Στο βόρειο Ιράν, ένας γιατρός που ζήτησε να παραμείνει ανώνυμος περιέγραψε τις σκηνές στα επείγοντα ενός μικρού νοσοκομείου στις 8 Ιανουαρίου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, το προσωπικό αναγκαζόταν να περπατά με μπότες, λόγω της ποσότητας αίματος στο πάτωμα.
Στο νοσοκομείο καταγράφηκαν επτά νεκροί, ανάμεσά τους ένας 16χρονος που είχε δεχτεί σφαίρα και υπέστη αφαίρεση νεφρού, καθώς και ένας άλλος ασθενής που ακρωτηριάστηκε κάτω από το γόνατο. Πρόκειται για μία από τις πρώτες επιβεβαιωμένες ενδείξεις του εύρους της ένοπλης βίας που αντιμετώπισαν οι διαδηλωτές.
Ο χειρουργός Σαΐντ (ψευδώνυμο), ο οποίος εγκατέλειψε αργότερα τη χώρα, περιέγραψε την κατάσταση στην Τεχεράνη, όπου όπως είπε είχε δει μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις να έχουν αναπτυχθεί σε όλη την πόλη. Ανέφερε ότι άκουσε συνθήματα όπως «Θάνατος στον Αλί Χαμενεΐ» και «Ζήτω ο Σάχης», τα οποία ακολούθησαν πυροβολισμοί και κραυγές γυναικών.
Στη δυτική Τεχεράνη, σε νοσοκομείο όπου εργάστηκε, οι εγκαταστάσεις είχαν φτάσει τριάντα φορές πέρα από τη χωρητικότητά τους, είπε στην εφημερίδα Le Monde. Για να μπορέσει να οργανώσει τη διαλογή των τραυματιών, αναγκάστηκε να ιεραρχήσει με βάση το πόσο δυνατά μπορούσαν να φωνάξουν, αφήνοντας πολλούς να πεθάνουν αβοήθητοι.
«Όσοι μπορούσαν ακόμα να φωνάξουν, να επιβιώσουν για μερικές ώρες, δεν είναι οι προτεραιότητες. Προτεραιότητα είχαν όσοι δεν είχαν καν την ενέργεια να μιλήσουν.» Περνούσε από τον έναν τραυματία στον άλλο, για να ελέγξει τον σφυγμό τους. «Δύο ή τρεις, κάτω από τις κουβέρτες, είχαν ήδη πεθάνει.
Ένα ακόμη στοιχείο που ανέδειξε ο Σαΐντ, αφορά το είδος των τραυμάτων που παρατηρήθηκαν στο νοσοκομείο της Ισφαχάν. Σύμφωνα με τον ίδιο, αρκετοί τραυματισμοί προέρχονταν από τουφέκια εφόδου HK G3, με σφαίρες να εισέρχονται πίσω από το γόνατο ή στην πατούσα, γεγονός που δείχνει ότι οι δυνάμεις ασφαλείας στόχευαν όσους προσπαθούσαν να διαφύγουν.
Άκουσε επίσης ριπές από βαριά πολυβόλα DShK, όπλα σχεδιασμένα να πλήττουν τεθωρακισμένα και όχι άοπλους πολίτες.
Ο χειρουργός Χαμέντ (ψευδώνυμο) κατέθεσε μια παρόμοια εικόνα για τη βόρεια Τεχεράνη, όπου, σύμφωνα με συναδέλφους του, μετρήθηκαν έξι νεκροί μέσα σε μία μόνο νύχτα. Την αμέσως επόμενη νύχτα, οι δυνάμεις ασφαλείας άνοιξαν πυρ αδιακρίτως εναντίον πλήθους έξω από το νοσοκομείο, τραυματίζοντας ακόμη και τον φύλακα στο μάτι. Η μαρτυρία αυτή ενισχύει τον ισχυρισμό ότι οι επιθέσεις ήταν συστηματικές και όχι μεμονωμένες ενέργειες.
Οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν στις 28 Δεκεμβρίου 2025 με αφορμή την κατακόρυφη πτώση του ιρανικού νομίσματος έναντι του δολαρίου και την ευρύτερη οικονομική αστάθεια. Μέσα σε λίγες ημέρες, όμως, εξαπλώθηκαν στα πανεπιστήμια και απέκτησαν έντονα πολιτικό χαρακτήρα, με κεντρικό αίτημα την πτώση του καθεστώτος. Η κατάσταση κλιμακώθηκε στις 8 Ιανουαρίου, μετά από δημόσια έκκληση για κινητοποίηση από τον Ρεζά Παχλαβί, γιο του τελευταίου Σάχη του Ιράν.
Ο απολογισμός των θυμάτων παραμένει ασαφής. Η οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων HRANA μέχρι τις 23/1 είχε καταγράψει 5.137 επιβεβαιωμένους θανάτους και ακόμη 12.904 περιπτώσεις υπό εξέταση. Η Μαΐ Σάτο, ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ, επικαλέστηκε αναφορές ιατρών στο Ιράν που ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό των νεκρών, ενώ κάλεσε για ανεξάρτητη διερεύνηση πιθανών εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας από το ιρανικό καθεστώς.
