«Έτσι περίπου στις 14.00 ώρα το μεσημέρι αποφάσισα να πάω προς το σπίτι που έμενε η Ν. με την μαμά της και να πάρω τα χρήματα. Πίστευα ότι επειδή η κυρία Μαρία ήταν κατάκοιτη στο κρεβάτι θα ήτανε εύκολο και δεν θα με καταλάβαινε ούτε αυτή ούτε κανείς. Πήγα λοιπόν με το αυτοκίνητο μου προς το σπίτι τους στην Έξω Παναγίτσα που μένει η Ν.. Πήγα από την Λεωφόρο Παπανδρέου και έστριψα δεξιά στο πάρκινγκ σκαφών. Το αυτοκίνητο μου το άφησα αριστερά από την αυλόπορτα του σπιτιού. Άνοιξα την αυλόπορτα που ήταν κλειστή και όχι κλειδωμένη και έψαξα στις γλάστρες για να βρω το κλειδί που μου είχε πει η Νάντια. Δεν ήξερα που ακριβώς ήταν αλλά το βρήκα. Με αυτά άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα μπροστά στις σκάλες που οδηγούν στο διαμέρισμα στον πρώτο όροφο. Με το  κλειδί που είχα βρει άνοιξα την πόρτα και ξαφνικά είδα  από πίσω την κυρία Μαρία όρθια με το “πι”. Τότε τα έχασα γιατί πίστευα ότι θα ήταν στο κρεβάτι. Μόλις με αντίκρισε με ρώτησε “Σταύρο, τι θες εδώ;” βρισκόμενος σε κατάσταση  σοκ και πανικού , σταμάτησα να σκέπτομαι και το μόνο που πλανήθηκε στη σκέψη μου ήταν ότι με πιάσανε.  Τράβηξα την κυρία Μαρία από το χέρι και την έσπρωξα από τις σκάλες. Αυτή έπεσε περίπου μέχρι τη μέση της σκάλας. Το  πι  έμεινε έξω από την πόρτα. Εκείνα φώναζε – βοήθεια , Σταύρο τι κάνεις ; Σταύρο σε αγαπάω.  Τότε πήγα στην κουζίνα άνοιξα τα συρτάρια και πήρα ένα μαχαίρι που βρήκα. Θυμάμαι ήταν μεγάλο. Κατέβηκα έσπρωξα ξανά την κυρία Μαρία και έφτασε στο τελευταίο σκαλί. Μου μίλαγε ακόμα και επειδή είχα φοβηθεί ότι θα μας ακούσουν τη χτύπησα με το μαχαίρι στο λαιμό στο πλάι, αρκετές φορές για να σταματήσει. Δεν θυμάμαι πόσες φορές τη χτύπησα. Μόλις σταμάτησε να μιλάει γύρισα στο διαμέρισμα και έψαξα για τα χρήματα».

Στις  φυλακές Κορυδαλλού βρίσκεται ήδη ο καθ’ ομολογίαν δολοφόνος της Μαρίας Δασκαλοπούλου μετά την απολογία του στον ανακριτή το πρωί της Παρασκευής.

Οι πρώτες του λέξεις όπως αποκαλύπτει η «Ζούγκλα», στο απολογητικό του υπόμνημα ήταν ότι ζητά συγνώμη από την παιδική του φίλη, την οικογένεια του, αλλά και την κοινωνία της Χαλκίδας.

Ισχυρίστηκε ότι πίσω από όλα ήταν ο τζόγος στον οποίο ήταν εθισμένος και τα χρέη που είχε δημιουργήσει. Χρέη που τον οδηγούσαν στο σημείο να δανείζεται από φίλους του ακόμα και από την κόρη του θύματος.

«Είχα την ατυχία να εθιστώ στον τζόγο», είπε στον ανακριτή περιγράφοντας στη συνέχεια :

«Το αποκορύφωμα αυτού του εθισμού μου ήρθε στην περίοδο του εγκλεισμού μας εξαιτίας της επιδημίας του Covid-19, όπου την περίοδο που παρέμενα σπίτι ήμουν όλη την ημέρα πάνω από το κινητό και στοιχημάτιζα.

Ο τζόγος για εμένα είναι όπως η κατανάλωση καφέ και το κάπνισμα,  δεν μπορώ να το αποβάλω.

Λυπάμαι ειλικρινά για το μεγάλο κακό που προκάλεσα στην Ν…(σ.σ κόρη θύματος) και μετά από συνεννόηση που είχα με τους γονείς μου, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, θα της αποδοθεί το χρηματικό ποσό που αφαίρεσα από την οικία της. 

Τα τελευταία χρόνια τα οικονομικά μου δεν πάνε καλά. Υπάρχουν περίοδοι που δύσκολα τα φέρνω βόλτα. Όλα αυτά ξεκίνησαν όταν άρχισα να παίζω διαδικτυακό τζόγο και συγκεκριμένα στοίχημα μέσω εφαρμογών στο κινητό μου. Υπήρχαν περίοδοι που έχανα πάρα πολλά χρήματα στο στοίχημα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αφήνω απλήρωτους λογαριασμούς και οι επόμενοι να έρχονται διπλοί και μετά το πράγμα δεν μαζευόταν. Για να καταλάβετε μου είχαν διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο διαμέρισμα και είχα προβεί σε παράνομη σύνδεση μόνος μου». 

«Τη χτύπησα με το μαχαίρι γιατί φοβήθηκα ότι θα μας ακούσουν»

Στην συνέχεια ο καθ’ ομολογίαν δολοφόνος περιέγραψε τις κινήσεις του την ημέρα του εγκλήματος ,στις 10 Μαΐου.

Η ιδέα – όπως υποστήριξε – να μπει στο σπίτι ήταν όταν η κόρη του θύματος, ανυποψίαστη, του είπε που έβαζαν το κλειδί του σπιτιού.

Βρήκε 7.000 ευρώ, τα πήρε και έφυγε από το σπίτι παίζοντας στη συνέχεια στοίχημα ενώ πήγε και για κούρεμα. Στην απολογία του, είπε ότι εκλιπαρεί για συγχώρεση.

«Δεν μπορώ έως σήμερα να καταλάβω τι με ώθησε και έκανα αυτή την αποτρόπαια πράξη που έχω μετανιώσει και εκλιπαρώ για συγχώρεση. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα έως την σύλληψη μου δεν πέρασε μια ημέρα που να μην μετάνιωσα για την άδικη συμπεριφορά μου προς την μητέρα της φίλης μου. Δυστυχώς κάθε ημέρα που πήγαινα στη δουλειά  περνώντας από την υψηλή γέφυρα σκεφτόμουν που να σταματήσω το αυτοκίνητο για να αυτοκτονήσω.   Άλλες στιγμές  έψαχνα τρόπους  αυτοκτονίας μέσα από το  διαδίκτυο. Επίσης ήθελα να παραδοθώ αλλά την τελευταίο στιγμή το μετάνιωνα  δεν τολμούσα να το κάνω γιατί φοβόμουν –  ντρεπόμουν και έλπιζα να με συλλάβουν ώστε να λυτρωθώ  και   να πληρώσω για ότι έκανα».