Αποφεύχθηκε τελικά η ρήξη ανάμεσα στα δύο αντιπαρατιθέμενα μπλοκ στη Νέα Αριστερά, καθώς οι διατυπώσεις στο κείμενο της πολιτικής απόφασης που εγκρίθηκε με ευρύτατη πλειοψηφία (υπήρξαν 15 κατά και 20 λευκά), φαίνεται πως ικανοποίησαν αμφότερες τις πλευρές.
Στο επίμαχο κομμάτι που αφορά τις συμμαχίες, επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι το Λαϊκό Μέτωπο «απευθύνεται στις δυνάμεις της Αριστεράς, της πολιτικής οικολογίας, της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, των κοινωνικών κινημάτων, καθώς και στους πολίτες που απέχουν». Όπως αναφέρεται στην απόφαση, βασικός στόχος του μετώπου είναι η μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών και η ανατροπή της κυβέρνησης και των δεξιών πολιτικών.
Παράλληλα, απορρίπτονται τόσο οι «κεντρώες λύσεις» όσο και τα «προσωποπαγή κόμματα και στρατηγικές» που έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικά. Τίθεται ως αναγκαία προϋπόθεση η διεξαγωγή διαλόγου πάνω σε ένα πρόγραμμα με ριζοσπαστικές προτάσεις και όχι σε κεντρώες προσεγγίσεις που αδυνατούν να δώσουν απαντήσεις στα προβλήματα. Επιπλέον, διευκρινίζεται ότι ο διάλογος για το Λαϊκό Μέτωπο πρέπει να διεξάγεται με σεβασμό στην αυτονομία των επιμέρους πολιτικών χώρων.
Σακελλαρίδης: «Όχι» σε συμμαχίες με κόμματα με κόμματα ή πολιτικούς χώρους που έχασαν την αξιοπιστία τους
Στην ανάγκη η Νέα Αριστερά να επενδύσει συστηματικά στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας, όχι μόνο του κόμματος αλλά συνολικά της Αριστεράς, εστίασε στην ομιλία του στο Συνέδριο ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης. Όπως υποστήριξε, το βασικό στρατηγικό πρόβλημα έγκειται στην αναζήτηση συνεργασιών «με υλικά, κόμματα και πολιτικούς χώρους που έχουν χάσει την αξιοπιστία τους».
Ο γραμματέας της ΝΕΑΡ και επικεφαλής της πλειοψηφίας απέρριψε την προοπτική του Λαϊκού Μετώπου, εκτιμώντας ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ανασυγκρότηση της Ανανεωτικής και Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Παράλληλα, έστειλε μήνυμα προς την ηγεσία ότι είναι εφικτή μια συμβιβαστική και ενωτική λύση στο παρόν στάδιο.
Αναφερόμενος στον ΣΥΡΙΖΑ, σημείωσε ότι το 2023, παρά την ύπαρξη αριστερού προγράμματος, δεν κατάφερε να πείσει την κοινωνία ως εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Όπως τόνισε, αυτό δεν οφειλόταν στην απουσία προγραμματικού λόγου, αλλά στην απώλεια αξιοπιστίας, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα η κοινωνία να μην ακούει πλέον το κόμμα, ακόμη και όταν διατύπωνε ουσιαστικές θέσεις.
Ο κ. Σακελλαρίδης επισήμανε ότι η Αριστερά βρίσκεται σε βαθιά κρίση, διευκρινίζοντας ωστόσο πως τόσο η κοινοβουλευτική ομάδα όσο και η ηγεσία και τα στελέχη της Νέας Αριστεράς διαθέτουν ριζοσπαστικές και καθαρά αριστερές προτάσεις, χωρίς να υιοθετούν κεντρώες πολιτικές. Κατά την άποψή του, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στο πρόγραμμα, αλλά στη στρατηγική που ακολουθείται.
Στο πλαίσιο αυτό, άσκησε κριτική σε όσους προσβλέπουν σε συνεργασίες με πολιτικές δυνάμεις όπως ο Αλέξης Τσίπρας ή το ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζοντας ότι το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία είναι πως η αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί με πολιτικούς χώρους που έχουν ήδη απαξιωθεί, κάτι που τελικά υπονομεύει και τη δική τους πολιτική πρόταση.
Συνεχίζοντας, υπογράμμισε ότι, σε πνεύμα συμβατό με τις συνεδριακές αποφάσεις, είναι κρίσιμο να τεθεί εκ νέου το ζήτημα της ανασυγκρότησης της Αριστεράς σε ένα ενωτικό πλαίσιο, ικανό να διαμορφώσει ευρύτερες πολιτικές συμμαχίες και να οδηγήσει σε πραγματική αλλαγή. Όπως ανέφερε, ζητούμενο είναι να διατηρηθεί ζωντανή η δυναμική και η πολιτική «φλόγα» που κράτησε το εγχείρημα όλο το προηγούμενο διάστημα.
Κλείνοντας την ομιλία του, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας συναινετικής λύσης, τονίζοντας την ανάγκη συνύπαρξης, σύνθεσης και συλλογικής πορείας. Υπενθύμισε ότι στο παρελθόν η Αριστερά έχει συνυπάρξει ακόμη και με θεμελιώδεις διαφωνίες, υπογραμμίζοντας πως, με σεβασμό τόσο στις πλειοψηφικές όσο και στις μειοψηφικές απόψεις, είναι δυνατόν να συνεχιστεί από κοινού ο δύσκολος και κρίσιμος αγώνας που βρίσκεται μπροστά.
Νωρίτερα, στην τοποθέτησή του, ο πρώην πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης είχε επισημάνει ότι δεν είναι αισιόδοξος πως θα αποτραπεί ένας πολιτικός τραυματισμός της Νέας Αριστεράς, ο οποίος θα μπορούσε να φτάσει στα όρια μιας ουσιαστικής ρήξης.
Αναφερόμενος στη διεξοδική συζήτηση γύρω από τις συνεργασίες, τόνισε πως είναι αυτονόητη η ανάγκη για υπεύθυνη στάση και για κοινή προσπάθεια με στόχο την ήττα της δεξιάς και της ακροδεξιάς στη χώρα. Υπογράμμισε επίσης ότι απαιτείται ανάληψη ρίσκων και διαμόρφωση ενός πόλου συνεργασίας με όσες δυνάμεις της πληθυντικής Αριστεράς είναι εφικτό, εντός και εκτός Κοινοβουλίου, χωρίς να αποκλείεται κανείς που επιθυμεί να συμβάλει σε αυτή τη συλλογική προσπάθεια.
Διαβάστε επίσης: Σωτήρης Βαλντέν / Ο γκανγκστερικός ιμπεριαλισμός, ο Τσίπρας, η Νέα Αριστερά
Παράλληλα, άσκησε κριτική σε πολιτικά εγχειρήματα, χωρίς να κατονομάσει τον Αλέξη Τσίπρα, επισημαίνοντας ότι δεν τους αφορούν πρωτοβουλίες που από τη γέννησή τους επιλέγουν την Κεντροαριστερά ως βασικό σημείο αναφοράς και προβάλλουν μια υποτιθέμενη άμεση σχέση με τους πολίτες, ενώ ταυτόχρονα απαξιώνουν στελέχη άλλων αριστερών δυνάμεων. Όπως σημείωσε, τέτοιες λογικές αναπαράγουν μια διχαστική ρητορική, η οποία στο παρελθόν οδήγησε σε διασπάσεις και στην ανάδειξη ηγεσιών αποκομμένων από τις αξίες της Αριστεράς.
Ο Νίκος Βούτσης τόνισε ακόμη ότι η ανασύνθεση των δυνάμεων της Αριστεράς και του ευρύτερου προοδευτικού χώρου απαιτεί γενναίες πρωτοβουλίες και καλή διάθεση. Ωστόσο, προειδοποίησε πως στο όνομα αυτής της ανασύνθεσης προωθούνται συχνά προσωποπαγή πολιτικά σχέδια, τα οποία τελικά ενισχύουν τη διάσπαση. Σε αυτό το πλαίσιο χαρακτήρισε εύστοχη τη διευκρίνιση του Πάνου Σκουρλέτη ότι η ανασύνθεση της δημοκρατικής παράταξης δεν ταυτίζεται με το πρόταγμα για την ανασυγκρότηση της πληθυντικής Αριστεράς και της Οικολογίας.
Αιχμηρή κριτική με αποδέκτη την πλευρά του Αλέξη Τσίπρα άσκησε και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, αναφερόμενος σε προσωποπαγή κόμματα. Όπως τόνισε, είναι διαφορετικό να επιδιώκει κανείς τη συλλογική συνέπεια και άλλο να προβάλλεται η λογική του «εγώ, ο μόνος συνεπής», υπογραμμίζοντας τον κίνδυνο του υπερτονισμού του προσωπικού ρόλου.
Σε άλλο σημείο της παρέμβασής του, αναφέρθηκε στην ανάγκη ουσιαστικής παρουσίας της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, επισημαίνοντας ότι όλοι επιθυμούν συνεργασίες και λύσεις που δεν κινούνται στον κεντρώο χώρο. Όπως σημείωσε, ζητούμενο είναι μια ενωτική πολιτική απόφαση που δεν θα μείνει στα λόγια, αλλά θα εφαρμοστεί στην πράξη από όλους, παραδεχόμενος ότι το προηγούμενο διάστημα δεν υπήρξε η απαιτούμενη συλλογικότητα.
Παράλληλα, άφησε αιχμές και προς άλλα στελέχη, κάνοντας λόγο για μεμονωμένες πρωτοβουλίες και προσωπικές κινήσεις, επισημαίνοντας ότι τέτοιες πρακτικές δεν μπορούν να συνεχιστούν και ότι δεν είναι δυνατόν να αποφεύγεται η ευθύνη ενός ενιαίου πολιτικού κειμένου, εφόσον αυτό παραμείνει ως επιλογή.
Κλείνοντας, υπογράμμισε πως η επιτροπή πολιτικής απόφασης εργάζεται για τη διαμόρφωση ενός κοινού κειμένου που θα καλύπτει όλες και όλους, τονίζοντας ωστόσο ότι απαιτείται σαφής δέσμευση πως αυτό θα υπηρετηθεί συλλογικά, με βάση το περιεχόμενό του και όχι τις επιμέρους στρατηγικές του καθενός.
Νωρίτερα, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος είχε ταχθεί υπέρ της ευρείας συνεργασίας των προοδευτικών δυνάμεων, επισημαίνοντας ότι η αναφορά του προέδρου Αλέξη Χαρίτση στο Λαϊκό Μέτωπο ως απάντηση στον διεθνή και εγχώριο τραμπισμό δεν αποτελεί προσωπική άποψη, αλλά αποτυπώνει τον πυρήνα της ιδρυτικής διακήρυξης της Νέας Αριστεράς. Πρόσθεσε ότι όσοι διαφωνούν οφείλουν να τοποθετηθούν ανοιχτά και όχι μέσω μιας στρατηγικής φθοράς.
Το συνέδριο αναμένεται να ολοκληρωθεί με την ψηφοφορία επί της πολιτικής πρότασης. Σε περίπτωση επίτευξης ενότητας, θα κατατεθεί ένα ενιαίο κείμενο· διαφορετικά, θα υπάρξουν δύο ξεχωριστές πολιτικές προτάσεις. Υπέρ του Λαϊκού Μετώπου και της αρχικής εισήγησης του προέδρου του κόμματος Αλέξη Χαρίτση τάχθηκε ο Νάσος Ηλιόπουλος, δηλώνοντας ότι πιστεύει στο ιδρυτικό συμβόλαιο της Νέας Αριστεράς, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η πρόταση για το Λαϊκό Μέτωπο.
Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι ανίκητος και πως το αδύναμο σημείο της κυβερνητικής πολιτικής είναι το κόστος ζωής, σημειώνοντας ότι θα ήταν περήφανος για ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που αγωνίζεται για συμμαχίες και επιδιώκει ουσιαστικές αλλαγές στην καθημερινότητα των πολιτών.
