Υπάρχουν ημέρες που εργαζόμαστε ασταμάτητα και, παρόλα αυτά, στο τέλος της ημέρας έχουμε την αίσθηση ότι δεν προχωρήσαμε πουθενά. Απαντημένα emails, αλλεπάλληλες συσκέψεις, αναφορές που στάλθηκαν, φόρμες που συμπληρώθηκαν. Πολλή κίνηση αλλά μέσα μας δεν αισθανόμαστε την παραμικρή μεταμόρφωση.
Δεν πρόκειται για σωματική κόπωση. Ούτε για έλλειψη επαγγελματισμού ή διάθεσης. Είναι κάτι πιο δύσκολο να κατονομαστεί: η επίμονη εμπειρία ότι η προσπάθεια δεν οδηγεί σε κανένα αποτέλεσμα που να μας δίνει νόημα και ουσία.
Αυτή η εμπειρία έχει όνομα πλέον: σισυφέμια. Έτσι βάφτισαν τη συνθήκη οι Ισπανοί, παίρνοντας έμπνευση από τον Σίσυφο.
Στην ελληνική μυθολογία, ο Σίσυφος, βασιλιάς της Κορίνθου, καταδικάστηκε να σπρώχνει αιώνια έναν τεράστιο βράχο προς την κορυφή ενός βουνού, μόνο για να τον βλέπει να κατρακυλά ξανά λίγο πριν φτάσει στην κορυφή. Η τιμωρία δεν ήταν απλώς η σωματική εξάντληση, αλλά το να βιώνει με την επαναλαμβανόμενη προσπάθεια, διαρκώς μια ματαιότητα: τίποτα δεν συσσωρευόταν, τίποτα δεν σταθεροποιούνταν, τίποτα δεν άλλαζε.
Ο Αλμπέρ Καμύ διάβασε τον μύθο υπαρξιακά, προτείνοντας να φανταστούμε έναν Σίσυφο ευτυχισμένο, μέσα στην εξέγερσή του απέναντι στο παράλογο. Η σύγχρονη σισιφέμια, όμως, δεν έχει τίποτα το ηρωικό. Είναι σιωπηλή, καθημερινή και – ακριβώς γι’ αυτό – εξαντλητική. Δεν βιώνεται ως εξέγερση, αλλά ως κανονικοποίηση μιας κατάστασης στην οποία απουσιάζει διαρκώς το νόημα.
Όπως αναφέρει το δημοσίευμα του theconversation, η σισυφέμια μπορεί να περιγραφεί ως μια ψυχολογική και οργανωσιακή κατάσταση όπου κυριαρχεί η αίσθηση συνεχούς προσπάθειας χωρίς ουσιαστική πρόοδο ή αντιληπτό νόημα. Δεν αφορά την απραξία, αλλά το αντίθετο: το να κάνεις πολλά χωρίς αυτό το «πολλά» να μεταφράζεται σε μάθηση, βελτίωση ή ένα αίσθημα πληρότητας και νοήματος.
Χαρακτηριστικά της σισυφέμιας είναι: η υψηλή δραστηριότητα με χαμηλή αίσθηση χρησιμότητας της κάθε πράξης, οι επαναλαμβανόμενες εργασίες χωρίς να βλέπουμε ότι κλείνει ένας κύκλος, ολοκληρώνεται ένα έργο, η τυπική συμμόρφωση που συνοδεύεται από συναισθηματική φθορά, η μόνιμη αίσθηση ότι «ξεκινάς από την αρχή».
Η σισυφέμια εμφανίζεται συχνά σε υπεύθυνα, αφοσιωμένα και συνειδητά άτομα, ακριβώς επειδή συνεχίζουν να σπρώχνουν τον βράχο ακόμη κι όταν διαισθάνονται ότι θα ξανακυλήσει. Συχνά συγχέεται με το burnout ή την εργασιομανία, αλλά δεν είναι το ίδιο.
Το burnout προκύπτει από παρατεταμένη συναισθηματική και εργασιακή υπερφόρτωση και εκδηλώνεται με εξάντληση, κυνισμό και αίσθηση αναποτελεσματικότητας. Η σισυφέμια, αντίθετα, δεν γεννιέται απαραίτητα από υπερβολικό φόρτο εργασίας, αλλά από την εμπειρία ότι ο κόπος είναι άσκοπος, ακόμη κι όταν η δουλειά είναι λογικά κατανεμημένη.
Από την άλλη, ο εργασιομανής εργάζεται υπερβολικά επειδή το έχει ανάγκη. Υπάρχει καταναγκασμός, δυσκολία αποσύνδεσης και συχνά αναζήτηση αναγνώρισης. Στη σισυφέμια, το πρόβλημα δεν είναι η εξάρτηση από την εργασία, αλλά το άδειασμά της εργασίας από το νόημα. Το άτομο δεν δουλεύει περισσότερο επειδή θέλει, αλλά επειδή «πρέπει». Δεν νιώθει χαρά ούτε υπερηφάνεια, αλλά συνεχίζει από ευθύνη, πίστη ή αδράνεια.
Η σισιφέμια εμφανίζεται έντονα: στην εκπαίδευση και την ακαδημαϊκή ζωή, με δείκτες, αξιολογήσεις και πλατφόρμες που πολλαπλασιάζουν τις υποχρεώσεις χωρίς να βελτιώνουν ουσιαστικά την ποιότητα, σε οργανισμούς, κυρίως στα μεσαία επίπεδα, όπου εκτελούνται αποφάσεις που σπάνια κλείνουν, στη δημόσια διοίκηση, όπου η διαδικασία υποκαθιστά τον σκοπό, ακόμη και στην προσωπική ζωή, με λίστες, εφαρμογές και ρουτίνες που υπόσχονται αποδοτικότητα αλλά όχι απαραίτητα νόημα.
Ζούμε σε μια κουλτούρα που αποθεώνει το «να είσαι απασχολημένος» περισσότερο από το «να προχωράς».
Όταν η προσπάθεια χάνει το νόημά της, εμφανίζονται: ηθική κόπωση, λειτουργικός κυνισμός, συναισθηματική αποστασιοποίηση, απώλεια της αίσθησης της κλίσης ή της αποστολής.
Η σισυφέμια δεν κραυγάζει. Διαβρώνει σιωπηλά.
Πώς αντιμετωπίζεται;
Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, αλλά υπάρχουν κατευθύνσεις:
Δεν μπορούμε πάντα να σταματήσουμε να σπρώχνουμε τον βράχο. Μπορούμε όμως να αναρωτηθούμε γιατί, για ποιον και μέχρι πότε. Γιατί όταν το νόημα επιστρέφει, ο βράχος βαραίνει λιγότερο και μερικές φορές, παύει να κυλά.
