Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur επανέρχεται δυναμικά στο δημόσιο διάλογο ως μια «αναπτυξιακή ευκαιρία» για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για την Ελλάδα όμως, και ειδικότερα για τον αγροτικό κόσμο, η συμφωνία αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα βιωσιμότητας, δικαιοσύνης και διατροφικής ασφάλειας.
Σε μια περίοδο όπου οι Έλληνες αγρότες πιέζονται από το αυξημένο κόστος παραγωγής, την ενεργειακή κρίση και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, η απελευθέρωση εισαγωγών από χώρες με πολύ χαμηλότερα πρότυπα παραγωγής λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κινδύνου.
Γιατί όμως η συμφωνία ΕΕ–Mercosur μπορεί να χαρακτηριστεί κακή συμφωνία για τον ελληνικό αγροτικό κόσμο;
1. Διαρθρωτικές ανισότητες στον αγροτικό ανταγωνισμό
Οι χώρες της Mercosur διαθέτουν:
Πολύ χαμηλότερο κόστος γης και εργασίας
Λιγότερο αυστηρούς περιβαλλοντικούς και κτηνιατρικούς κανόνες
Μεγάλες, βιομηχανοποιημένες αγροτικές εκμεταλλεύσεις
Αντίθετα, η ελληνική γεωργία χαρακτηρίζεται από:
Η σύγκριση δείχνει ότι ο ανταγωνισμός δεν είναι ισότιμος, γεγονός που θέτει τους Έλληνες αγρότες σε μειονεκτική θέση.
2. Πίεση τιμών και απώλεια εισοδήματος
Η εισαγωγή φθηνών αγροτικών προϊόντων από τη Mercosur οδηγεί αναπόφευκτα σε πτώση των τιμών παραγωγού στην εσωτερική αγορά της ΕΕ.
Η εμπειρία προηγούμενων εμπορικών συμφωνιών δείχνει ότι το κόστος προσαρμογής πέφτει σχεδόν αποκλειστικά στους παραγωγούς.
3. Υπονόμευση περιβαλλοντικών και κοινωνικών προτύπων
Η συμφωνία δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο: επιβραβεύει προϊόντα που παράγονται με πρακτικές οι οποίες δεν θα ήταν νόμιμες στην ΕΕ.
Αυτό έχει τριπλή αρνητική επίπτωση:
4. Περιορισμένα και άνισα οφέλη
Παρότι προβάλλεται η προστασία γεωγραφικών ενδείξεων (ΠΟΠ/ΠΓΕ), τα οφέλη αυτά:
Από τα παραπάνω εύκολα καταλαβαίνουμε ότι η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δεν είναι μια ουδέτερη εμπορική ρύθμιση. Είναι μια πολιτική επιλογή με σαφείς νικητές και χαμένους. Για την Ελλάδα, οι χαμένοι κινδυνεύουν να είναι οι μικρομεσαίοι αγρότες, η ύπαιθρος και η εγχώρια διατροφική παραγωγή. Χωρίς ισχυρές ρήτρες προστασίας, ουσιαστικούς ελέγχους ισοδυναμίας κανόνων και πραγματικά αντισταθμιστικά μέτρα, η συμφωνία οδηγεί σε:
Η υπεράσπιση της ελληνικής γεωργίας δεν είναι αναχρονισμός ούτε προστατευτισμός. Είναι ζήτημα οικονομικής ανθεκτικότητας, κοινωνικής συνοχής και εθνικής διατροφικής ασφάλειας – και ως τέτοιο οφείλει να αντιμετωπιστεί στον δημόσιο διάλογο.
