Οι ανατιμήσεις στα βασικά είδη διατροφής ανεβάζουν ξανά ρυθμό και χτίζουν τις προϋποθέσεις για ένα δυνητικό νέο πληθωριστικό κύμα στην καθημερινή κατανάλωση. Ηδη από τον Δεκέμβριο, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο πληθωρισμός στα είδη διατροφής και μη αλκοολούχα ποτά επιταχύνθηκε στο 3,6%, ενώ μέσα στον Ιανουάριο ενεργοποιήθηκε νέο πακέτο αυξήσεων σε περίπου 250 κωδικούς στα σούπερ μάρκετ – από καφέδες, αναψυκτικά τύπου cola και ενεργειακά ποτά μέχρι τυροκομικά και εμφιαλωμένο νερό, με μέρος των αυξήσεων να περνά και μέσω αλλαγών στη συσκευασία.
Την ίδια στιγμή, η χονδρική δείχνει ότι το «πάτωμα» κόστους έχει ήδη ανέβει: στο κρέας, το μοσχάρι κινείται σε επίπεδα πάνω από 20% υψηλότερα από τα περσινά ανώτατα όρια, ενώ στο χειμερινό καλάθι φρούτων και λαχανικών (πατάτες, κρεμμύδια, καρότα, λάχανα, μπρόκολα, κουνουπίδια, ντομάτες και αγγούρια θερμοκηπίου, εσπεριδοειδή) οι τιμές χονδρικής κινούνται σε πολλές περιπτώσεις 25%-50% πάνω από τα περσινά «ταβάνια».
Οι λόγοι είναι πολλοί. Σωρευμένες πιέσεις κόστους (πρώτες ύλες, ενέργεια, μεταποίηση), ακριβότερη διακίνηση λόγω των αγροτικών μπλόκων και κινητοποιήσεων (με τις μεταφορές να καταγράφουν αυξήσεις της τάξης του +15%), καθώς και οι στρεβλώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα λειτουργούν ως επιταχυντές.
Την εικόνα συμπληρώνει η τελευταία έρευνα της NielsenIQ, η οποία μετρώντας τον συνολικό τζίρο των σούπερ μάρκετ το 2025 στα 16,2 δισ ευρώ, υπολόγισε πως στα τυποποιημένα τρόφιμα και ποτά καταγράφεται άνοδος μέσης τιμής (+2,6%), ενώ την ίδια ώρα τα μη τρόφιμα ακολούθησαν πτωτική πορεία.
Το νέο κύμα ανατιμήσεων χτίζεται σταδιακά στην αλυσίδα παραγωγής, μεταποίησης και διακίνησης μέσα σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος παραμένει υψηλό και προστίθενται νέες πιέσεις. Οι αγροτικές κινητοποιήσεις λειτουργούν ως ένας ακόμη παράγοντας επιβάρυνσης σε μια ήδη επιβαρυμένη αλυσίδα.
Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, το μεταφορικό κόστος έχει αυξηθεί περίπου κατά 15%, εξέλιξη που, όπως αναφέρουν επαγγελματίες του κλάδου, έχει σε μεγάλο βαθμό απορροφηθεί μέχρι στιγμής από τις επιχειρήσεις χωρίς να έχει περάσει μαζικά στο ράφι. Ωστόσο, η αύξηση αυτή περιορίζει τα περιθώρια αντοχής της μεταποίησης και του εμπορίου, ειδικά σε μια περίοδο όπου το κόστος πρώτων υλών παραμένει αυξημένο. Παράλληλα, η εικόνα των τιμών στην πρωτογενή παραγωγή δείχνει ότι σε ορισμένα οπωροκηπευτικά, όπως πιπεριές και μπρόκολα, έχουν ήδη καταγραφεί ανατιμήσεις που ξεπερνούν το 50% σε σχέση τόσο με πέρυσι όσο και με έναν μήνα πριν, στοιχείο που καταγράφεται σε πρόσφατα ρεπορτάζ της αγοράς.
Τα δεδομένα αυτά δεν αποδίδονται σε ένα μόνο αίτιο, αλλά σε έναν συνδυασμό παραγόντων: καιρικές συνθήκες, κόστος ενέργειας, διακίνηση και αυξημένες απαιτήσεις λειτουργίας της μεταποίησης. Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και αν ένα μέρος των πιέσεων απορροφάται προσωρινά, δημιουργείται ένα νέο, υψηλότερο επίπεδο κόστους στην αλυσίδα τροφίμων, το οποίο αρχίζει να μεταφράζεται σε ανατιμήσεις στη χονδρική αγορά και προεξοφλεί τις επόμενες κινήσεις στο ράφι.
Η πιο καθαρή ένδειξη ότι το νέο πληθωριστικό κύμα έχει ήδη αρχίσει να χτίζεται στη βάση της αλυσίδας τροφίμων έρχεται από τη χονδρική αγορά κρέατος. Η σύγκριση του εύρους τιμών για το 2024, το 2025 και τις τελευταίες τιμές του Ιανουαρίου 2026 δείχνει ότι η αγορά δεν αντιμετωπίζει απλώς εποχικές ανατιμήσεις, αλλά έχει μετακινηθεί σε νέα, μόνιμα υψηλότερη ζώνη κόστους. Σύμφωνα με τα δελτία του Οργανισμού Κεντρικών Αγορών Αθηνών, το μοσχάρι, εγχώριο και εισαγόμενο, έχει ήδη σπάσει τα περσινά του όρια. Το 2024 το εύρος τιμών του κινούνταν στα 6,20-7,50 ευρώ το κιλό και το 2025 στα 6,50-7,90 ευρώ. Σήμερα διαπραγματεύεται στα 8,50-10,00 ευρώ, με το κατώφλι να έχει ανέβει κατά περίπου 31% σε μια διετία και το ανώτατο όριο κατά 33%.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στα αιγοπρόβατα. Τα αρνιά, που το 2024 και το 2025 κινούνταν στο εύρος 5,50-9,00 ευρώ, σήμερα βρίσκονται στα 8,50-10,50 ευρώ, με το κατώφλι να είναι αυξημένο κατά 55% και το ταβάνι κατά 17%. Τα κατσίκια έχουν μετακινηθεί από το εύρος 6,00-9,00 ευρώ στα 9,00-10,50 ευρώ, ενώ τα γιδοπρόβατα από τα 3,00-6,00 ευρώ (2024) και 3,50-,20 ευρώ (2025) στα 4,50-7,20 ευρώ σήμερα.
Στην άλλη πλευρά του καλαθιού, το χοιρινό, εγχώριο και εισαγόμενο, εμφανίζει υποχώρηση έναντι των προηγούμενων ετών και λειτουργεί προς το παρόν ως το μοναδικό μαξιλάρι της αγοράς. Τα εγχώρια μισάδια έχουν υποχωρήσει από τα 3,30-3,60 ευρώ (2024) και 3,20-3,50 ευρώ (2025) στα 2,90-3,20 ευρώ, ενώ τα εισαγόμενα μισάδια από τα 3,50-3,80 ευρώ και 3,30-3,60 ευρώ στα ίδια επίπεδα.
Ωστόσο, η μετατόπιση των «βαριών» κατηγοριών πρωτεΐνης σε νέα, σαφώς υψηλότερα κατώφλια τιμών σημαίνει ότι η αγορά κρέατος ξεκινά πλέον από πολύ ακριβότερη βάση. Αυτή η δομική μεταβολή λειτουργεί ως πρώτη γραμμή πίεσης στο καθημερινό καλάθι και προεξοφλεί ότι οι επόμενες ανατιμήσεις στο ράφι δεν θα είναι μεμονωμένες αλλά διαδοχικές.
Την ίδια ώρα, τα φρούτα και τα λαχανικά δείχνουν το δεύτερο και πιο άμεσο μέτωπο του νέου κύματος ακρίβειας στο καθημερινό καλάθι. Τα τελευταία δελτία τιμών του ΟΚΑΑ (Οργανισμός Κεντρικών Αγορών και Αλιείας) για την Κεντρική Αγορά Αθηνών αποτυπώνουν ότι ο πυρήνας του χειμερινού καλαθιού έχει ήδη μετακινηθεί σε τιμές που σε πολλές περιπτώσεις υπερβαίνουν ακόμη και τα περσινά ανώτατα όριά του.
Η εικόνα είναι αποκαλυπτική:
■ Οι εγχώριες πατάτες διαπραγματεύονται σήμερα γύρω στα 0,60 ευρώ το κιλό, από περίπου 0,45 ευρώ πέρυσι, καταγράφοντας άνοδο της τάξης του 33%. Τα ξερά κρεμμύδια κινούνται στα 0,65 ευρώ, από 0,50 ευρώ το 2025 (+30%), ενώ τα καρότα βρίσκονται στα 0,55 ευρώ έναντι 0,40 ευρώ πέρυσι (+37%). Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα στα «βαριά» χειμερινά λαχανικά: τα άσπρα λάχανα έχουν ανέβει στα 0,45 ευρώ από 0,30 ευρώ (+50%), τα μπρόκολα στο 1,50 ευρώ από 1,00 ευρώ (+50%), τα κουνουπίδια στο 1,20 ευρώ από 0,80 ευρώ (+50%), ενώ τα σπανάκια διαπραγματεύονται πλέον στο 1,10 ευρώ από 0,75 ευρώ (+45%).
■ Ανοδική είναι και η εικόνα στα φρούτα, με τα πορτοκάλια Merlin να διαπραγματεύονται στα 0,60 ευρώ από 0,45 ευρώ πέρυσι (+33%), τα λεμόνια στο 1,40 ευρώ από 1,10 ευρώ (+27%) και τα μήλα Starking στο 1,10 ευρώ από 0,85 ευρώ (+29%).
newmoney
