Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Mercosur υπέγραψαν σήμερα Σάββατο (17/1) στην Ασουνσιόν της Παραγουάης τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, ολοκληρώνοντας μια διαπραγμάτευση που διήρκεσε περισσότερα από 25 χρόνια και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
Εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη συμφωνία που οδηγεί στη δημιουργία μίας από τις μεγαλύτερες ζώνες ελεύθερου εμπορίου παγκοσμίως —καλύπτοντας μια αγορά περίπου 700 εκατομμυρίων καταναλωτών— υπέγραψαν η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα.
Σε δηλώσεις του μετά την τελετή, ο Αντόνιο Κόστα χαρακτήρισε τη διαδρομή προς τη συμφωνία μακρά και απαιτητική, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η Συμφωνία ΕΕ–Mercosur, η οποία συγκροτεί τη μεγαλύτερη ζώνη ελεύθερων συναλλαγών στον κόσμο, έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη χρονική συγκυρία, όταν η ανάγκη για διεθνείς συνεργασίες είναι μεγαλύτερη από ποτέ.
Από την πλευρά της, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δήλωσε ότι «ύστερα από 25 χρόνια προσπαθειών, σήμερα γράφεται ιστορία». Όπως τόνισε, η συμφωνία ξεπερνά τα όρια μιας απλής εμπορικής συμφωνίας, καθώς αντανακλά τη δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέρ του ανοίγματος των αγορών, της συνεργασίας και του αμοιβαίου οικονομικού οφέλους, με σαφή προσανατολισμό στη βιωσιμότητα και στις γεωπολιτικές επιλογές της ΕΕ.
Η πρόεδρος της Επιτροπής σημείωσε ότι η συμφωνία αναμένεται να δημιουργήσει νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, να ενισχύσει τον ανταγωνισμό σε ίσους όρους και να οδηγήσει στην κατάργηση δασμών συνολικής αξίας δισεκατομμυρίων ευρώ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τη Mercosur θα μπορούσαν να αυξηθούν έως και κατά 50 δισ. ευρώ, ενώ οι εξαγωγές των χωρών της Mercosur προς την ΕΕ ενδέχεται να ενισχυθούν έως και κατά 9 δισ. ευρώ. «Πρόκειται για απτή αξία, πραγματική ανάπτυξη και νέες θέσεις εργασίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επισήμανε ότι η συμφωνία ενισχύει τις κοινές φιλοδοξίες των δύο περιοχών στον τομέα της βιωσιμότητας, καθώς περιλαμβάνει νομικά δεσμευτικές προβλέψεις για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Τη χαρακτήρισε, επίσης, ως μια ευρύτερη «γεωπολιτική δέσμευση» μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού, βασισμένη σε κοινές αξίες, στον σεβασμό των κανόνων και στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, ανοίγοντας τον δρόμο για ενισχυμένο πολιτικό διάλογο σε ζητήματα βιωσιμότητας, ισότητας, ειρήνης και ασφάλειας.
Απευθυνόμενη στους περίπου 450 εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες, διαβεβαίωσε ότι η συμφωνία είναι επωφελής τόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά όσο και για κάθε κράτος-μέλος ξεχωριστά. Υπενθύμισε ότι σήμερα περίπου 60.000 ευρωπαϊκές επιχειρήσεις —εκ των οποίων οι μισές είναι μικρομεσαίες— εξάγουν προϊόντα στη Mercosur και αναμένεται να ωφεληθούν από τη μείωση των δασμών, εξοικονομώντας έως και 4 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ παράλληλα θα αποκτήσουν ευκολότερη πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
Αναφερόμενη στις ανησυχίες που έχουν εκφραστεί από τον ευρωπαϊκό αγροτικό τομέα, η πρόεδρος της Επιτροπής τόνισε ότι η συμφωνία περιλαμβάνει ισχυρές δικλίδες ασφαλείας για την προστασία των ευαίσθητων γεωργικών κλάδων και των εισοδημάτων των αγροτών, ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζεται η προστασία 350 ευρωπαϊκών γεωγραφικών ενδείξεων.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι το επόμενο κρίσιμο στάδιο αφορά την ολοκλήρωση των διαδικασιών επικύρωσης, ώστε πολίτες και επιχειρήσεις να μπορέσουν να επωφεληθούν από τη συμφωνία το συντομότερο δυνατό.
Μεταξύ άλλων, στη συμφωνία προβλέπεται η σταδιακή κατάργηση δασμών σε μεγάλο εύρος προϊόντων. Η συμφωνία διευκολύνει την είσοδο ευρωπαϊκών βιομηχανικών προϊόντων και αυτοκινήτων στις αγορές της Νότιας Αμερικής, ενώ παράλληλα αυξάνει τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων στην Ευρώπη, όπως βοδινό κρέας, πουλερικά, ζάχαρη και σόγια. Ωστόσο, αυτό αναμένεται να επιβαρύνει τους Ευρωπαίους αγρότες και κτηνοτρόφους.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 2024 οι χώρες της Mercosur εξήγαγαν αγροτικά και αγροδιατροφικά προϊόντα αξίας 23,3 δισ. δολαρίων στην ΕΕ, με αποτέλεσμα το εμπορικό έλλειμμα της Ένωσης να φτάσει τα 20,1 δισ. ευρώ. Με τη νέα συμφωνία, η Λατινική Αμερική εκτιμάται ότι θα αποκομίσει μεγαλύτερα οφέλη, ενώ ο ευρωπαϊκός αγροτικός τομέας ενδέχεται να δεχθεί περαιτέρω πιέσεις.
Οι αντίπαλοι της συμφωνίας, με επικεφαλής τη Γαλλία —τον μεγαλύτερο αγροτικό παραγωγό της Ευρωπαϊκής Ένωσης— υποστηρίζουν ότι η συμφωνία θα αυξήσει τις εισαγωγές φθηνών τροφίμων, συμπεριλαμβανομένων του βοείου κρέατος, των πουλερικών και της ζάχαρης, υπονομεύοντας τους εγχώριους αγρότες.
Οι αγρότες, στα αιτήματά τους προς την κυβέρνηση, ζητούσαν μεταξύ άλλων να μην υπογραφεί η συμφωνία από την Ελλάδα, ενώ Γαλλία και Ιταλία είχαν εκφράσει προκαταβολικά τη διαφωνία τους ήδη από τον περασμένο Δεκέμβριο.
Οι αγρότες κάνουν λόγο για άνισο ανταγωνισμό από χώρες που έχουν διαφορετικά πρότυπα ασφαλείας. Οι ίδιοι χαρακτηρίζουν τη Συμφωνία «ιστορικό λάθος» και «επιζήμια για τον ευρωπαϊκό αγροτικό τομέα και την επισιτιστική ασφάλεια της ΕΕ».
Στην ΕΕ ισχύουν αυστηροί κανόνες για την καλή διαβίωση των ζώων, τη χρήση φυτοφαρμάκων και αντιβιοτικών και την περιβαλλοντική προστασία. Όμως, σε χώρες της MERCOSUR επιτρέπονται ουσίες απαγορευμένες στην ΕΕ (όπως φυτοφάρμακα και ζιζανιοκτόνα, τα οποία είναι απαγορευμένα ή μη εγκεκριμένα στην ΕΕ, αυξητικοί παράγοντες στην κτηνοτροφία κα), ενώ, υπάρχει χαλαρότερη επιβολή κανόνων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Mercosur υπέγραψαν τη Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης (EMPA), καθώς και μια Προσωρινή Συμφωνία Εμπορίου (iTA). Η Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης θα πρέπει να επικυρωθεί από όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, σύμφωνα με τις εθνικές τους διαδικασίες.
Παράλληλα, η Προσωρινή Συμφωνία Εμπορίου, που αφορά αποκλειστικά αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα τεθεί προς έγκριση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Με την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, η συμφωνία θα τεθεί σε προσωρινή ισχύ έως ότου ολοκληρωθεί η πλήρης επικύρωση της Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης, οπότε και η προσωρινή συμφωνία θα παύσει να ισχύει.
