Οι Γάλλοι ξεκίνησαν να ψηφίζουν το Σάββατο, 6 Ιουλίου, στα υπερπόντια εδάφη και την Αμερική, δίνοντας το εναρκτήριο σάλπισμα για τον δεύτερο γύρο των ιστορικής σημασίας βουλευτικών εκλογών, όπου η ακροδεξιά θα μπορούσε να ανέλθει στην εξουσία.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν νίκη της Εθνικής Συσπείρωσης (RN) της Μαρίν Λεπέν και στον β΄ γύρο των εκλογών. Τι σημαίνει όμως η επικράτηση της ακροδεξιάς για τη διακυβέρνηση στη Γαλλία και για τον πρόεδρο Μακρόν; Οι σημαντικότερες ερωτήσεις και απαντήσεις:

Αν η Εθνική Συσπείρωση της Λεπέν διασφαλίσει πλειοψηφία εδρών στην Γαλλική Εθνοσυνέλευση, τότε ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν οφείλει να προτείνει την πρωθυπουργία στον πρόεδρο του RN Ζορντάν Μπαρντελά.

Σύμφωνα με τον Χανς Σταρκ από την Πανεπιστήμιο της Σορβόννης για τον πρόεδρο Μακρόν δεν υπάρχει εναλλακτική, από τη στιγμή που «είναι πολιτικά αποδυναμωμένος και δεν έχει μεγάλα περιθώρια».

Η εκτελεστική εξουσία στη Γαλλία είναι μοιρασμένη όταν πρόεδρος και πρωθυπουργός προέρχονται από διαφορετικά πολιτικά στρατόπεδα. Πρόεδρος και πρωθυπουργός είναι υποχρεωμένοι να συνεργαστούν στο πλαίσιο μιας πολιτικής «συμβίωσης» ή «συγκατοίκησης» (cohabitation) για το καλό της χώρας.

Το πόσο πετυχημένα κυβερνάται η χώρα στο πλαίσιο μιας πολιτικής «συμβίωσης» εξαρτάται από το πόσο καλή είναι η συνεργασία προέδρου και πρωθυπουργού. Στο ισχύον Σύνταγμα της Πέμπτης Δημοκρατίας του 1958 δεν προβλέπεται πάντως ρητά μια τέτοια «συμβίωση».

Σε μια «συμβίωση» περνούν προσωρινά εξουσίες του προέδρου στον πρωθυπουργό. Κατά συνέπεια οι κατευθυντήριες πολιτικές γραμμές χαράζονται από τον πρωθυπουργό και όχι τον πρόεδρο.

Στην εσωτερική πολιτική η κυβέρνηση έχει το πρώτο λόγο στο πλαίσιο μιας «συμβίωσης». Στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας κυβέρνηση και πρόεδρος μοιράζονται τις εξουσίες, με τον πρόεδρο να είναι αρμόδιος για τις εξωτερικές σχέσεις.

Ο πρόεδρος Μακρόν απορρίπτει τουλάχιστον ένα μέρος του προγράμματος της Εθνικής Συσπείρωσης. Σύμφωνα με τον Χανς Σταρκ, η Εθνική Συσπείρωση ενδέχεται να προσπαθήσει «να στριμώξει στη γωνία τον πρόεδρο, έως ότου αυτός παραιτηθεί».

Από την άλλη πλευρά είναι αδιανόητο ο πρόεδρος Μακρόν να προσπαθήσει να «μπλοκάρει» πλήρως μια κυβέρνηση της Εθνικής Συσπείρωσης. Τόσο ο Μακρόν, όσο και ο Μπαρντελά θα προσπαθήσουν αναγκαστικά να βρουν έναν κοινό παρονομαστή.

Ο ειδικός Χανς Σταρκ θεωρεί ότι ο Μπαρντελά θα τηρήσει την υπόσχεσή του και θα αρνηθεί την πρωθυπουργία αν νικήσει στις εκλογές, χωρίς όμως να διασφαλίζει απόλυτη πλειοψηφία.

Εάν κανένα άλλο πολιτικό στρατόπεδο δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει πλειοψηφία, τότε «μπλοκάρεται» η γαλλική Δημοκρατία. Σε αυτή την περίπτωση ο πρόεδρος δεν μπορεί όμως να προχωρήσει σε διάλυση του Κοινοβουλίου. Το γαλλικό Σύνταγμα προβλέπει περίοδο αναμονής διάρκειας ενός έτους.

Τα κόμματα δεν έχουν μέχρι στιγμής απαντήσει στο ερώτημα πως θα αντιδράσουν στην περίπτωση που δεν υπάρχει πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση. Είναι γνωστό ότι η Μαρίν Λεπέν προκρίνει σε αυτό το ενδεχόμενο νέα προσφυγή στις κάλπες.

Ο Μακρόν ωστόσο δεν θα μπορούσε να εξαναγκαστεί σε παραίτηση. Δεν υπάρχει σαφές σενάριο στη Γαλλία για μια “μπλοκαρισμένη δημοκρατία”. Πολλά θα εξαρτηθούν μετεκλογικά από την πολιτική δυναμική.

Στα πιθανά σενάρια περιλαμβάνεται και μια υπερκομματική κυβέρνηση τεχνοκρατών, για την οποία ωστόσο δεν υπάρχει προηγούμενο στην Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία.

Μπορεί ο πρόεδρος να διαλύσει μια «μπλοκαρισμένη δημοκρατία»;

Ο Εμανουέλ Μακρόν θα μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 16 του γαλλικού Συντάγματος, το οποίο παρέχει στον πρόεδρο έκτακτες εξουσίες σε καταστάσεις κρίσης, για να διασφαλιστεί η συνέχεια του κράτους.

Ο πρόεδρος θα μπορούσε να ψηφίσει νόμους και να εκδώσει διατάγματα χωρίς την έγκριση της Εθνοσυνέλευσης. Ο ειδικός σε θέματα Γαλλίας Χανς Σταρκ ωστόσο δεν πιστεύει ότι το άρθρο 16 αποτελεί πραγματική επιλογή για τον Μακρόν: «Δεν μπορώ να φανταστώ μέχρι το τέλος της θητείας Μακρόν μια διακυβέρνηση με διατάγματα και την Γαλλία μονίμως σε καθεστώς κρίσης».