Τα τελευταία χρόνια μοιάζει σαν όλοι να ανησυχούν για τη συγκέντρωσή τους. Άνθρωποι κάθε ηλικίας αναρωτιούνται αν έχουν ΔΕΠΥ, αν «κάτι δεν πάει καλά» με τον εγκέφαλό τους ή αν η ικανότητά τους να εστιάζουν έχει μειωθεί ανεπανόρθωτα. Σύμφωνα με ειδικούς, όμως, το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα νευρολογικό. Είναι, σε μεγάλο βαθμό, θέμα του περιβάλλοντος της εποχής και άρα αναστρέψιμο.
Η ψυχίατρος Μάργκαρετ Σίμπλεϊ, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον, αναφέρει, όπως διαβάζουμε στο Time, ότι τα τελευταία χρόνια κατακλύζεται από ανθρώπους που φοβούνται ότι έχουν ΔΕΠΥ, χωρίς να πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια. Ταυτόχρονα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και ειδικά το TikTok, έχουν ενισχύσει την αίσθηση ότι τα προβλήματα προσοχής είναι πανδημικά. Σε αυτό προστίθεται και η πραγματική αύξηση των διαγνώσεων ΔΕΠΥ στις ΗΠΑ, καθώς και οι ελλείψεις φαρμάκων, που τροφοδοτούν περαιτέρω το άγχος.
Ο Άνταμ Μπράουν, συνδιευθυντής του Κέντρου Προσοχής, Μάθησης και Μνήμης στο Πανεπιστήμιο St. Bonaventure, μιλά ακόμη και για «επιδημία απροσεξίας». Όχι όμως επειδή οι εγκέφαλοί μας έχουν αλλάξει ριζικά. «Δεν πιστεύω ότι συμβαίνει κάτι νευρολογικά μαζικό που να μειώνει τη διάρκεια προσοχής μας», λέει. «Είναι το περιβάλλον στο οποίο ζούμε. Και κυρίως: τα κινητά μας».
Η διάσπαση προσοχής δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Η συγκέντρωση πάντοτε επηρεαζόταν από τον ύπνο, το άγχος ή το ενδιαφέρον για ένα αντικείμενο. Ωστόσο, όπως εξηγεί η Σίμπλεϊ, η σύγχρονη ζωή συνδυάζει πολλαπλές πηγές άγχους: επαγγελματικές απαιτήσεις, οικογενειακές υποχρεώσεις, κοινωνικές κρίσεις, πανδημίες, οικονομική ανασφάλεια — όλα μαζί.
Αν κάποιος προσπαθούσε να συγκεντρωθεί σε ένα ήσυχο, άδειο δωμάτιο, πιθανότατα θα τα κατάφερνε. Στην πραγματικότητα όμως, ζούμε μόνιμα σε ένα «δωμάτιο» γεμάτο ειδοποιήσεις, οθόνες, συνομιλίες και πληροφορίες που διεκδικούν την προσοχή μας.
Η Γκλόρια Μαρκ, καθηγήτρια πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Ίρβαϊν, τονίζει ότι το διαδίκτυο και οι εφαρμογές έχουν σχεδιαστεί ακριβώς για να εκμεταλλεύονται τον τρόπο που λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Οι ειδοποιήσεις, τα likes και τα μηνύματα ενεργοποιούν μικρές δόσεις ντοπαμίνης, το «σύστημα ανταμοιβής» του εγκεφάλου , δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο συνεχούς εναλλαγής προσοχής.
Κάθε φορά που διακόπτουμε μια εργασία για να ελέγξουμε το κινητό μας, ο εγκέφαλος χρειάζεται χρόνο για να αλλάξει «τροχιά». Αυτή η συνεχής εναλλαγή όχι μόνο μειώνει την ποιότητα και την ταχύτητα της δουλειάς μας, αλλά μαθαίνει τον εγκέφαλο να αναζητά διαρκώς κάτι καινούργιο. Έτσι εξηγείται γιατί πολλοί πιάνουν τον εαυτό τους να ελέγχει το κινητό ακόμη και την ώρα που βλέπει τηλεόραση.
Τα δεδομένα το επιβεβαιώνουν: στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η μέση διάρκεια εστίασης σε μια ψηφιακή εργασία ήταν περίπου 2,5 λεπτά. Σήμερα, σύμφωνα με έρευνες της Μαρκ, έχει πέσει κάτω από το ένα λεπτό.
Παρά τα ανησυχητικά στοιχεία, αρκετοί επιστήμονες παραμένουν πιο αισιόδοξοι. Η νευροεπιστήμονας Μπάρμπαρα Σιν-Κάνινγχαμ από το Carnegie Mellon υποστηρίζει ότι οι εγκέφαλοί μας δεν έχουν αλλάξει τόσο όσο πιστεύουμε. Αντίθετα, οι τεχνολογικές πλατφόρμες αξιοποιούν με εξαιρετική αποτελεσματικότητα τις φυσικές μας τάσεις για περιέργεια, κοινωνική σύνδεση και ανταπόκριση.
Άλλωστε, ακόμη και ο ορισμός της «προσοχής» παραμένει ασαφής. Ο καθηγητής Νιλ Μπράντμπερι επισημαίνει ότι πολλές μελέτες βασίζονται σε συμπεριφορές — όπως το αν κάποιος κρατά σημειώσεις ή κινείται — που δεν ταυτίζονται απαραίτητα με την εσωτερική συγκέντρωση. Σε πολλές περιπτώσεις, η προσοχή εξαρτάται απλώς από το πόσο ενδιαφέρον είναι το περιεχόμενο.
Για άτομα με σοβαρά και χρόνια προβλήματα συγκέντρωσης, η επαγγελματική βοήθεια είναι απαραίτητη. Όμως για τους περισσότερους, μικρές αλλαγές μπορούν να κάνουν μεγάλη διαφορά.
Η πιο σημαντική, σύμφωνα με τον Μπράουν, είναι απλή αλλά δύσκολη απομάκρυνση της συσκευής. Όχι απλώς το κινητό ανάποδα στο γραφείο, αλλά σε άλλο δωμάτιο. Έρευνες δείχνουν ότι ακόμη και η παρουσία ενός κινητού στο οπτικό πεδίο μειώνει τη συγκέντρωση.
Παράλληλα, η συγκέντρωση είναι θέμα συνήθειας. Όπως μαθαίνουμε να κοιτάμε το κινητό μας με κάθε ήχο, μπορούμε να μάθουμε και να το αγνοούμε. Με τον καιρό, ο εγκέφαλος προσαρμόζεται.
Εξίσου σημαντική είναι η ιεράρχηση στόχων. Η προσοχή είναι κατευθυνόμενη προς έναν σκοπό. Ένα απλό σημείωμα με τον στόχο της ημέρας, λίγος ύπνος παραπάνω, τακτικά διαλείμματα και χρόνος στη φύση μπορούν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην ψηφιακή υπερφόρτωση.
Η συγκέντρωση δεν έχει χαθεί. Απλώς χρειάζεται προσπάθεια για να την ξαναδιεκδικήσουμε. Και, όπως λένε οι ειδικοί, αυτό δεν είναι μόνο εφικτό, είναι απολύτως πιθανό.
