Την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ ανεβάζει επικίνδυνα τους τόνους απέναντι στο Ιράν, όπου ο λαός έχει ξεσηκωθεί ενάντια στο θεοκρατικό καθεστώς, και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής σύγκρουσης, στο παρασκήνιο δρα ένα καλά οργανωμένο και χρηματοδοτημένο δίκτυο ακροδεξιών οργανώσεων και συντηρητικών think tanks. Πρόκειται για τους ίδιους κύκλους που στο εσωτερικό των ΗΠΑ πρωταγωνιστούν στην αποδόμηση κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων: από την προστασία των καταναλωτών και την περιβαλλοντική πολιτική έως το δικαίωμα στην άμβλωση.
Αυτές οι ομάδες, μέσω μηχανισμών «σκοτεινού χρήματος» (dark money), διοχετεύουν εκατομμύρια δολάρια σε οργανισμούς επιρροής που ζητούν ανοιχτά αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, επαναφέροντας στο προσκήνιο το πιο επιθετικό δόγμα της νεοσυντηρητικής αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει παρατεταμένη αστάθεια και αιματοχυσία στη Μέση Ανατολή, ωστόσο θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα νεοσυντηρητικών δισεκατομμυριούχων και της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων που χρηματοδοτούν τα think tanks μέσω «σκοτεινού χρήματος».
Το «σκοτεινό χρήμα» δεν είναι απλώς ένα λογιστικό τέχνασμα. Πρόκειται για έναν ολόκληρο μηχανισμό πολιτικής επιρροής, όπου πλούσιοι δωρητές και εταιρικά συμφέροντα χρηματοδοτούν οργανώσεις χωρίς να αποκαλύπτεται η ταυτότητά τους. Έτσι, κρίσιμες αποφάσεις για πόλεμο, ειρήνη και διεθνείς σχέσεις λαμβάνονται υπό την πίεση συμφερόντων που παραμένουν αόρατα για την κοινή γνώμη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως αναφέρει το jacobin, αποτελεί η Donors Trust, ένας από τους βασικούς κόμβους σκοτεινής χρηματοδότησης της αμερικανικής Δεξιάς. Η οργάνωση αυτή, με στενούς δεσμούς με τον Leonard Leo –τον άνθρωπο-κλειδί πίσω από τον συντηρητικό έλεγχο του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ– διοχέτευσε περισσότερα από 2,7 εκατομμύρια δολάρια στο ακροδεξιό και έντονα αντιμουσουλμανικό Center for Security Policy την περίοδο 2020–2023.
Σημαντικό μέρος αυτών των χρημάτων προέρχεται από τον Barre Seid, συντηρητικό και φιλοϊσραηλινό δισεκατομμυριούχο, ο οποίος έχει συνδεθεί και με τη χρηματοδότηση έντονα ισλαμοφοβικών και αντι-ιρανικών παραγωγών, όπως η ταινία Obsession: Radical Islam’s War With the West.
Παράλληλα, το Foundation for the Defense of Democracies (FDD), ένα από τα πιο επιδραστικά think tanks της Ουάσινγκτον σε ζητήματα Ιράν, έλαβε πάνω από 1,6 εκατομμύρια δολάρια από το Sarah Scaife Foundation. Το ίδρυμα αυτό ανήκει στον πυρήνα της αμερικανικής συντηρητικής ελίτ και χρηματοδοτείται από την πετρελαϊκή και τραπεζική περιουσία της οικογένειας Mellon. Δεν είναι τυχαίο ότι το ίδιο ίδρυμα στηρίζει και το Project 2025, το σχέδιο ριζικού μετασχηματισμού του αμερικανικού κράτους προς μια αυταρχικότερη και βαθιά συντηρητική κατεύθυνση.
Το FDD απασχολεί πρώην στελέχη των κυβερνήσεων Τραμπ και Τζορτζ Μπους, γνωστά για τη σκληρή τους στάση απέναντι στο Ιράν. Το 2018 συνεργάστηκε μάλιστα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε πρόγραμμα που παρουσιάστηκε ως «αντιμετώπιση ιρανικής παραπληροφόρησης», ενώ σήμερα καλεί ανοιχτά τον ιρανικό λαό να «αδράξει τη στιγμή» και να ανατρέψει την κυβέρνηση της χώρας.
Στο ίδιο στρατόπεδο βρίσκεται και το Center for Security Policy, το οποίο χρηματοδοτείται –μεταξύ άλλων– από κατασκευαστές όπλων, συμπεριλαμβανομένων εταιρειών που παράγουν τις διατρητικές βόμβες («bunker busters») που χρησιμοποιήθηκαν σε επιθέσεις κατά ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων. Το think tank αυτό δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του για την κλιμάκωση των εχθροπραξιών, διακινώντας ακραίους ισχυρισμούς περί συνεργασίας του Ιράν με μεξικανικά καρτέλ και περί βαλλιστικών πυραύλων που «μπορούν να πλήξουν την Αμερική».
Ειδικοί προειδοποιούν ότι μια απόπειρα βίαιης αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν από εξωγενείς παράγοντες θα μπορούσε να οδηγήσει σε μακροχρόνια αποσταθεροποίηση και αιματοχυσία σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Παρ’ όλα αυτά, μια τέτοια εξέλιξη θα εξυπηρετούσε συγκεκριμένα συμφέροντα: τους νεοσυντηρητικούς κύκλους που επενδύουν σε μόνιμες συγκρούσεις, τη βιομηχανία όπλων που επωφελείται από κάθε νέα κρίση, αλλά και τα ενεργειακά συμφέροντα που βλέπουν την περιοχή αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα του ελέγχου πόρων.
Η ειρωνεία είναι ότι ένα Ιράν απαλλαγμένο από κυρώσεις και ενταγμένο στο διεθνές σύστημα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πιο προβλέψιμο και διαχειρίσιμο παίκτη. Όμως η λογική της σύγκρουσης αποδεικνύεται συχνά πιο κερδοφόρα από τη λογική της διπλωματίας.
Όπως έγραψε χαρακτηριστικά στέλεχος ενός από αυτά τα think tanks, «ευτυχώς μπορούμε να εμπιστευτούμε τον Πρόεδρο Τραμπ να πάρει τη σωστή απόφαση την κατάλληλη στιγμή». Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν θα προστατευτεί η «Αμερική», αλλά ποια συμφέροντα καθορίζουν τι θεωρείται προστασία — και ποιοι πληρώνουν το τίμημα.
