Όταν η συντονίστρια οικειότητας Adelaide Waldrop ερωτάται σε κοινωνικές συναναστροφές τι δουλειά κάνει, συχνά σκέφτεται να πει ψέματα. «Έχω σκεφτεί να λέω ότι είμαι λογίστρια», παραδέχεται. Όταν όμως αποκαλύπτει την αλήθεια, οι αντιδράσεις είναι σχεδόν πάντα αμήχανες ή χυδαίες. Δέχεται ερωτήσεις για τη στύση γνωστών ηθοποιών, τα ερωτικά γούστα τους κλπ..
«Ή ακούω πράγματα του τύπου “εσένα χρειαζόμαστε στο σπίτι με τη γυναίκα μου” και ερωτήσεις για τη δική μου σεξουαλική ζωή», λέει.
Για πολλούς, οι συντονιστές οικειότητας αποτελούν ένα θετικό αποτέλεσμα της εποχής μετά το #MeToo. Προστατεύουν τους ηθοποιούς, τη συνεργασία μεταξύ τους, διασφαλίζουν τη συναίνεση στις ερωτικές σκηνές και προσφέρουν δημιουργική υποστήριξη σε απαιτητικές και τολμηρές σκηνές.
Η Michelle Williams, ο Alexander Skarsgård και η Emma Stone έχουν μιλήσει με ενθουσιασμό για τη συμβολή τους. Για άλλους, όμως, οι συντονιστές οικειότητας είναι «η αστυνομία του σεξ», που περιορίζει την καλλιτεχνική ελευθερία στο όνομα της αποφυγής νομικών ή εργασιακών προβλημάτων.
Η δημόσια συζήτηση τροφοδοτήθηκε και από πρόσφατες δηλώσεις ηθοποιών. Η Mikey Madison δεν ήθελε συντονιστή οικειότητας στην ταινία Anora, όπου υποδύεται μια σεξεργάτρια. Η Gwyneth Paltrow ζήτησε από τη δική της να «κάνει λίγο πίσω» στα γυρίσματα του Marty Supreme.
Η Jennifer Lawrence δήλωσε πως δεν θυμόταν καν αν υπήρχε συντονιστής οικειότητας στο Die My Love (υπήρχε) αλλά θεώρησε ότι δεν ήταν απαραίτητος, αφού ο συμπρωταγωνιστής της, Robert Pattinson, «δεν είναι ανώμαλος». Αντιδράσεις σαν κι αυτές, αν και επικρίθηκαν έντονα, συνέβαλαν στη δημιουργία ενός αρνητικού αφηγήματος.
«Υπήρξε τεράστια ζήτηση πολύ γρήγορα, που ξεπέρασε την ικανότητα του κλάδου να εκπαιδεύσει σωστά ανθρώπους για αυτή τη δουλειά», εξηγεί η Waldrop. «Δεν είμαστε απλώς εκεί για να ψιθυρίζουμε στα αυτιά των ηθοποιών ανάμεσα στα πλάνα».
Όπως τονίζει, ορισμένοι μπαίνουν στο επάγγελμα γοητευμένοι από τη φήμη και την ιδέα ότι θα γίνουν έμπιστοι των σταρ. «Αλλά ένα έντονο δημόσιο προφίλ δεν βοηθά. Η δουλειά μας ήδη τραβά ανεπιθύμητη προσοχή».
Παρότι παραλλαγές του ρόλου υπήρχαν εδώ και δεκαετίες — θυμίζουμε ότι η sex educator Susie Bright είχε αναλάβει τη χορογραφία ερωτικών σκηνών στο Bound το 1996 — η θεσμοθέτηση των συντονιστών οικειότητας ήρθε μετά το #MeToo, σημειώνει ο Guardian. Σήμερα είναι συνδικαλιστές στις ΗΠΑ μέσω του σωματείου SAG-AFTRA, ενώ στη Βρετανία λειτουργούν κάτω από την ομπρέλα του Bectu, με αυστηρές προϋποθέσεις εκπαίδευσης και εμπειρίας.
Ο ρόλος τους ποικίλλει ανάλογα με την παραγωγή. Συνήθως ξεκινούν με ανάλυση του σεναρίου και εμπιστευτικές συζητήσεις με ηθοποιούς και όλο το συνεργείο, ώστε να υπάρχει σαφές πλαίσιο πριν από τα γυρίσματα.
Οι συζητήσεις αυτές μπορεί να αγγίξουν τραυματικές εμπειρίες ή απλώς προσωπικά όρια, από παλιές σεξουαλικές κακοποιήσεις μέχρι την αποστροφή κάποιου για ένα συγκεκριμένο σημείο του σώματός του. «Όλα παίρνουν λίγο περισσότερο χρόνο, αλλά αυτό δεν είναι κακό», λέει ένας ηθοποιός που έχει δουλέψει και με και χωρίς συντονιστή οικειότητας.
Πέρα από τη χορογραφία, οι συντονιστές οικειότητας κάνουν εκτιμήσεις ρίσκου, φροντίζουν για κλειστά σετ, παρέχουν ειδικά ενδύματα και προστατευτικά εμπόδια για να μην ξεπερνιούνται τα όρια. «Δεν είμαστε επαγγελματίες ψυχικής υγείας», σημειώνει η Waldrop, «αλλά δημιουργούμε ένα περιβάλλον διαφάνειας και διαρκούς, συναίνεσης». Παράλληλα, απαλλάσσουν συχνά άλλες γυναίκες του συνεργείου από τον άτυπο ρόλο της “συναισθηματικής υποστήριξης” προς τους ηθοποιούς, κάτι που στο παρελθόν θεωρούνταν σχεδόν δεδομένο.
Για τους ίδιους τους συντονιστές, η υπεραπλούστευση και η γελοιοποίηση του επαγγέλματός τους στα μέσα είναι απογοητευτική. «Είναι βαθιά υποτιμητικό», λέει ο Tommy Ross-Williams. «Αν ο κόσμος θέλει λιγότερο σύνθετες και τολμηρές ερωτικές σκηνές, ας καταργήσουμε τους συντονιστές οικειότητας. Αλλά από τότε που υπάρχουμε, οι δημιουργοί τολμούν να αφηγηθούν πιο περίπλοκες ιστορίες».
Το ιδανικό μέλλον, λένε, είναι ένα μέλλον χωρίς φασαρία γύρω από την ύπαρξή τους. «Ξέρω ότι έχω κάνει καλά τη δουλειά μου όταν κανείς δεν με προσέχει», καταλήγει η Waldrop. «Όταν όλα έχουν συμφωνηθεί από πριν και εγώ απλώς κάνω ένα βήμα πίσω και αφήνω τη σκηνή να προχωρήσει».
