Ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης Fitch διατήρησε την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας στη βαθμίδα “ΒΒΒ-“ (το χαμηλότερο επίπεδο της επενδυτικής βαθμίδας), καθώς και τις προοπτικές (outlook) σταθερές.

Η αξιολόγηση της Moody’s παραμένει μία βαθμίδα κάτω από την επενδυτική. Υπενθυμίζεται ότι η S&P αναβάθμισε  περαιτέρω το outlook της αξιολόγησης σε θετικό από σταθερό στις 19 Απριλίου.

Οι οίκοι DBRS και Scope, πρώτοι, πέρυσι, έδωσαν στη χώρα την επενδυτική βαθμίδα, στις αρχές Σεπτεμβρίου. Η S&P ήταν πρώτη από τους “μεγάλους”, που έδωσε την επενδυτική βαθμίδα, για να ακολουθήσει στη συνέχεια και η Fitch. Ωστόσο, η αξιολόγηση της Moody’s παραμένει μία βαθμίδα κάτω από την επενδυτική,

Οπως επισημαίνει ο οίκος, η αξιολόγηση της Ελλάδας αντανακλά τα επίπεδα κατά κεφαλήν ΑΕΠ και διακυβέρνησης που κινούνται πολύ πάνω από το μέσο όρο των χωρών με αξιολόγηση ΒΒΒ, καθώς και την αξιοπιστία πολιτικής που στηρίζεται από την ΕΕ και τη συμμετοχή στην ευρωζώνη. Αυτά τα δυνατά σημεία εξισορροπούν τις αδυναμίες που απορρέουν από την κρίση χρέους, όπως τα πολύ υψηλά επίπεδα δημόσιου και εξωτερικού χρέους καθως και την υψηλή αν και μειούμενη ανεργία, τις περιορισμένες μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές και κάποιες επίμονες αδυναμίες στον τραπεζικό τομέα.

Ο οίκος προβλέπει συνεχή μείωση του ελλείμματος προϋπολογισμού στο 0,8% του ΑΕΠ το 2025, με μέσα πρωτογενή πλενάσματα 2,3% το 2024 και το 2025 (από 1,9% το 2023). Οι πρόσφατες επιδόσεις έχουν ενισχυθεί από τα ισχυρότερα των εκτιμήσεων έσοδα και τον περιορισμό στις κρατικές δαπάνες.

Η Fitch επισημαίνει ότι βλέπει ισχυρή δέσμευση στη δημοσιονομική πειθαρχία, με τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά πλάνα της κυβέρνησης να περιορίζονται από συντηρητικές υποθέσεις εσόδων, τη στιγμή που οι αρχές προχωρούν με κρίσιμες μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν τα έσοδα (μεταξύ των οποίων η μείωση της φοροδιαφυγής των ελεύθερων επαγγελματιών και η προώθηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών). Η επιτυχής αύξηση των εσόδων θα δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο, αν και το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο θέτει όρια στις πρόσθετες δαπάνες.

Ο οίκος εκτιμά ότι ο συνδυασμός ισχυρών δημοσιονομικών επιδόσεων, σταθερού επιτοκιακού κόστους και μέτριας ονομαστικής ανάπτυξης θα συνεχίσουν να συμπιέζουν το λόγο χρέους / ΑΕΠ, στο 147,3% το 2025 (από 161,9% το 2023) και κάτω από το 140% το 2028.

Αυτή αποτελεί ουσιαστική προσαρμογή (ο δείκτης κορυφώθηκε στο 207% το 2020), αλλά το χρέος διατηρείται σε επίπεδα πολύ πάνω από το μέσο όρο των χωρών με αξιολόγηση «BBB» (55%) αλλά και των χωρών της ευρωζώνης (89,9%). Το ευνοϊκό προφίλ χρέους της χώρας -μεγάλες ωριμάνσεις, χωρίς χρέος σε συνάλλαγμα και υψηλό μερίδιο χρέους με ευνοϊκούς όρους- μειώνει σημαντικά τους κινδύνους αγοράς, ενώ τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα (35 δισ. ευρώ το 1ο τρίμηνο) χρησιμεύουν ως απόθεμα ασφαλείας και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για περαιτέρω μείωση των επιπέδων χρέους.

Ο οίκος αναμένει άνοδο του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2,3% φέτος και 2,4% το 2025, από 2% το 2023, πολύ πάνω από το μέσο όρο της ευρωζώνης (1,1%).

Η ανάπτυξη θα βασιστεί σε αυξήσεις μισθών, συνεχιζόμενη μείωση της ανεργίας και ισχυρές επενδύσεις. Η Fitch εκτιμά ότι οι επενδύσεις που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης θα επιταχύνουν, με την απορρόφηση των χορηγήσεων να αυξάνεται στο 3% του ΑΕΠ το 2026 από 1% το 2023, με θετικές επιπτώσεις στις ιδιωτικές επενδύσεις και την κατανάλωση.

Η συνιστώσα των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης (το οποίο ανέρχεται συνολικά σε 17,7 δισεκατομμύρια ευρώ, 7,4% του ΑΕΠ) θα χρειαστεί περισσότερο χρόνο για να απορροφηθεί καθώς διοχετεύεται μέσω διευκολύνσεων δανεισμού. Αυτό σημαίνει ότι ο επενδυτικός κύκλος RRF είναι πιθανό να επεκταθεί πέρα από το 2026, μειώνοντας τους κινδύνους ξαφνικής επιβράδυνσης της ανάπτυξης το 2027. Οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας παραμένουν επιβαρυμένες από τις χαμηλές αποταμιεύσεις/επενδύσεις στην οικονομία και τα δυσμενή δημογραφικά στοιχεία, αν και η ισχυρή δέσμευση για μεταρρυθμίσεις (ιδιαίτερα από την πλευρά της προσφοράς) θα μπορούσε να συμβάλει στην επίτευξη υψηλότερης και πιο ανθεκτικής ανάπτυξης.

Η ανάκαμψη της Ελλάδας συνοδεύτηκε από σταθερή βελτίωση της αγοράς εργασίας, με την ανεργία επί του παρόντος να βρίσκεται σε χαμηλό 15ετίας (10,2% τον Μάρτιο). Βλέπουμε περαιτέρω σταδιακή μείωση της ανεργίας τα επόμενα δύο χρόνια, αλλά οι κίνδυνοι έλλειψης εργατικού δυναμικού αυξάνονται, ιδιαίτερα μεταξύ των τομέων έντασης εργασίας, όπως ο τουρισμός και οι κατασκευές.

Οι αρχές επικεντρώνονται σε μια σειρά μεταρρυθμίσεων για την αύξηση του εργατικού δυναμικού, αλλά η πίεση στους μισθούς είναι πιθανό να αυξηθεί. Επί του παρόντος, η δυναμική των μισθών είναι σχετικά υποτονική (4%), αλλά υπάρχει ο κίνδυνος να έχουν πιο επίμονες επιπτώσεις στον πληθωρισμό και πιθανώς να επηρεάσουν την ανταγωνιστικότητα μεσοπρόθεσμα.

Οι χαμηλότερες τιμές των εμπορευμάτων και η έντονη αύξηση των εξαγωγών υπηρεσιών συνέβαλαν σε ταχεία μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2023, αν και στο 6,3% του ΑΕΠ παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην ευρωζώνη, σημειώνει ο οίκος. Αναμένουμε μια πιο σταδιακή μείωση του το 2024-2025, εν μέρει λόγω της προβλεπόμενης ανάκαμψης της εξωτερικής ζήτησης για αγαθά και της συνεχιζόμενης ισχυρής απόδοσης του τουρισμού (τα κέρδη ήταν ρεκόρ 18 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2023).

Οι σταθερές εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων και οι ροές κεφαλαίων θα ενισχύσουν επίσης την εξωτερική θέση της οικονομίας. Στο 120,6% του ΑΕΠ το 2023, το καθαρό εξωτερικό χρέος είναι πολύ πάνω από το διάμεσο «BBB» (3%), αν και βρίσκεται σε χαμηλό δεκαετίας και θα συνεχίσει να μειώνεται σταδιακά μεσοπρόθεσμα.

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν διατηρήσει υψηλή ρευστότητα και ισχυρή κερδοφορία, υποστηριζόμενες από τα υψηλότερα επιτόκια, την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης και την εκκαθάριση των ισολογισμών. Ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου αυξήθηκε στο 18,8% στο τέλος του 2023, ελαφρώς μόνο κάτω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης του 19,7%. Ο δείκτης των ενοποιημένων μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε περαιτέρω στο 6,2% στο τέλος του 2023 (από 8,7% στο τέλος του 2022) και αναμένουμε ότι αυτός ο δείκτης θα μειωθεί περαιτέρω το 2024-2025 λόγω ενός συνδυασμού οργανικών ενεργειών και μικρών πωλήσεων πακέτων, επισημαίνει η Fitch.

Παράγοντες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συλλογικά, να οδηγήσουν σε ενέργεια/υποβάθμιση αρνητικής αξιολόγησης:

-Δημόσια οικονομικά: Ανανεωμένη ανοδική τάση του χρέους της γενικής κυβέρνησης/ΑΕΠ, για παράδειγμα, λόγω διαρθρωτικής δημοσιονομικής χαλάρωσης, παρατεταμένης ασθενούς ανάπτυξης ή υλοποίησης σημαντικών πιθανών υποχρεώσεων.

-Μακροοικονομικά: Σοβαρό δυσμενές σοκ που θα επηρεάσει το μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό της Ελλάδας και θα επιδεινώσει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Παράγοντες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συλλογικά, να οδηγήσουν σε δράση/αναβάθμιση θετικής αξιολόγησης:

-Δημόσια οικονομικά: Επίμονη και σημαντική μείωση του χρέους της γενικής κυβέρνησης/ΑΕΠ, που οφείλεται, για παράδειγμα, στη δημοσιονομική εξυγίανση μεσοπρόθεσμα.

-Μακρο: Βελτίωση του μεσοπρόθεσμου αναπτυξιακού δυναμικού και των επιδόσεων, για παράδειγμα, λόγω υψηλότερων επενδύσεων ή/και εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.