Σε φάση διαβούλευσης εισέρχεται η διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού για το 2026, μετά την πρόσκληση της υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκης Κεραμέως, προς τους κοινωνικούς εταίρους και τους επιστημονικούς φορείς.
Στο πλαίσιο αυτό, τόσο η Επιτροπή Διαβούλευσης όσο και η Επιστημονική Επιτροπή καλούνται να καταθέσουν τα υπομνήματά τους.
Η Επιτροπή Διαβούλευσης απαρτίζεται από πέντε εκπροσώπους οργανώσεων εργαζομένων, πέντε εκπροσώπους εργοδοτικών οργανώσεων και τον πρόεδρο του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ.).
Παράλληλα, η πενταμελής Επιστημονική Επιτροπή συγκροτείται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες σε θέματα οικονομίας και οικονομίας της εργασίας, που υποδεικνύονται από το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), καθώς και από τον πρόεδρο του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (Σ.Ο.Ε.).
Τα υπομνήματα των δύο Επιτροπών και οι σχετικές εκθέσεις θα συνεκτιμηθούν για τον καθορισμό του ύψους της αύξησης του κατώτατου μισθού.
Στη συνέχεια, θα αποσταλούν στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) για τη σύνταξη του σχεδίου πορίσματος της διαβούλευσης.
Όπως αναφέρει σε δημόσιες τοποθετήσεις της η κ. Κεραμέως, παραμένει στο ακέραιο η δέσμευση της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού ο κατώτατος μισθός να φτάσει στα 950 ευρώ και ο μέσος μισθός στα 1.500 ευρώ έως το 2027.
Σημειώνεται ότι ο εισαγωγικός μισθός στο Δημόσιο έχει εξισωθεί με τον κατώτατο μισθό του ιδιωτικού τομέα, με ταυτόχρονη οριζόντια αύξηση σε όλα τα μισθολογικά κλιμάκια. Το εισαγωγικό κλιμάκιο στο Δημόσιο διαμορφώνεται, βάσει του καθορισμού του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, ενώ αυξάνονται και τα υπόλοιπα κλιμάκια.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, «δύο βασικοί παράγοντες καθορίζουν το πλαίσιο της αύξησης: πρώτον, η ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων και, δεύτερον, οι δυνατότητες της αγοράς εργασίας, των επιχειρήσεων και των δημοσιονομικών του κράτους, δεδομένου ότι ο κατώτατος μισθός αφορά και τον δημόσιο τομέα. Ταυτόχρονα, συνεχίζεται η εντατική προσπάθεια για την τόνωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών και τη διαρκή ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματός τους, με γνώμονα τις συνθήκες της αγοράς εργασίας».
Σήμερα, ο κατώτατος μισθός ανέρχεται στα 880 ευρώ, ενώ το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών διαμορφώνεται στα 39,30 ευρώ.
Από το 2019 μέχρι το 2025, έχει σημειωθεί αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 35,4%.
Από την αύξησή του ωφελούνται άμεσα οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι τριετίες (προσαύξηση στον κατώτατο μισθό, βάσει της προϋπηρεσίας του κάθε εργαζομένου), καθώς και τα επιδόματα και οι παροχές που υπολογίζονται με βάση τον κατώτατο μισθό.
Επιπλέον, η αύξηση στον κατώτατο μισθό έμμεσα συμπαρασύρει προς τα πάνω και τον μέσο μισθό.
Όπως επισημαίνουν στελέχη του υπουργείου Εργασίας, η νέα αύξηση πραγματοποιείται σε μια αγορά εργασίας που βελτιώνεται σταθερά, με την ανεργία να έχει υποχωρήσει στο 8,2%, περισσότερες από 500.000 νέες θέσεις εργασίας να έχουν δημιουργηθεί από το 2019 και το μη μισθολογικό κόστος να έχει μειωθεί σημαντικά.
Από τα μέσα του 2027, θα τεθεί σε εφαρμογή νέος μηχανισμός καθορισμού του κατώτατου μισθού.
Με το νέο σύστημα, το ποσοστό της ετήσιας αύξησης του κατώτατου μισθού θα είναι το άθροισμα του ετήσιου ποσοστού μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, ειδικά για τα νοικοκυριά στο χαμηλότερο 20% της εισοδηματικής κατανομής και του μισού του ετήσιου ποσοστού μεταβολής της αγοραστικής δύναμης του Γενικού Δείκτη Μισθών κατά την ίδια χρονική περίοδο.
Συμπερασματικά, θα λαμβάνεται υπ’ όψιν η ακρίβεια για τα νοικοκυριά στο χαμηλότερο 20% της εισοδηματικής κατανομής και η αύξηση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, οι καινοτομίες του νέου συστήματος είναι ότι ενισχύει την ασφάλεια για τους εργαζόμενους, καθώς προβλέπεται ότι ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να μειωθεί, το ύψος του συνδέεται με πραγματικά οικονομικά μεγέθη, όπως ο πληθωρισμός και η παραγωγικότητα και βασίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα της ΕΛ.ΣΤΑΤ., ενισχύοντας τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη στο σύστημα.
tanea.gr
