Την εσωτερική και διεθνή κατάσταση αναλύει ο Στέλιος Κούλογλου, σε συνέντευξη του στο τηλεοπτικό σταθμό ITV και τον Βλάση Ντόκα.
Η συζήτηση ξεκινά από την κακοκαιρία στην Αττική και τις πρόσφατες πλημμύρες, τις οποίες ο Κούλογλου αποδίδει στη χρόνια εγκατάλειψη των υποδομών.
Υπενθυμίζει ότι από τα 158 έργα αντιπλημμυρικής προστασίας που έχουν σχεδιαστεί στην Περιφέρεια Αττικής, υλοποιούνται μόλις 13, γεγονός που μετατρέπει κάθε έντονη βροχόπτωση σε ζήτημα «τύχης».
Κατά την άποψή του, η επαναλαμβανόμενη αυτή εικόνα αποτυπώνει τη γενικότερη παθογένεια του κράτους.
Περνώντας στη διεθνή σκηνή, ο Κούλογλου σχολιάζει τις κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ στο Νταβός, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην εξαγγελία για μια υποτιθέμενη συμφωνία με το ΝΑΤΟ σχετικά με τη Γροιλανδία.
Αμφισβητεί ευθέως τη θεσμική νομιμοποίηση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, να διαπραγματευτεί τέτοιου είδους ζητήματα, και εκτιμά ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για μια προσπάθεια των ΗΠΑ να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στις στρατιωτικές βάσεις της περιοχής, ώστε ο Τραμπ να εμφανιστεί ότι δεν «υποχωρεί» από τις απειλές του.
Ιδιαίτερα επικριτικός είναι για το λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» που προωθεί ο Τραμπ, με αφορμή τη Γάζα.
Ο Κούλογλου το χαρακτηρίζει ως έναν «Οργανισμός των τραμπικών εθνών», μια δομή χωρίς νομιμοποίηση, σχεδιασμένη ώστε να υποκαταστήσει τον ΟΗΕ και να τελεί υπό τον προσωπικό έλεγχο του ίδιου του Τραμπ, ο οποίος αυτοανακηρύσσεται πρόεδρος επ’ αόριστον. Κατά την εκτίμησή του, πρόκειται για μια καρικατούρα διεθνούς οργανισμού, βασισμένη στον εκβιασμό και τον φόβο, που θα αποδειχθεί βραχύβια αλλά επικίνδυνη για τη διεθνή ειρήνη.
Στο ίδιο πλαίσιο, επικρίνει τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης, σχολιάζοντας ειρωνικά τη δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι συμμετέχει μόνο στο σκέλος που αφορά τη Γάζα. Τη χαρακτηρίζει στάση «και με τον αστυφύλακα και με τον χωροφύλακα», δηλαδή μια προσπάθεια να μη δυσαρεστηθεί ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε ο Τραμπ.
Ο Κούλογλου περιγράφει συνολικά την αμερικανική παρουσία στο Νταβός ως «αξιοθρήνητη», αναφέροντας την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά τόσο του Τραμπ – που μπέρδεψε τη Γροιλανδία με την Ισλανδία – όσο και των υπουργών του, οι οποίοι προκάλεσαν αντιδράσεις και αποδοκιμασίες.
Για τον ίδιο, όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα μιας υπερδύναμης που λειτουργεί χωρίς συνοχή, περισσότερο ως επίδειξη δύναμης παρά με στρατηγική.
Αναφερόμενος στη Γάζα, προειδοποιεί ότι το τίμημα αυτών των πολιτικών το πληρώνει ήδη ο άμαχος πληθυσμός. Τονίζει ότι οι βομβαρδισμοί συνεχίζονται, η εκεχειρία εφαρμόζεται κατά το δοκούν και δημοσιογράφοι σκοτώνονται, γεγονός που καθιστά κυνική κάθε ρητορική περί «ειρήνης».
Στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο, σχολιάζει τις δημοσκοπήσεις, εστιάζοντας στο ΠΑΣΟΚ. Εκτιμά ότι η στρατηγική της «αυτονομίας» του Νίκου Ανδρουλάκη έχει αποτύχει και ότι το κόμμα δεν εμπνέει, παρά το γεγονός ότι διαθέτει οργανωμένο πρόγραμμα, σοβαρά στελέχη και προτάσεις.
Κατά τον Κούλογλου, το ΠΑΣΟΚ οφείλει να αλλάξει στρατηγική και να επιδιώξει να γίνει πυρήνας συσπείρωσης της Κεντροαριστεράς, αξιοποιώντας την κρίση του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς, κάτι που δεν κάνει έγκαιρα.
Αναλύοντας τα σενάρια νέων κομμάτων, εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι στις μετρήσεις «δυνητικής ψήφου», τις οποίες θεωρεί εξαιρετικά επισφαλείς.
Για την Καριστιανού επισημαίνει μια βασική αντίφαση: αν και το κοινό της είναι αντικυβερνητικό και αντισυστημικό, η ίδια εκφράζει συντηρητικές θέσεις, κάτι που μπορεί να αποξενώσει αριστερούς ψηφοφόρους.
Παράλληλα, της αναγνωρίζει το ελαφρυντικό της πολιτικής απειρίας και τον ρόλο της στην αποκάλυψη της υπόθεσης των Τεμπών. Για τον Αλέξη Τσίπρα σημειώνει ότι δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει σε ποιο ακροατήριο απευθύνεται, περιορίζοντας έτσι τη δυναμική του.
Κλείνοντας, ο Κούλογλου σκιαγραφεί ένα πολιτικό τοπίο αβεβαιότητας, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα, με κυρίαρχα χαρακτηριστικά την κρίση θεσμών, τη δεξιά μετατόπιση και την έλλειψη πειστικών εναλλακτικών.
