Μετά τις ευρωεκλογές παρακολουθούσαμε μουδιασμένοι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, με τρόμο στη χειρότερη τις εξελίξεις έως και τη νύχτα των εθνικών εκλογών στη Γαλλία.

Η δεδομένη παντοδυναμία της Μαρίν Λε Πέν και της ακροδεξιάς Εθνικής Συσπείρωσης δεν άφηνε περιθώρια αισιοδοξίας για τον προοδευτικό -ή, μάλλον, για ολόκληρο τον δημοκρατικό- κόσμο. Τη νύχτα των εκλογών: είδαμε την Μαρίν Λε Πεν να δακρύζει, τον Εμμανουέλ Μακρόν να είναι δεύτερος και το Νέο Γαλλικό Μέτωπο, με επικεφαλής τον Ζακ Λυκ Μελανσόν να κερδίζει τις εκλογές!

Πώς είναι δυνατόν; Είναι. Τελικά, είναι. Γιατί η Γαλλία, όπως και ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση, ήταν μία περίπτωση εξαιρετικά μεγάλης αποχής, η οποία ευνόησε την άνοδο της ακροδεξιάς. Η αποχή, όπως αποδείχθηκε, ήταν αποτέλεσμα της δυσαρέσκειας προς την κυβέρνηση Μακρόν, που όμως δεν μπόρεσε να βρει διέξοδο σε κάποιο άλλο κόμμα.

Ακριβώς το ίδιο κλίμα επικρατεί και στην Ελλάδα: αγνοώντας την τελική καταγραφή των ποσοστών, όλα τα κόμματα έχασαν από ένα εκατομμύριο (όπως η ΝΔ), έως εκατοντάδες χιλιάδες ψήφους (όπως ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ του Στέφανου Κασσελάκη), έως δεκάδες χιλιάδες ψήφους, όπως όλα τα υπόλοιπα κόμματα πλην αυτού της Αφροδίτης Λατινοπούλου.

Αλλά τι έγινε, τελικά, στην Γαλλία;

Ο Ζακ Λυκ Μελανσόν δεν ήταν μόνο αουτσάιντερ. Δεν ήταν καν πιθανή εκτίμηση ακραίου σεναρίου. Η πορεία του γάλλου πολιτικού είναι και μεγάλη και ιστορική, μα ποτέ δεν ήταν «κυβερνητική», ας πούμε. Όταν ο καταποντισμένος Εμμανουήλ Μακρόν προκήρυξε εθνικές εκλογές, περιμέναμε μια Μαρίν Λεπεν κυρίαρχη και μία σχετική συσπείρωση γύρω από το πρόσωπο του Μακρόν. Όπως συμβαίνει στις εθνικές εκλογές.

Ο Μελανσόν, λοιπόν, συσπείρωσε τέσσερα αριστερά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και σχημάτισε το Νέα Γαλλικό Μέτωπο αμέσως μετά την προκήρυξη των εκλογών. Τι πιθανότητες θα είχε να κερδίσει ο τρεις φορές υποψήφιος για πρόεδρος της Γαλλίας με ένα σχηματισμό νεογέννητο;

Καμία. Η λογική θα πει πως καμία. Πώς γίνεται ένας συνασπισμός δυνάμεων από την Ανυπότακτη και τους Οικολόγους, ως τους Σοσιαλιστές και τους Κομμουνιστές να καταφέρνει να ανατρέψει όχι μόνο το κυβερνών κόμμα, μα και το απόλυτο φαβορί;

Δε γίνεται. Μέχρι την στιγμή που, τελικά, θα γίνει.

Στο ζωικό βασίλειο τα ζευγαρώματα διαφορετικών ειδών, ακόμη και αν αυτά ανήκουν στην ίδια οικογένεια, σπάνια πετυχαίνουν. Στην υποσαχάρια Αφρική συναντάμε οχτώ διαφορετικά είδη που προέκυψαν από το ζευγάρωμα εριφίων και αντιλοπών. Φέρουν και τα δύο χαρακτηριστικά: και αυτά της αντιλόπης και εκείνα του τράγου (ή, αντίστοιχα, της κατσίκας). Αλλά δεν κατάφεραν να κυριαρχήσουν στο φυσικό τους περιβάλλον με τρόπο που ο πληθυσμός τους να μπορεί, τελικά, να ξεπεράσει είτε αυτόν της αντιλόπης, ούτε εκείνον των εριφίων.

Συνήθως, το ίδιο συμβαίνει και στην πολιτική. Συνασπισμοί πολιτικών «ειδών» δεν ανατρέπουν παραδοσιακά κόμματα. Αλλά συνήθως, επίσης, στις εκλογές δεν σημειώνεται αποχή της τάξης του 60% και μάλιστα σε επίπεδο πανευρωπαϊκό. Ούτε υπάρχει μια ευρύτερη απαξίωση της κυρίαρχης πολιτικής, από λαούς που ψάχνουν διέξοδο και νέα εργαλεία.

Ευτυχώς, οι ευρωπαϊκοί λαοί διατηρούν κάποια ιστορική μνήμη. Όχι με τεράστια επιτυχία, όπως είδαμε να συμβαίνει στην Ιταλία, αλλά σε γενικές γραμμές τα ακροδεξιά και μεταφασιστικά κόμματα εξακολουθούν να προκαλούν τρόμο σε μια ήπειρο που υπέφερε δύο παγκοσμίους πολέμους.

Το αυτό συνέβη και στην Γαλλία. Ο ίδιος λαός που πλημμύρισε τους δρόμους ενάντια στο νομοσχέδιο Μακρόν για την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, είναι ο ίδιος λαός που δεν πήγε να ψηφίσει επειδή δεν είχε τι να ψηφίσει. Τόσο μαζική αποχή αποτελεί πολιτικό μήνυμα. Και τελικά, είναι ο ίδιος λαός που δεν επέτρεψε την κυριαρχία της ακροδεξιάς.

Ακόμη κι αν δεν εμφανιζόταν ο Μελανσόν ως απόλυτο αουτσάιντερ, ο Μακρόν επικράτησε της Λεπεν. Αλλά τερμάτισε δεύτερος κι ο λόγος είναι απλός: δημιουργήθηκε ένα νέο εργαλείο. Ένα νέο, ας πούμε, «είδος» με στοιχεία που ενέπνευσαν εμπιστοσύνη στον γαλλικό λαό. Με απεύθυνση προοδευτική, φιλολαϊκή και φρέσκια. Καινούρια. Το διεθνές «παράπονο» των αριστερών και προοδευτικών ψηφοφόρων «γιατί δεν ενώνεστε όλοι μαζί», στην Γαλλία και απαντήθηκε και πέτυχε.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται είτε ως τραγωδία, λέει ο Μαρξ, είτε ως φάρσα. Εκτός από την περίπτωση που αναγκάζεται να ξαναγεννηθεί. Τραγική ή γελοία επανάληψη της ιστορίας συμβαίνει στην περίπτωση που ένα συστημικό, μεταφασιστικό κόμμα καταφέρνει να κερδίσει τις εκλογές στην χώρα που γέννησε τα φασιστικά κόμματα. Όπως συνέβη στην Ιταλία με την Μελόνι.

Αλλά τι γίνεται όταν η ιστορία, ή καλύτερα η κοινωνία κι επομένως και η πολιτική, εξελίσσονται αναζητώντας νέα χαρακτηριστικά;

Η σύμπραξη αριστερών και προοδευτικών κομμάτων δεν είναι καθόλου καινούρια ως ιδέα. Δεν είναι καν παλιά για τα ιστορικά δεδομένα της δικής μας χώρας -πάνε μόλις δέκα χρόνια από τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ με επικεφαλής τον Αλέξη Τσίπρα κατάφερε να γίνει κυβέρνηση. Ήταν ένα κόμμα της ιστορικής ανανεωτικής Αριστεράς και με πυρήνα τον Συνασπισμό, που συμπορεύτηκε με τροτσκιστικές οργανώσεις μέχρι κεντροαριστερά/ σοσιαλδημοκρατικά και οικολογικά σχήματα.

Το πώς δεν κέρδισε τις εκλογές του 2019 και πώς, τελικά, άλλαξε στο εσωτερικό του, είναι κάτι που παραδοσιακά μπορεί να συμβεί ακόμη και στα αστικά κόμματα. Το παλαιότερο κόμμα της μεταπολίτευσης, η Νέα Δημοκρατία, είναι ένα παράδειγμα ιδεολογικών και μάλιστα σημαντικών ιδεολογικών μετατοπίσεων από το κέντρο, στην κεντροδεξιά και τελικά στην ενσωμάτωση και ακροδεξιών «συνιστωσών».

Το θέμα είναι πως αυτήν την στιγμή, η ελληνική πολιτική σκηνή έχει μόνο ηττημένους -και πάλι αν δεν μιλήσουμε με απόλυτα ποσοστά που καθορίστηκαν από την αποχή, αλλά και με εξαίρεση το κόμμα της Αφροδίτης Λατινοπούλου. Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα χάνουν ψηφοφόρους. Ο κόσμος απομαγεύεται όχι σε σχέση με την πολιτική, αλλά σε σχέση με την υπάρχουσα πολιτική.

Κοινώς, δεν έχει τι να ψηφίσει!

Είναι οι συνασπισμοί δυνάμεων το μέλλον της πολιτικής; Πιθανά ναι, εξίσου πιθανά όχι. Αλλά μπορεί να είναι το παρόν, σε ένα στάδιο μεταβατικό από τη μέχρι τώρα «παραδοσιακή» αστική δημοκρατία στο επόμενο στάδιό της. Στη μετεξέλιξη του πολιτικού σκηνικού (αν συμφωνούμε ότι δεν πρόκειται να συμβούν -τουλάχιστον άμεσα- ούτε επαναστάσεις, ούτε και πραξικοπήματα).

Η Νέα Δημοκρατία δεν έχει λόγο, εκτός κι αν έχει αυτοκαταστροφικές τάσεις, να συνεργαστεί με την Ελληνική Λύση ή το κόμμα ΝΙΚΗ. Οπότε μας απομένει, ως ενδεχόμενη ανατροπή στο πολιτικό σκηνικό, ο σχηματισμός ενός προοδευτικού, κεντροαριστερού πόλου.

Είναι γενική, αλλά επίσης κινδυνεύει να αποδειχθεί ελιτίστικη η άποψη πως οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται για την πολιτική. Η αδιαφορία σημαίνει πάντα δύο πράγματα: ή ότι όλα πηγαίνουν καλά -άρα η πολιτική λειτουργεί, ή ότι όλα πηγαίνουν στραβά -άρα μιλάμε για απογοήτευση κι η απογοήτευση είναι πολύ βαθιά πολιτική θέση.

Η ακρίβεια, η φτώχεια, οι ανισότητες, εσχάτως η εξαήμερη εργασία δεν αφήνουν αδιάφορους τους πολίτες. Απλά δεν υπάρχει χώρος να εκφραστούν.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει καταφέρει κάτι αδιαμφισβήτητα σπουδαίο για την παράταξή του: εξόντωσε τους πολιτικούς αντιπάλους. Κι ενώ χάνει, αντικειμενικά, πάνω από ένα εκατομμύριο ψήφους, δεν κινδυνεύει. Και μάλιστα καθόλου. Η αξιωματική αντιπολίτευση βρίσκεται σε μια κατάσταση εσωστρέφειας, στην καλύτερη, υπαρξιακής κρίσης στην αντικειμενικότερη. Το δε ΠΑΣΟΚ σε τρεις μήνες έχει εκλογές ανάδειξης νέου αρχηγού.

Τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα; Δεν ασκούν ιδιαίτερη πίεση. Θα μπορούσαν, όμως. Αν το έκαναν συνασπισμένα και, φυσικά, αναφερόμαστε στα προοδευτικά κόμματα.

Στην Γαλλία δεν συνέβη κάποιο θαύμα, ούτε μια ξαφνική παρτιζανική αφύπνιση. Δημιουργήθηκε στο άψε-σβήσε μια πολιτική διέξοδος απέναντι σε έναν αντιδημοφιλή Μακρόν και μια επικίνδυνη ΛεΠεν. Αυτό έκανε ο Μελανσόν κι αυτό κατάφερε η γαλλική Αριστερά: έδωσαν μια λύση. Έκαναν τον κόσμο να θέλει να ψηφίσει. Και, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, δεν είχαν τον χρόνο να αναλωθούν σε προστριβές -στόχος ήταν οι εκλογές.

Για τον προοδευτικό χώρο στην Ελλάδα δεν τίθεται θέμα εκλογών αυτήν την στιγμή. Αλλά τίθεται θέμα εκμετάλλευσης της αποδοκιμασίας προς την κυβέρνηση και ανατροπής της. Έχει ξαναγίνει, εξάλλου.

Ποιος μπορεί να ηγηθεί ενός νέου συνασπισμού δυνάμεων; Δεν μπορούμε παρά να υποθέτουμε. Πάντως, αν έχει μια σημασία ακόμη μία αναφορά στο γαλλικό παράδειγμα, ο Ζακ Λυκ Μελανσόν δεν ήρθε ως νέος πολιτικός, γεμάτος λύσεις, να κερδίσει τις γαλλικές εκλογές. Ήρθε ως πολιτικός που οι γάλλοι ήξεραν καλά και μάλιστα πολύ.