Η σημερινή εικόνα των νοικοκυριών στην Αττική χαρακτηρίζεται από έντονη οικονομική επιβάρυνση, μειωμένη αγοραστική δυνατότητα και αυξημένη ανασφάλεια λόγω της καλπάζουσας ακρίβειας, σύμφωνα με τα ευρήματα της πρόσφατης Έρευνας Γνώμης Καταναλωτών που διεξήχθη από τη RASS για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΕΑ).
Η ακρίβεια αναδεικνύεται ως το βασικό κοινωνικοοικονομικό πρόβλημα, καθώς πάνω από 80% των πολιτών δηλώνει ότι έχει επηρεαστεί σε μεγάλο ή αρκετό βαθμό από τις αυξήσεις τιμών.
Παράλληλα, το 74% αναφέρει επιδείνωση της αγοραστικής του δύναμης την τελευταία διετία. Σχεδόν 8 στους 10 καταναλωτές έχουν αναγκαστεί να περιορίσουν τις δαπάνες τους, ακόμη και σε βασικά αγαθά όπως τρόφιμα, ενέργεια και υπηρεσίες υγείας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η εκτεταμένη αίσθηση ύπαρξης στρεβλώσεων και αθέμιτων πρακτικών σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας. Οι περισσότερες αναφορές εντοπίζονται στα τρόφιμα, την ενέργεια και τα καύσιμα, δηλαδή σε αγαθά πρώτης ανάγκης που επηρεάζουν άμεσα το κόστος διαβίωσης. Ταυτόχρονα, το 68% των πολιτών εκτιμά ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν ασκούν επαρκή έλεγχο στην αγορά.
Το κλίμα αυτό διαβρώνει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και επιβαρύνει τις επιχειρήσεις που λειτουργούν με κανόνες υγιούς ανταγωνισμού.
Στον χώρο της υγείας, καταγράφεται ξεκάθαρη διαφοροποίηση ανάμεσα σε δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες. Περίπου 60% των πολιτών δηλώνει ικανοποιημένο από τις ιδιωτικές δομές υγείας, ενώ μόλις 40% εκφράζει αντίστοιχη ικανοποίηση για τις δημόσιες. Παρά τα χαμηλότερα ποσοστά, το δημόσιο σύστημα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πυλώνα περίθαλψης, κυρίως λόγω χαμηλότερου κόστους και καθολικής πρόσβασης.
Η ιδιωτική ασφάλιση υγείας αντιμετωπίζεται κυρίως ως μέσο κάλυψης σοβαρών περιστατικών, όπως η νοσηλεία, και λιγότερο ως εργαλείο πρόληψης ή καθημερινής φροντίδας.
Η έρευνα δείχνει ότι στην Ελλάδα η ασφάλιση παραμένει σε μεγάλο βαθμό υποχρεωτική επιλογή, όπως στην περίπτωση του αυτοκινήτου, και όχι συνειδητή απόφαση πρόληψης. Ένα σημαντικό ποσοστό πολιτών είτε δεν διαθέτει ασφαλιστικά προϊόντα είτε έχει διακόψει συμβόλαια λόγω υψηλού κόστους ή ανεπαρκών παροχών.
Παράλληλα, διαπιστώνεται έντονη έλλειψη ασφαλιστικής γνώσης, καθώς περισσότεροι από 8 στους 10 πολίτες δεν γνωρίζουν βασικές χρεώσεις των συμβολαίων τους, γεγονός που ενισχύει τη δυσπιστία και το αίσθημα ανασφάλειας απέναντι στον ασφαλιστικό κλάδο.
Όσον αφορά τις τραπεζικές υπηρεσίες, οι πολίτες εμφανίζονται μέτρια ικανοποιημένοι, ωστόσο η σχέση με το τραπεζικό σύστημα παραμένει εύθραυστη. Οι τράπεζες χρησιμοποιούνται κυρίως για συναλλαγές και λιγότερο ως εργαλεία αποταμίευσης ή επένδυσης, ενώ ιδιαίτερα αρνητική είναι η εικόνα γύρω από τη διαχείριση των «κόκκινων δανείων» και τη δράση των εισπρακτικών εταιρειών.
Επιπλέον, η πλειονότητα των πολιτών δηλώνει περιορισμένη εμπιστοσύνη στα ασφαλιστικά προϊόντα που προωθούν οι τράπεζες, ενώ αρκετοί αναφέρουν ότι η ασφάλιση παρουσιάστηκε ως προϋπόθεση για τη λήψη άλλων τραπεζικών υπηρεσιών.
Αναφερόμενος στα αποτελέσματα της έρευνας, ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, κ. Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, επισημαίνει ότι η ακρίβεια δεν αποτελεί πλέον μια θεωρητική οικονομική έννοια, αλλά μια καθημερινή πραγματικότητα που δοκιμάζει τόσο την κοινωνία όσο και την αγορά. Όπως τονίζει, οι αυξήσεις τιμών μειώνουν το διαθέσιμο εισόδημα, περιορίζουν τις επιλογές των πολιτών και κλονίζουν την εμπιστοσύνη στους βασικούς μηχανισμούς της οικονομίας.
Παράλληλα, αναδεικνύεται η αίσθηση ότι η αγορά δεν λειτουργεί πάντα με διαφάνεια και θεμιτό ανταγωνισμό, γεγονός που επιβαρύνει καταναλωτές και υγιείς μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ιδιαίτερα στους τομείς της υγείας, της ασφάλισης και των τραπεζών, κυριαρχεί το αίτημα για μεγαλύτερη προσβασιμότητα, σαφήνεια και δικαιοσύνη.
Σύμφωνα με τον κ. Χατζηθεοδοσίου, η αντιμετώπιση της ακρίβειας προϋποθέτει ισχυρότερους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης, διαφάνεια και επένδυση στην οικονομική παιδεία, ώστε να προστατευθεί η πραγματική οικονομία και να ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή.
