«Παρότι έχουν κλείσει τα τουριστικά μαγαζιά, συνεχίζεται η ίδια κατάσταση. Το πρόβλημα παραμένει γιατί κατεβαίνει πολύς κόσμος στο κέντρο, παρκάρει χωρίς να βλέπει καν την σήμανση» αναφέρει, κάνοντας λόγο για καταπατήσεις δημόσιου χώρου από οδηγούς προκειμένου να παρκάρουν «ενώ οι κάτοιμοι προσπαθούμε να είμαστε νομοταγείς».
«Ειδικά το καλοκαίρι, γίνεται… πανζουρλισμός: παρκάρουν πανω σε πεζοδρόμια, κλείνουν πυλωτές, δεν μπορούμε να βγούμε από τα σπίτια μας.
Τώρα είναι καλύτερα αλλά αυτό θα κρατήσει για ενάμιση μήνα ακόμα, αφού τον Μάρτιο, ξεκινάει η σεζόν. Για να παρκάρουμε χρειάζεται από μισή έως 1 ώρα, κι αυτό κάνοντας κύκλους γύρω γύρω, το καλοκαίρι» λέει η κα Κουκλάκη, ενώ για την κάρτα στάθμευσης μόνιμων κατοίκων παλιάς πόλης, επισημαίνει ότι «δεν σου κατοχυρώνει θέση απλα δεν σε γράφουν ( η Τροχαία)» αναφέρει η Γραμματέας του Συλλόγου Μονίμων Κατοίκων Παλιάς Πόλης.
«Δέσμευση θέσεων με δίκυκλα ή αντικείμενα, «καβάντζες» θέσεων»
«Την ίδια στιγμή που ο Δήμος Χανίων προχωρά σε συνεχείς επεκτάσεις πεζοδρομήσεων –χωρίς καμία πρόβλεψη για εναλλακτικές λύσεις στάθμευσης– οι μόνιμοι κάτοικοι καλούμαστε να πληρώσουμε το τίμημα.
Όχι με πρόστιμα.
Με χρόνο, εξάντληση και υποβάθμιση της καθημερινότητάς μας.
Η αναζήτηση θέσης στάθμευσης κοντά στην κατοικία μας απαιτεί πλέον 30 έως και 60 λεπτά καθημερινά, συχνά σε ακτίνα άνω των 500 μέτρων. Μιλάμε για ανθρώπους που επιστρέφουν από εργασία, για γονείς με παιδιά, για ηλικιωμένους, για πολίτες που απλώς θέλουν να φτάσουν στο σπίτι τους.
Την ίδια στιγμή, αναπτύσσονται και παγιώνονται φαινόμενα μικροπαρανομίας, τα οποία γίνονται ανεκτά:
δέσμευση θέσεων με δίκυκλα ή αντικείμενα, «καβάντζες» θέσεων από άτομα που θεωρούν τον δημόσιο χώρο προσωπικό τους προνόμιο. Πρόσφατα έγινα μάρτυρας περιστατικού όπου οδηγός ξεπάρκαρε, άναψε αλάρμ και τοποθέτησε το μηχανάκι του στη θέση ώστε να την κρατήσει μέχρι να επιστρέψει. Αυτές οι πρακτικές είναι παράνομες — αλλά κυρίως είναι προσβλητικές για όσους τηρούν τον νόμο.
Το ερώτημα είναι απλό: Ποια είναι η θέση των μόνιμων κατοίκων στον σχεδιασμό της πόλης;
Η βιώσιμη κινητικότητα δεν μπορεί να εφαρμόζεται αποσπασματικά και εις βάρος εκείνων που ζουν καθημερινά στην πόλη. Οι πεζοδρομήσεις και οι παρεμβάσεις στον αστικό ιστό οφείλουν να συνοδεύονται από σοβαρό σχεδιασμό στάθμευσης, ζώνες κατοίκων ή άλλες ρεαλιστικές λύσεις — όχι από σιωπή και μετακύλιση του προβλήματος.
Δεν ζητάμε προνόμια.
Ζητάμε το αυτονόητο: να μπορούμε να φτάνουμε στο σπίτι μας χωρίς να αισθανόμαστε ανεπιθύμητοι στην ίδια μας τη γειτονιά.
Η καθημερινή ταλαιπωρία των κατοίκων δεν μπορεί να παραμένει αόρατη».
