Αυτή η φράση, αυτό το σύνθημα πλέον, βρίσκεται σε πολλά σημεία της Κολομβίας, στις εισόδους πόλεων, δίπλα σε μεγάλες λεωφόρους, κάτω από ανισόπεδους κόμβους, ξεκάθαρα γράμματα, ξεκάθαρες λέξεις, τεράστιοι τίτλοι ενός συνθήματος που πονά πολλούς.
Είναι σχετικό με την ιστορία των χιλιάδων εξαφανισθέντων κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Ουρίμπε (Uribe), όταν οι επίσημες ένοπλες δυνάμεις και οι δυνάμεις ασφαλείας συνεργάστηκαν με παραστρατιωτικούς για να χτυπήσουν τις δυνάμεις των ανταρτών μέσα στο πλαίσιο του εμφυλίου πολέμου.
Οι πιο σκληρές διώξεις και οι πιο μεγάλες σε έκταση εκκαθαριστικές επιχειρήσεις έγιναν στις γειτονιές του Μεντεγίν και συγκεκριμένα στη συνοικία νούμερο 13.
Εκεί, τον Οκτώβριο του 2002 έγινε μία ευρείας κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση με τη συμμετοχή των επίσημων αρχών αλλά και των παραστρατιωτικών, προκειμένου να εξαρθρωθούν οι οργανώσεις των ανταρτών που εν μέρη έλεγχαν αυτές τις συνοικίες.
Το αποτέλεσμα της επιχείρησης «Ωρίων» (operación Orión) ήταν τραγικό: Δεκάδες νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες, κανείς δεν ξέρει να πει ακριβώς και πολλοί εξαφανισμένοι.
Άλλωστε, μία πρακτική της κυβέρνησης Ουρίμπε, εκείνη την εποχή, ήταν να πληρώνονται οι παραστρατιωτικοί ανάλογα με το αποτέλεσμα των πράξεών τους. Αν αποδείκνυαν ότι σκότωσαν περισσότερους, έπαιρναν περισσότερα και πληρώνονταν απο ανεπίσημα κανάλια της κυβέρνησης ή απο επιχειρηματίες.
Ακριβώς το ίδιο πράγμα που γινόταν 120 χρόνια πριν στο Βελγικό Κογκό, όταν οι δυνάμεις ασφαλείας έπρεπε να παρουσιάζουν κομμένα χέρια για να πληρώνονται.
Έτσι λοιπόν, στην Κολομβία του 2002, οι παραστρατιωτικοί προκαλούσαν περισσότερες απώλειες, προκειμένου να έχουν την εύνοια της κυβέρνησης.
Να σημειώσουμε ότι έργο της αριστερής κυβέρνησης στην Κολομβία, της κυβέρνησης Πέτρο, ήταν να πάρουν για πρώτη φορά έναν βασικό μισθό οι στρατιωτικοί. Από την 1/1/2026 ο βασικός αυτός μισθός θα είναι περίπου 450 ευρώ το μήνα.
Αυτό είναι άξιο προσοχής κι επισήμανσης. Η αριστερή κυβέρνηση, της οποίας ηγείται ένας πρόεδρος, πρώην αντάρτης που είχε λάβει μέρος στον εμφύλιο πόλεμο, αποφάσισε οι ένοπλες δυνάμεις να είναι αξιοπρεπείς και να μένουν έξω από τη διαφθορά, έχοντας έναν βασικό μισθό.
Τι γινόταν πριν; Ήταν όλοι τους έρμαια του κάθε πολιτικού παράγοντα, του κάθε επιχειρηματία, του κάθε εμπόρου ναρκωτικών.
Οι στρατιωτικοί και οι αστυνομικοί στην Κολομβία, ακριβώς επειδή δεν είχαν ένα συγκεκριμένο μισθολόγιο ή δεν είχαν καθόλου μισθολόγιο, στρατολογούνταν από οποιονδήποτε μπορούσε να τους πληρώσει.
Και απώτερη συνέπεια αυτής της πρακτικής και αυτής της λογικής ήταν και είναι το γεγονός ότι χιλιάδες Κολομβιανοί έχουν πάρει το δρόμο της λεγόμενης «πολεμικής προσφυγιάς».
Αφού ο εμφύλιος τελείωσε, έπρεπε να βρουν κάτι να κάνουν για να ζήσουν. Έχουν γίνει μισθοφόροι για το στρατό της Ουκρανίας και πολλοί εξ αυτών έχουν εξαφανιστεί ή έχουν σκοτωθεί στα πεδία μάχης του Ντονμπάς.
Υπολογίζεται οτι περίπου 2000 με 3000 Κολομβιανοί στρατιωτικοί έχουν πολεμήσει στην Ουκρανία κι εξ αυτών, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία έχουν σκοτωθεί τουλάχιστον 300.
Το τελευταίο διάστημα, οι συγγενείς και οι μητέρες αυτών των χαμένων μισθοφόρων κάνουν κάποιες μικρές παραστάσεις διαμαρτυρίας και εμφανίζονται ζητώντας δικαιοσύνη, ζητώντας νέα, ζητώντας πληροφόρηση για τους χαμένους γιους και συγγενείς τους.
Οι μανάδες λοιπόν των μισθοφόρων της Ουκρανίας έρχονται και αυτές με το δίκιο τους να διεκδικούν δικαιοσύνη και γνώση, όπως και οι μανάδες των εξαφανισθέντων του 2002.
Και στις δύο περιπτώσεις χρησιμοποιείται ο όρος «κούτσα» (cucha). Μία λέξη που εκφράζει την τρυφερότητα προς τη μητέρα ή τον πατέρα και χρησιμοποιείται ευρέως στην κεντρική Κολομβία, στην περιοχή των Άνδεων.
Οι μανάδες λοιπόν έχουν δίκιο. Εκφράζουν τον πόνο, εκφράζουν την αγανάκτηση και έχουν στα χείλη τους το διαρκές αίτημα για δικαιοσύνη.
Ένα κίνημα δυναμικό, ακτιβιστικό που συνεχίζει πάνω στις ίδιες ράγες στις οποίες ξεκίνησε. Δεν ασχολήθηκε και δεν ασχολείται με την πολιτική, αλλά επηρεάζει την πολιτική και επαναφέρει στην επικαιρότητα αυτό το μήνυμα για απόδοση δικαιοσύνης και για διαφάνεια.
Και εδώ φυσικά έρχεται σχεδόν αυτόματα ο παραλληλισμός με την ιστορία των δικών μας αδικημένων γονέων και των χαροκαμένων μανάδων και κατά πόσο αυτοί δικαιούνται ή κατά πόσο αυτοί ευνοούνται με το να συμμετάσχουν ενεργά στην πολιτική.
Η συγκυρία είναι περίεργη. Αυτή τη στιγμή ζούμε μία παγκόσμια σύγκρουση ανάμεσα στο πολιτικό και στο μη πολιτικό. Από παντού προωθείται το μη πολιτικό, το απολιτίκ.
Το αφήγημα δηλαδή που δεν θέλει διαχωριστικές πολιτικές γραμμές, που λέει γενικά και αφοριστικά ότι είναι όλοι ίδιοι, που ισοπεδώνει την πολιτική συλλογική μνήμη μιλώντας για ευθύνες όλων και για εγκλήματα κοινά και στρέφεται συνολικά κατά της πολιτικής ζωής. Αυτό προβάλλεται και αυτό ευνοείται από τα social media, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και γενικότερα από το status quo του δυτικού κόσμου.
Αν η Βενεζουέλα ήταν απολιτίκ, θα είχε σίγουρα καταρρεύσει.
Οι Αμερικανοί πίστεψαν κάτι τέτοιο, γιατί η δική τους κοινωνία είναι απολιτίκ. Πίστεψαν ότι αποκεφαλίζοντας την πολιτική ηγεσία μιας χώρας θα κατέρρεε το κοινωνικό σύμπαν.
Κι όμως δεν έγινε έτσι, γιατί ο λαός της Βενεζουέλας τα τελευταία 25 χρόνια είναι ριζικά και σκληρά πολιτικοποιημένος.
Παρά τον υπερπληθωρισμό, τους αποκλεισμούς, το εμπάργκο, τα προβλήματα, τη δυσφήμιση, την πίεση από το εξωτερικό, η κυβέρνηση, ο στρατός και ένα μεγάρο ένα μεγάλο μέρος του λαού άντεξαν. Και το ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι η αντιπολίτευση οι δυνάμεις εκείνες οι οποίες αντιμάχονται τον Μαδούρο και τον Τσάβες τόσα χρόνια σιώπησαν λόγω του σοκ.
Δεν περίμεναν ότι οι φίλοι και σύμμαχοί τους από τις ΗΠΑ θα φέρονταν με τέτοια περιφρόνηση στην ίδια τους τη χώρα. Τους σόκαρε αυτή η μη πολιτική προσέγγιση. Τους σόκαρε ο παραγκωνισμός τους. Τους σόκαρε το ότι οι μεγάλοι σύμμαχοί τους δεν σκέφτηκαν σε καμία περίπτωση τα δικά τους συμφέροντα.
Τις τελευταίες μέρες λοιπόν, μοιάζει το πολιτικό να έχει επικρατήσει του μη πολιτικού στη Βενεζουέλα. Στην Ελλάδα όμως γίνεται ακόμα μία υπερπροσπάθεια, όπως έχουν γίνει πολλές τα τελευταία 15-20 χρόνια, την εποχή της χρεοκοπίας, στο να στραφεί ο κόσμος στο μη πολιτικό, στην αποχή και στην συλλήβδην καταδίκη του πολιτικού συστήματος.
Κι αν δεν υπάρχει πολιτική άποψη, τότε τι θα υπάρχει; Και αν δεν υπάρχει πολιτική κατεύθυνση, τότε πού θα πάμε; Και αν δεν υπάρχει πολιτική σύγκριση, τότε πώς θα αποφασίσουμε;
Οι μάνες λοιπόν έχουν πάντα δίκιο.
Οι μανάδες των Άνδεων της Κολομβίας έχουν δίκιο που κλαίνε τους αδικοχαμένους γιους τους, είτε στις εκκαθαρίσεις του 2002, είτε στα μέτωπα της Ουκρανίας και ζητούν δικαιοσύνη.
Οι μανάδες των στρατιωτικών, των πολλών στρατιωτικών της Κούβας και της Βενεζουέλας που σκοτώθηκαν στην επιχείρηση της 3ης Ιανουαρίου 2026, έχουν επίσης δίκιο να ζητούν διαφάνεια και δικαιοσύνη.
Οι μανάδες των Τεμπών, όπως και οι μανάδες όσων χάθηκαν σε ναυάγια τα τελευταία χρόνια και σε αεροπορικά δυστυχήματα και σε άλλες τέτοιες καταστροφές, έχουν δίκιο να ζητούν δικαιοσύνη, γνώση και διαφάνεια.
Ο ακτιβισμός τους όμως και η προσπάθειά τους είναι σημαντικό να παραμείνουν στοιχεία πολιτικά στη στόχευση και στη ρητορική τους, αλλά είναι εξίσου σημαντικό να μην γίνουν μέρος της πολιτικής, κάτι που θα συνεπάγεται άσκηση εξουσίας και διοίκησης.
Γιατί είναι μοιραίο, αν συμμετάσχουν στην πολιτική, θα είναι μη πολιτικά σχήματα, θα είναι φορείς ακτιβιστικής διαμαρτυρίας, χωρίς ευρύτερη πολιτική στόχευση, γιατί αυτή είναι η φύση τους και ο αρχικός προορισμός τους.
Θα πάρουν μέρος ως μη πολιτικά, απολιτίκ μορφώματα, και τότε θα γίνουν εύκολα εργαλείο στα χέρια αυτών που προκάλεσαν τον πόνο τους.
Το σύστημα θα τους χρησιμοποιήσει για να χτυπήσει τους πολιτικούς αντιπάλους και ταυτόχρονα να τους αποκαθηλώσει από το βάθρο τους ηθικής υπεροχής του αδικημένου και πενθούντος.
