Ο πρωθυπουργός αν μη τι άλλο είναι ειλικρινής. Από καιρό έχει δηλώσει ευθαρσώς ότι είναι οπαδός όχι της πολιτικής, αλλά της επικοινωνιακής επίλυσης των προβλημάτων.
Είναι, δηλαδή, ένθερμος οπαδός της άποψης ότι εκεί όπου αποτυγχάνει η πολιτική, επιτυγχάνει η επικοινωνία.
Που σημαίνει ότι όταν η κυβέρνηση δεν θέλει ή δεν μπορεί να δώσει λύσεις στα προβλήματα, σκηνοθετεί την επίλυσή τους. Γιατί σημασία έχει ό,τι φαίνεται και όχι ό,τι γίνεται στ’ αλήθεια.
Έτσι έκανε και με το αγροτικό ζήτημα. Όταν έγινε φανερό στους αγρότες, αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία, ότι ούτε θέλει ούτε και μπορεί να δώσει λύση στο τεράστιο ζήτημα της βιωσιμότητας του πρωτογενούς τομέα, κατά τη συνήθη πρακτική της κατέφυγε στην επικοινωνιακή του διαχείριση.
Σκηνοθέτησε δηλαδή έναν «διάλογο» με μια μικρή μειοψηφία προθύμων να μπουν στο κάδρο της σκηνοθετημένης επίλυσης του προβλήματος και εμφάνισε στα κανάλια ότι λύθηκε το πρόβλημα.
Με τη ρήση, μάλιστα, ο πρωθυπουργός ότι τις αποφάσεις τις παίρνουν οι παρόντες, επιβεβαίωσε τον συγκεντρωτικό αυταρχισμό με τον οποίο κυβερνά τη χώρα.
«Το κράτος είμαι εγώ», υπονόησε ο πρωθυπουργός, κλείνοντας το μάτι στη μειοψηφία που τον στηρίζει, κατά το γνωστό δόγμα του Λουδοβίκου.
Τα κανάλια εμφάνισαν έναν σκηνοθετημένο «διάλογο» στον οποίον ο πρωθυπουργός ήταν θριαμβευτής. Μόνο που αυτός ο «διάλογος» με μια μειοψηφία προθύμων αγροτών ήρθε κατόπιν εορτής. Αφού οι αποφάσεις της κυβέρνησης ήταν ήδη ειλημμένες. Και μάλιστα είχε δημόσια επιβεβαιωθεί ότι η κυβέρνηση δεν επρόκειτο να κάνει ούτε βήμα πίσω από αυτές.
Και μόνο αυτή η επικοινωνιακή διαχείριση ενός προβλήματος που αφορά στην επιβίωση του παραγωγικού τομέα της χώρας αρκεί για να τεκμηριωθεί η άποψη ότι η κυβέρνηση ούτε θέλει ούτε και μπορεί να λύσει το αγροτικό ζήτημα.
Και ούτε θέλει ούτε και μπορεί να το λύσει, γιατί απλά η υποχώρηση του τομέα της πρωτογενούς παραγωγής, η οποία προκαλεί τη φτωχοποίηση των αγροτών, είναι το αποτέλεσμα της δικής της συνειδητής πολιτικής.
Και πρώτα από όλα δεν θέλει και δεν μπορεί, γιατί αντιμετωπίζει το πρόβλημα της βιωσιμότητας του αγροτικού τομέα με την ελαφρότητα που αντιμετωπίζει τα συνήθη προβλήματα διευθέτησης συμφερόντων.
Λες και οι αγρότες ζητούν χρήματα ή διευκολύνσεις.
Αυτό που στα αλήθεια ζητούν οι αγρότες, είναι αυτό που θα έπρεπε να διεκδικεί το ελληνικό κράτος και η επίσημη εκπροσώπησή του, δηλαδή η κυβέρνηση.
Το πρόβλημα δεν είναι να δοθούν κάποιες περισσότερες διευκολύνσεις ή μεγαλύτερες επιδοτήσεις στους αγρότες.
Το πρόβλημα είναι να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα της πρωτογενούς παραγωγής για τα επόμενα χρόνια.
Κι αυτός είναι ένας στόχος που δεν συμπεριλαμβάνεται στην πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Πρώτα από όλα γιατί ήταν η ίδια η κυβέρνηση που είτε σκηνοθέτησε, είτε επέτρεψε, είτε και ανέχτηκε το σκάνδαλο διαφθοράς του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ήταν η ίδια η κυβέρνηση, δηλαδή, που έκλεισε το μάτι στους κομματικούς αγροτοσυνδικαλιστές, διευκολύνοντας, καλύπτοντας ή και ανεχόμενη την υπεξαίρεση των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων.
Ένα τεράστιο σκάνδαλο διαφθοράς που αποκάλυψαν όχι οι ελληνικές αρχές, αλλά η ευρωπαϊκή εισαγγελία.
Ένα σκάνδαλο που αφενός μεν ενίσχυσε την εκλογική βάση της ΝΔ στις εκλογές του 2023, μέσω της εξαγοράς ψήφων με ευρωπαϊκά χρήματα.
Και αφετέρου κατέστρεψε τον μέσο αγρότη. Ο οποίος, εκτός των άλλων προβλημάτων που αντιμετωπίζει εξ αιτίας της κυβερνητικής πολιτικής, έχει επιπλέον να λάβει τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις που δικαιούται, από το 2019.
Αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε, πράγματι, σε υψηλή προτεραιότητα την επίλυση των προβλημάτων των αγροτών, όπως προσποιείται στον σκηνοθετημένο «διάλογο» με τους προθύμους αγρότες, δεν θα είχε οργανώσει, καλύψει ή ανεχτεί το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ακόμη και αν, καθ’ υπέρβαση και για την οικονομία της συζήτησης, δεχόμασταν την κυβερνητική εκδοχή, ότι δεν οργάνωσε η κυβέρνηση το σκάνδαλο που ευνόησε τους δικούς της κομματικούς αγρότες, δεν θα έπρεπε να το έχει ήδη αποκαλύψει η ίδια μετά από τόσα χρόνια, παραπέμποντάς το στις ελληνικές αρχές, πολύ πριν το κάνει η ευρωπαϊκή εισαγγελία;
Δεύτερος λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση δεν θέλει να λύσει το αγροτικό ζήτημα είναι γιατί το κύριο αίτημα των αγροτών, που αφορά στη μείωση του πολύ αυξημένου κόστους της αγροτικής παραγωγής, είναι αποτέλεσμα της δικής της συνειδητής πολιτικής.
Το ολιγοπώλιο των μεσαζόντων που προμηθεύουν πρώτες ύλες στους αγρότες είναι προϊόν της δικής της πολιτικής. Της συνειδητής και στοχευμένης κυβερνητικής πολιτικής για την ενίσχυση των καρτέλ και την ανάδειξη ενός ολιγοπωλίου μεσαζόντων που ελέγχουν την ελληνική οικονομία.
Όπως, αντίστοιχα, κυβερνητική είναι και η πολιτική της ιδιωτικοποίησης της ενέργειας και της δημιουργίας του ενεργειακού καρτέλ.
Στο οποίο, μάλιστα, ολιγοπώλιο προσχώρησε μετά την ιδιωτικοποίησή της και η κάποτε δημόσια ΔΕΗ. Η οποία σήμερα, αντί να παίζει τον ρόλο που ζητούν από την κυβέρνηση οι αγρότες, του ελέγχου των ανώτατων τιμών της ενέργειας, όπως συμβαίνει παντού στην Ευρώπη, έχει γίνει ο πέμπτος εταίρος ενός ολιγοπωλίου που αποφασίζει προς ίδιο όφελος την αύξηση των τιμών της ενέργειας, σε βάρος του Έλληνα καταναλωτή.
Άλλη απόδειξη ότι η κυβέρνηση δεν θέλει και δεν μπορεί να δώσει λύση στα προβλήματα των αγροτών, είναι η πολιτική της εξαγοράς αγροτικής γης από το ενεργειακό καρτέλ και της αλλαγής των χρήσεων γης στην ύπαιθρο, που η ίδια υποστηρίζει και ενισχύει.
Χύνοντας κροκοδείλια δάκρυα στη συνέχεια για το δημογραφικό πρόβλημα που αυτή η συνειδητή πολιτική της προκαλεί, με την εγκατάλειψη των αγροτικών δραστηριοτήτων και την ερημοποίηση της υπαίθρου.
Αλλά και το άνοιγμα της Ευρώπης στην ελεύθερη αγορά, με την ψήφιση μόνο από τους ευρωβουλευτές της ΝΔ, της συμφωνίας με την Mercosur, τη στιγμή που η ελληνική αγροτική οικονομία αδυνατεί σήμερα όχι να ανταγωνιστεί διεθνώς άλλες οικονομίες, αλλά αδυνατεί ακόμη και να επιβιώσει, δεν είναι κορυφαία απόδειξη ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν θέλει και δεν μπορεί να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα της αγροτικής οικονομίας στην Ελλάδα;
Άλλα σχέδια έχει για την ελληνική οικονομία η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Στα οποία χωρούν τα καρτέλ των μεσαζόντων και των λίγων ευνοημένων μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά όχι οι Έλληνες παραγωγοί.
Σύμφωνα με το νεοφιλελεύθερο σχέδιο που εκτελεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η Ελλάδα απομακρύνεται από τον πρωτογενή τομέα και την παραγωγική της βάση και τείνει να γίνει μια οικονομία των υπηρεσιών του τριτογενούς τομέα.
Με τη θέση του τομέα της πρωτογενούς παραγωγής να την καταλαμβάνει ο ελεγχόμενος από διεθνή πρακτορεία και μεγάλες επιχειρήσεις τουρισμός.
Η στροφή αυτή της ελληνικής οικονομίας από την πρωτογενή παραγωγή στον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών, όμως, δεν είναι ολέθρια μόνο για τους αγρότες. Αφορά στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, γιατί αφορά στο μέλλον της ελληνικής οικονομίας.
Μια χώρα ευνοημένη από τη φύση με περιζήτητα, κατά τα άλλα, προϊόντα διατροφής στις διεθνείς αγορές αυτοχειριάζεται, σκοτώνοντας αυτόν τον παραγωγικό τομέα Για να ακολουθήσει την πεπατημένη των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων που ελέγχουν τον διεθνή τουρισμό.
Όμως η υποχώρηση της πρωτογενούς παραγωγής είναι ολέθρια και για την αυτάρκεια της ελληνικής οικονομίας.
Όπως και η εξάρτηση της οικονομίας από τον τριτογενή, αποκλειστικά, τομέα των υπηρεσιών τουρισμού είναι ευάλωτη και ελάχιστα ανθεκτική στις φυσικές καταστροφές, στις επιδημίες, αλλά και στις διεθνείς συρράξεις που τελευταία πλήττουν την παγκόσμια κοινότητα.
Η κυβέρνηση ούτε θέλει ούτε μπορεί να λύσει το αγροτικό ζήτημα γιατί υπηρετεί έναν εντελώς αντίθετο πολιτικό σχεδιασμό για τη χώρα.
Έναν σχεδιασμό, σύμφωνα με τον οποίο κυρίαρχοι, πλέον, δεν θα είναι οι παραγωγοί και οι παραγωγικές τάξεις.
Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, Επικεφαλής της παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
