Χαρακτηριστικά θεσμικής κρίσης με απρόβλεπτες συνέπειες για τη σταθερότητα της αμερικανικής –και κατ’ επέκταση της παγκόσμιας– οικονομίας, παίρνει πλέον η σύγκρουση ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ. Η απειλή νομικών και ποινικών ενεργειών κατά του διοικητή της Fed, Τζερόμ Πάουελ, με αφορμή το κόστος ανακαίνισης κτιρίων της κεντρικής τράπεζας, δεν εκλαμβάνεται απλώς ως μια διαφωνία γύρω από ζητήματα διαχείρισης, αλλά ως κορύφωση μιας μακρόχρονης προσπάθειας πολιτικού ελέγχου της νομισματικής πολιτικής.
Ο ίδιος ο Πάουελ χαρακτήρισε την εξέλιξη «προσχηματική», εντάσσοντάς την σε ένα ευρύτερο μοτίβο απειλών και πιέσεων από τον Λευκό Οίκο, με στόχο τη δραστική μείωση των επιτοκίων. Όπως τόνισε, οι κλήσεις του υπουργείου Δικαιοσύνης σε σχέση με την κατάθεσή του στη Γερουσία δεν αφορούν ούτε τον κοινοβουλευτικό έλεγχο ούτε τη λογοδοσία στο κράτος δικαίου. Αντιθέτως, αποτελούν –κατά την εκτίμησή του– πολιτικό εργαλείο εκφοβισμού, επειδή η Fed επιμένει να καθορίζει τα επιτόκια με βάση την οικονομική ανάλυση και το δημόσιο συμφέρον, και όχι τις επιθυμίες του προέδρου.
Η αντιπαράθεση αυτή δεν ξεκίνησε τώρα. Από τη δεύτερη εκλογή Τραμπ τον Νοέμβριο του 2024, η Fed βρίσκεται σταθερά στο στόχαστρο. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα κατηγορήσει την κεντρική τράπεζα ότι «φρενάρει» την οικονομία και έχει ζητήσει μειώσεις επιτοκίων έως και τρεις ποσοστιαίες μονάδες, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή γενικευμένη κρίση ανεργίας ή χρηματοπιστωτικό κραχ. Η λογική είναι σαφής: χαμηλότερα επιτόκια σημαίνουν φθηνότερο δανεισμό, πρόσκαιρη τόνωση της ανάπτυξης και πολιτικά οφέλη ενόψει κοινωνικών πιέσεων.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οικονομολόγοι και ακαδημαϊκοί, αυτή η στρατηγική συνιστά επικίνδυνο οικονομικό τυχοδιωκτισμό. Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών δεν αποτελεί τεχνική λεπτομέρεια, αλλά βασικό θεμέλιο της μακροοικονομικής σταθερότητας. Η δυνατότητα της Fed να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς άμεση πολιτική παρέμβαση είναι αυτή που διασφαλίζει τη συγκράτηση του πληθωρισμού, τη σταθερότητα και τη βιώσιμη απασχόληση.
Η διεθνής εμπειρία είναι αποκαλυπτική. Σε χώρες όπου οι κυβερνήσεις παρενέβησαν ωμά στη νομισματική πολιτική –όπως η Τουρκία, η Αργεντινή – το αποτέλεσμα ήταν εκρηκτικός πληθωρισμός, νομισματική αποσταθεροποίηση και κοινωνική κρίση. Μέχρι πρόσφατα, οι ΗΠΑ αποτελούσαν εξαίρεση, χάρη σε μια άτυπη αλλά ισχυρή διακομματική συναίνεση υπέρ της ανεξαρτησίας της Fed. Αυτή η συναίνεση φαίνεται πλέον να καταρρέει.
Η Wall Street παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία. Οι αγορές γνωρίζουν ότι ακόμη και η υποψία πολιτικής χειραγώγησης της Fed αρκεί για να κλονίσει την εμπιστοσύνη, να αυξήσει το κόστος δανεισμού και να ενισχύσει τις πληθωριστικές τάσεις. Σε μια περίοδο όπου η οικονομία βρίσκεται σε εύθραυστη ισορροπία –με κινδύνους για την απασχόληση, πιέσεις από δασμούς και μια παρατεταμένη κρίση ακρίβειας– η αποδυνάμωση της κεντρικής τράπεζας λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ρίσκου.
Παράλληλα, ο Τραμπ φαίνεται να προετοιμάζει ήδη την επόμενη μέρα στη Fed. Παρότι η θητεία του Πάουελ ολοκληρώνεται τον Μάιο και δεν είναι υποχρεωμένος να αποχωρήσει, ο πρόεδρος έχει αφήσει σαφώς να εννοηθεί ότι επιθυμεί την αντικατάστασή του. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, επικρατέστεροι θεωρούνται πρόσωπα πολιτικά ευθυγραμμισμένα με τον Λευκό Οίκο, όπως ο Κέβιν Χάσετ και ο Κέβιν Γουόρς. Η προειδοποίηση του Τραμπ ότι «όποιος διαφωνεί μαζί μου δεν θα γίνει ποτέ πρόεδρος της Fed» αποτυπώνει ωμά το διακύβευμα: μια κεντρική τράπεζα πειθαρχημένη στην εκτελεστική εξουσία.
Το ερώτημα, όμως, αφορά άμεσα την κοινωνία. Αν η Fed εξαναγκαστεί να εξαντλήσει τα νομισματικά της «πυρομαχικά» σήμερα, για πολιτικούς λόγους, τι θα συμβεί όταν προκύψει μια πραγματική κρίση αύριο; Όπως προειδοποιεί ο ίδιος ο Πάουελ, η πρόωρη και δραστική μείωση επιτοκίων μπορεί να αφήσει την οικονομία χωρίς αποτελεσματικά εργαλεία σε μια μελλοντική ύφεση ή χρηματοπιστωτική αναταραχή.
Η σύγκρουση Τραμπ–Fed δεν είναι, όπως αποδεικνύεται, προσωπική. Είναι μια σύγκρουση για τα όρια της εξουσίας, για τη λειτουργία των θεσμών και για το ποιος πληρώνει το κόστος των πολιτικών επιλογών. Και όπως δείχνει η ιστορία, όταν η ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής υπονομεύεται, το τίμημα καταλήγει πάντα στους ίδιους: στους εργαζόμενους, στα νοικοκυριά και στην πραγματική οικονομία.
