόμενων μερών.
Η ψυχολόγος της ΕΛ.ΑΣ. αναδεικνύεται σε χαρακτηριστική περίπτωση επαγγελματία που βρέθηκε σε αυτή την εκτεθειμένη θέση. Η έρευνα εναντίον της ξεκίνησε μετά από καταγγελίες σε υποθέσεις επιμέλειας τέκνων – ένα πεδίο όπου οι συγκρούσεις είναι έντονες και οι κίνδυνοι για τους πραγματογνώμονες μεγάλοι.
Επιπτώσεις
Οι επιπτώσεις αυτής της υπόθεσης είναι πολύπλευρες και άκρως ανησυχητικές. Τα ίδια τα θύματα βλέπουν τα ευαίσθητα στοιχεία τους να κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα. Μελλοντικά θύματα αποθαρρύνονται από το να αναζητήσουν βοήθεια ή να καταγγείλουν κακοποίηση, ενώ και οποιοσδήποτε θα επιθυμούσε να μπει σε θεραπευτική διαδικασία ενδέχεται να διστάσει φοβούμενος ότι τα προσωπικά στοιχεία δεν είναι ασφαλή.
Προκαλείται διάβρωση της εμπιστοσύνης του κοινού στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, αλλά και οι ίδιοι οι επαγγελματίες, μέσα στο κλίμα εκφοβισμού που δημιουργείται, βιώνουν τον φόβο της στοχοποίησης σε περίπτωση εμπλοκής σε τέτοιες υποθέσεις.
Τι απαιτείται
Πέρα από την άμεση διερεύνηση της υπόθεσης και την απόδοση ευθυνών σε όσους συμμετείχαν με πράξεις ή παραλείψεις τους, ζητάμε τη λήψη άμεσων μέτρων από τις αρμόδιες αρχές:
Διασφάλιση των δεδομένων των θεραπευόμενων: Κρυπτογράφηση, ανωνυμοποίηση και διαγραφή όλων των μη σχετικών με την έρευνα δεδομένων.
Ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου: Δημιουργία σαφών πρωτοκόλλων για τη διαχείριση ψυχολογικού υλικού σε δικαστικές έρευνες με τη συμμετοχή επιστημονικών φορέων.
Νομικό πλαίσιο προστασίας των ψυχολόγων: Ξεκάθαρη οριοθέτηση αρμοδιοτήτων και προστασία από στοχοποίηση και εκδικητικές ενέργειες από τους καταγγελόμενους.
Έλεγχος αμφιλεγόμενων θεωριών: Άμεση αξιολόγηση από τα αρμόδια επιστημονικά όργανα της χρήσης θεωριών όπως η «γονεϊκή αποξένωση» και η «εμφύτευση ψευδών αναμνήσεων» σε δικαστικές υποθέσεις.
Η υπόθεση αυτή αφορά το σύνολο του κλάδου μας και την αξιοπιστία ενός συστήματος που οφείλει να προστατεύει τόσο τους πολίτες όσο και τους επαγγελματίες του. Η σιωπή και η αδράνεια απέναντι σε τέτοιες παραβιάσεις είναι ασυγχώρητες.
Απαιτούμε την άμεση θεσμική θωράκιση της θεραπευτικής σχέσης, ώστε το απόρρητο να πάψει να είναι ζητούμενο και να καταστεί ξανά αδιαπραγμάτευτη εγγύηση για κάθε πολίτη.
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Θέμα: Σοβαρά ερωτήματα για την εμπιστευτικότητα της ψυχοθεραπείας και της εν γένει φροντίδας ψυχικής υγείας των παιδιών και των εφήβων, την προστασία ευαίσθητων προσωπικών τους δεδομένων και τα όρια της θεσμικής παρέμβασης
Η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδος ΠΕΕ -ΕΝΩΨΥΠΕ εκφράζει τη βαθύτατη ανησυχία της για αναφορά πρόσφατων γεγονότων, που φέρνουν στο προσκήνιο κρίσιμα ζητήματα σχετικά με την προστασία της εμπιστευτικότητας της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας, αλλά και γενικότερα των θεραπευτικών ψυχιατρικών και αναπτυξιακών παρεμβάσεων, ιδίως όταν αυτές αφορούν παιδιά και εφήβους.
Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, οι οποίες αποκαλύφθηκαν στο πλαίσιο δημοσιογραφικού ρεπορτάζ των The Manifold Files στις 22/01/2026, φέρεται να υπήρξε μαζική δημοσιοποίηση δεκάδων χιλιάδων αρχείων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία περιλαμβάνουν εξαιρετικά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα παιδιών και ενηλίκων, τα οποία αφορούν μεταξύ άλλων και περιεχόμενο ψυχοθεραπευτικών συνεδριών.
Εφόσον επιβεβαιωθούν τα αναφερόμενα πρόκειται για ένα πρωτοφανές και επικίνδυνο προηγούμενο. Τα δεδομένα αυτά αφορούν ενήλικες, παιδιά και τις οικογένειές τους οι οποίοι προσήλθαν σε θεραπεία με την εύλογη προσδοκία απόλυτης εμπιστευτικότητας και τήρησης του απορρήτου, όπως άλλωστε ισχύει και για κάθε ζήτημα υγείας του ατόμου, σωματικής ή ψυχικής, και τέθηκαν σε δημόσια κυκλοφορία για πολλές ώρες, καθιστώντας αδύνατο τον πλήρη έλεγχο της περαιτέρω διάδοσής τους.
Πέραν της προφανούς παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα γεγονότα αυτά εγείρουν σοβαρά ερωτήματα:
• Πώς διασφαλίζεται στην πράξη η προστασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων θεραπευόμενων, και ιδίως ανηλίκων, όταν αυτά εντάσσονται σε δικογραφίες;
• Ποια είναι τα όρια της δικαστικής και αστυνομικής παρέμβασης στο απόρρητο της ψυχοθεραπευτικής σχέσης;
• Με ποια εγγύηση ότι φάκελοι άσχετοι με την εκάστοτε υπόθεση δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο διαρροής, κακόβουλης χρήσης ή δημόσιας διαπόμπευσης;
• Πώς προστατεύεται η ίδια η θεραπευτική διαδικασία, όταν το περιεχόμενο των συνεδριών μπορεί να μετατραπεί σε υλικό δημόσιας έκθεσης ή εργαλείο αντιπαράθεσης;
• Πώς εξασφαλίζεται ότι η αυτονόητη τήρηση του απορρήτου που σχετίζεται με τα ευαίσθητα δεδομένα της υγείας θα εφαρμόζεται με την ίδια ακριβώς ευαισθησία και στον χώρο της ψυχικής υγείας;
Ο χώρος της ψυχικής υγείας δεν υπολείπεται σε ανάγκη απαρέγκλιτης εφαρμογής και διασφάλισης του απορρήτου. Αντιθέτως, η ψυχοθεραπεία, ιδίως στον παιδοψυχιατρικό χώρο, αλλά και γενικότερα η αναζήτηση φροντίδας ψυχικής υγείας βασίζεται απολύτως στην εμπιστοσύνη. Χωρίς τη διασφάλιση του απορρήτου, παιδιά και οικογένειες κινδυνεύουν να αποτραπούν από το να ζητήσουν βοήθεια, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ψυχική υγεία και την προστασία των ανηλίκων.
Η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία θεωρεί ότι τα γεγονότα αυτά δεν αφορούν ένα μεμονωμένο πρόσωπο ή μία συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά το σύνολο της κοινωνίας και του κράτους δικαίου. Αφορούν τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος εγγυάται -ή αποτυγχάνει να εγγυηθεί- την προστασία των πλέον ευάλωτων.
Καλούμε: • τις αρμόδιες δικαστικές και ανεξάρτητες αρχές, • την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, • τους επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς ψυχικής υγείας, να τοποθετηθούν άμεσα, να διερευνήσουν σε βάθος τις ευθύνες και να διαμορφώσουν σαφές και δεσμευτικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει ότι η εμπιστευτικότητα της θεραπευτικής σχέσης δεν θα καταστεί ποτέ ξανά αντικείμενο μαζικής παραβίασης.
Η προστασία των παιδιών και της ψυχικής υγείας δεν μπορεί να είναι διαπραγματεύσιμη.
