website analysis «Γερτρούδη» / Το κύκνειο άσμα του Καρλ Θιοντόρ Ντράγιερ ολοκληρώνει ιδανικά μία συγκλονιστική φιλμογραφία – Epikairo.gr

Το 1964 κυκλοφορεί στις Αίθουσες η τελευταία ταινία του Καρλ Θιοντόρ Ντράγιερ. Μία ταινία που δικαίως θεωρείται από πολλούς μελετητές και ιστορικούς του Σινεμά ως το κύκνειο άσμα ενός ξεχωριστού δημιουργού που έφτασε στα όρια της κινηματογραφικής γλώσσας. Η «Γερτρούδη» που κυκλοφορεί σε επανέκδοση, είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο ριζοσπαστικά έργα στην ιστορία της Έβδομης Τέχνης.

Κοπεγχάγη, αρχές του 20ού αιώνα. Η Γερτρούδη, σύζυγος του μεγαλοδικηγόρου Γκούσταβ Κάνινγκ, ανακοινώνει στον άντρα της την πρόθεση της να χωρίσουν, επειδή αισθάνεται ότι δεν την αγαπά. Στη συνέχεια, συναντά τον εραστή της, Έρλαντ Γιάνσον, νεαρό καλλιτέχνη της όπερας, και του ζητά να ζήσουν μαζί. Εκείνος, όμως, της λέει ότι γι’ αυτόν η σχέση τους ήταν μια εφήμερη περιπέτεια.

Η Γερτρούδη συναντά επίσης τον παλιό εραστή της, Γκάμπριελ Λίντμαν, διάσημο ποιητή, τον οποίο παράτησε πριν μερικά χρόνια για να παντρευτεί τον Κάνινγκ. Ο Γκάμπριελ της ζητά να ξανασυνδεθούν, όμως εκείνη αρνείται να αναβιώσει κάτι που το θεωρεί νεκρό εδώ και πολύ καιρό. Ο Κάνινγκ ζητά από τη Γερτρούδη να μείνει τυπικά σύζυγός του, αλλά και πάλι εκείνη αρνείται.

Ξανασυναντάμε τη Γερτρούδη πολλά χρόνια αργότερα. Είναι πια μια ηλικιωμένη γυναίκα που ζει μόνη της στην επαρχία. Ο Άξελ Νίγκρεν, συγγραφέας και πιστός της φίλος από παλιά, την επισκέπτεται στο γραφείο της. Η Γερτρούδη τού διαβάζει το μοναδικό ποίημα που έγραψε, όπου, μεταξύ άλλων, λέει: «Κοίταξέ με. Είμαι ωραία; Όχι, αλλά αγάπησα. Κοίταξέ με. Είμαι νέα; Όχι, αλλά αγάπησα. Κοίταξέ με. Έζησα; Όχι, αλλά αγάπησα».

Μετά από μακρά περίοδο δυσκολιών στη χρηματοδότηση και περιορισμένη υποστήριξη από τη δανέζικη κινηματογραφική βιομηχανία, ο Καρλ Θιοντόρ Ντράγιερ κατόρθωσε να ολοκληρώσει το έργο του με απόλυτο καλλιτεχνικό έλεγχο.

Η παραγωγή της ταινίας χαρακτηρίστηκε από αυστηρή πειθαρχία, μακρές πρόβες και λεπτομερή καθοδήγηση των ηθοποιών, ώστε ο λόγος να αποκτήσει ρυθμό σχεδόν μουσικό. Τα μεγάλα, συνεχόμενα πλάνα και οι ελάχιστες κινήσεις της κάμερας δεν αποτελούν αισθητική ιδιοτροπία, αλλά συνειδητή επιλογή που μετατρέπει τον χρόνο σε βασικό δραματουργικό στοιχείο.

Στη «Γερτρούδη», ο λόγος δεν υπηρετεί την πλοκή· είναι ο ίδιος η πλοκή. Οι διάλογοι, βασισμένοι στο έργο του Hjalmar Söderberg, διατηρούν θεατρική ακρίβεια, αλλά κινηματογραφούνται με τρόπο που αφαιρεί κάθε ίχνος θεατρικότητας. Ο Ντράγιερ επιδιώκει μια «γυμνή» γλώσσα, όπου κάθε λέξη λειτουργεί ως ηθική δήλωση και κάθε παύση αποκτά βαρύτητα ίση με τον λόγο.

Ο ρυθμός της ταινίας είναι εσκεμμένα αργός, απαιτητικός, σχεδόν ασκητικός. Δεν προσφέρεται για συναισθηματική ταύτιση εύκολης κατανάλωσης, αλλά για στοχαστική παρακολούθηση. Η «Γερτρούδη» ζητά από τον θεατή να παραμείνει, να ακούσει και να αναμετρηθεί μαζί της.

Ο Καρλ Θιοντόρ Ντράγιερ (Carl Theodor Dreyer: 1889-1968) υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες μορφές του κινηματογράφου και ένας από τους πιο αυθεντικούς δημιουργούς της Έβδομης Τέχνης. Σκηνοθέτης αυστηρός, απαιτητικός και ασυμβίβαστος, με ένα μοναδικό κινηματογραφικό ύφος. Γύρισε δέκα ταινίες την εποχή του βωβού, από το 1918 έως το 1931, και μόνο τέσσερις μέχρι το τέλος της ζωής του καθώς υπήρξε ανυποχώρητος σε ό,τι αφορά στο καλλιτεχνικό του όραμα και για αυτό συγκρούστηκε με τους παραγωγούς πληρώνοντας το τίμημα. Ο στόχος του ήταν ξεκάθαρος από την αρχή: «να αναπαράγω, με όση περισσότερη ειλικρίνεια μπορώ, συναισθήματα όσο γίνεται πιο ειλικρινά».

Η πλειονότητα των ηρωίδων του είναι κυρίως θύματα είτε της τυραννίας των αντρών είτε της μισαλλοδοξίας της κοινωνίας και αντιπροσωπεύουν το πάθος της ζωής, την αναρχία της παρέκκλισης, την εσωτερική ανάγκη της διαφορετικότητας ενάντια στην ισοπεδωτική λογική του νόμου και των οργανωμένων κοινωνικών θεσμών. Με ένα μοναδικό κινηματογραφικό στυλ, το οποίο ο ίδιος όρισε ως «αυτό που χαρίζει στο έργο ψυχή», ο Ντράγιερ ήταν ένας από τους πρώτους που αντιμετώπισε τη νέα εφεύρεση των κινούμενων εικόνων ως τέχνη. Tο γεγονός αυτό θα τον οδηγήσει σε ρήξη με τη βιομηχανία του θεάματος, κυρίως με την έλευση του ομιλούντος κινηματογράφου.

Στις ταινίες του, μέσω της αφαίρεσης και της αποκάθαρσης των δραματουργικών στοιχείων από καθετί περιττό, ανέδειξε το απολύτως απαραίτητο, το ουσιώδες, κινηματογραφώντας την εσωτερική και όχι την εξωτερική ζωή των ηρώων. Tο «φωτοστέφανο» πνευματικότητας που εμφανίζεται στις ταινίες του, δεν είναι, όπως ερμηνεύτηκε εσφαλμένα από πολλούς, η διάχυση του θεϊκού στην εικόνα, αλλά το απόσταγμα από το στράγγισμα της πραγματικότητας.

To ρηξικέλευθο έργο του Ντράγιερ, πάντα πιο μπροστά από την εποχή του, ήταν φυσικό να γίνει αντικείμενο παρανόησης και να παγιδευτεί σε μονομερείς θεολογικές ερμηνείες, βασισμένες κυρίως στις ταινίες: «Tο πάθος της Zαν Nτ Aρκ, «Mέρες Oργής» και «O λόγος». Ταινίες που θα εγκλωβίσουν το έργο ενός κατ εξοχήν ρεαλιστή δημιουργού, είτε σε μια μεταφυσική διάσταση είτε σε έναν στείρο θρησκευτικό μυστικισμό. Mε άλλα λόγια, ο υπερβατικός Ντράγιερ, εγκλωβισμένος σε μια χριστιανική προβληματική. Tίποτα το λιγότερο αληθές.

O Ντράγιερ υπήρξε, πρώτα από όλα, ένας εφευρέτης του κινηματογράφου, ένας πρωτοπόρος που σφυρηλάτησε το συντακτικό της κινηματογραφικής γλώσσας, βάζοντας τα θεμέλια της νέας τέχνης. Aν υπάρχει πνευματικότητα και ομορφιά ψυχής στο έργο του, αυτή πηγάζει από την όσμωση μορφής-περιεχομένου. Σε όλο του το έργο, ο Ντράγιερ πολέμησε τον φανατισμό, τον θρησκευτικό δογματισμό, τη μισαλλοδοξία, την προκατάληψη και υπερασπίστηκε τη μοναδικότητα του ατόμου και το δικαίωμα της εξέγερσης ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας. H αλήθεια και το εσωτερικό φως των ταινιών του, που δεσπόζουν σαν επιβλητικός καθεδρικός ναός στην ιστορία του κινηματογράφου, προέρχεται από τη σύγκρουση ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα, στην ύλη και το πνεύμα, και αποτελούν μια κορυφαία κατάκτηση της παγκόσμιας καλλιτεχνικής κληρονομιάς.

Διαβάστε Επίσης:
«To Πάθος της Ζαν Ντ’ Αρκ» του Καρλ Θήοντορ Ντράγιερ: Το διαχρονικό αριστούργημα του Βωβού Κινηματογράφου

Γερτρούδη / Gertrud
Σκηνοθεσία: Καρλ Θιοντόρ Ντράγιερ
Σενάριο: Καρλ Θιοντόρ Ντράγιερ (βασισμένο στο θεατρικό έργο «Gertrud» του Hjalmar Söderberg)
Πρωταγωνιστούν: Νίνα Πενς Ρόντε, Μπεντ Ρότε, Εμπε Ρόντε, Μπάρντ Οου
Φωτογραφία: Χένινγκ Μπέντσεν
Μοντάζ: Ιντιθ Σλούσελ
Μουσική: Γιόργκεν Γέρσιλντ
Έτος Παραγωγής: 1964
Χώρα Παραγωγής: Δανία
Διάρκεια: 116 λεπτά
Κυκλοφορεί σε επανέκδοση στις εγχώριες Κινηματογραφικές Αίθουσες, από την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου, σε διανομή της εταιρείας New Star

https://www.youtube.com/watch?v=h4HECmwojUs